Ζίλια

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Ζίλια
« Είντα με θέλει ο βασιλιάς τσ' εμήνυσεν να πάω; εάν με θέλη για χορόν, να πάρω τσ'αι τα ζήλια  »

—Κυπριακό 14ου αιώνα

Τα ζίλ(λ)ια ή ζήλια είναι αρχαία ιδιόφωνα κρουστά όργανα.

Πρόκειται για σιδερένια ή ξύλινα μικρά κύμβαλα που ηχούν όταν, στερεωμένα στα δάκτυλα, χτυπιούνται μεταξύ τους. Συνοδεύουν τα κάλαντα, αλλά και νησιώτικους και μικρασιατικούς χορούς.

Η τωρινή ονομασία τους παράγεται από το τουρκικό Zil και είναι πιθανόν περσικής καταγωγής. Ονομάζονται και "τσίγκλες" ή "σαχάνια ή "σαχανάκια" (επίσης, "παφίλια", "πούλια", "τροχίσκοι", "καστανιέτες", κ.λπ.) και ανήκουν στα όργανα που κατά τη βυζαντινή εποχή απορρίπτονταν από τους Πατέρες της Εκκλησίας (Κλήμης ο Αλεξανδρεύς, Γρηγόριος ο Νύσσης κ.ά.). Παρ' όλα αυτά, έχουν την τιμητική τους στη βυζαντινή εικονογραφία (ιδιαίτερα στις Μονές του Αγίου Όρους).