Ζάρκο Τρικάλων

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Συντεταγμένες: 39°36′28″N 22°7′29″E / 39.60778°N 22.12472°E / 39.60778; 22.12472 Το Ζάρκο είναι χωριό του νομού Τρικάλων, της επαρχίας Τρικάλων.

Από το 1881 έως το 1998 ήταν Κοινότητα. Από το 1998 με τις διοικητικές αλλαγές που έγιναν στην τοπική αυτοδιοίκηση, το Ζάρκο αποτελεί Δημοτικό Διαμέρισμα του Δήμου Φαρκαδόνας.

Βρίσκεται στο νοτιοδυτικό άκρο του νομού και στις δυτικές απολήξεις του φερώνυμου βουνού. Είναι στη μέση της διαδρομής από τη Λάρισα προς τα Τρίκαλα, απέχοντας από τα Τρίκαλα 32 χλμ και από τη Λάρισα 28 χλμ. Έχει υψόμετρο 120μ. Τα όρη Ζάρκου ή Ζαρκινά βουνά, που περιβάλλουν το χωριό, είναι μια χαμηλή οροσειρά της κεντρικής Θεσσαλίας, με ψηλότερη την κορυφή Κούτρα στο βόρειο τμήμα της. Αποτελούν νότια συνέχεια των Αντιχασίων, αρχίζουν να υψώνονται νοτίως του χωριού Μέγα Ελευθεροχώρι, προχωρούν με κατεύθυνση Β – Ν στα όρια των νομών Τρικάλων – Λαρίσης έως το βύθισμα στο οποίο ρέει ο Πηνειός και χωρίζει την πεδιάδα της Λάρισας από την πεδιάδα των Τρικάλων – Καρδίτσας. Νοτιότερα της ψηλότερης κορυφής της Κούτρας, σχηματίζονται οι κορυφές Κουβαρόπετρα (552 μ) και Κοκκιναδάκι (696 μ). Τα Ζαρκινά βουνά έχουν μήκος 12 χλμ.[1]

Το Ζάρκο όπως φαίνεται από τον λόφο του Προφήτη Ηλία, όπου βρίσκεται και το ομώνυμο εκκλησάκι


Ονομασία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το αρχαίο όνομα του χωριού ήταν Φαϋττός.

Τον Οκτώβριο του 1883 ο Γερμανός αρχαιολόγος G Lollingii έφερε στο φως μαρμάρινη επιγραφή ύψους 0,72 μ, πάνω στην οποία είναι γραμμένο ένα ψήφισμα της πόλης των Φαϋττίων προς τον Γοργία τον Γυρτώνιο. Το ψήφισμα γράφτηκε το 48 πχ. Από τα υπόλοιπα ευρήματα αλλά και από τις αναφορές αρχαίων ιστορικών, οι αρχαιολόγοι κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι το σημερινό χωριό Ζάρκο είναι χτισμένο πάνω στην αρχαία πόλη Φαϋττός, την οποία αναφέρει ο Όμηρος στην Ιλιάδα, ως μια εκ των τεσσάρων μεγάλων πόλεων της Ιστιαιώτιδος που έστειλαν στρατό και συμμετείχαν στον Τρωϊκό πόλεμο.[2]

Πηγές αναφέρουν πως κατά τους Βυζαντινούς χρόνους η άλλοτε πόλη των Φαϋττίων ήταν γνωστή ως Γαρδίκι. Πότε ακριβώς χρονικά μετονομάστηκε η Φαϋττός σε Ζάρκο, δεν είναι γνωστό. Το χωριό αναφέρεται με το σημερινό του όνομα από τους διάφορους ευρωπαίους περιηγητές που ταξίδεψαν στην Ελλάδα. Κατά το ταξίδι του στην Ελλάδα ο Γάλλος διπλωμάτης περιηγητής και ιστοριογράφος Φραγκίσκος Κάρολος Ούγγος Λωράν ντε Πούκεβιλ, περνώντας από το Ζάρκο αναφέρει πως η πόλη ήταν ήδη γνωστή στο μεσαίωνα με την ίδια ονομασία.[4]

Για την ονομασία Ζάρκο υπάρχουν πολλές απόψεις, χωρίς όμως να υπάρχει ιστορική τεκμηρίωση. Η πρώτη υποστηρίζει ότι προέρχεται από τα πολλά ζαρκάδια που παλαιότερα υπήρχαν στη περιοχή. Η δεύτερη, αναφέρει πως το όνομα προέρχεται από τοπικό ιδιωματισμό, επειδή στα χωριά της Ηπείρου και στα ορεινά χωριά των Τρικάλων η λέξη «ζάρκο» σημαίνει γυμνό, κάτι που ισχύει σε ότι αφορά τα βουνά του Ζάρκου μιας και είναι γυμνά από δέντρα. Η τρίτη άποψη, που θεωρείται και η πιο πιθανή, πως το όνομα Ζάρκο το χωριό το απέκτησε προς τιμήν ενός Σέρβου ηγεμόνα, που κατοίκησε στο χωριό και ονομαζόταν Κωνσταντίνος Ζάρκος.

Ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Αρχαιότητα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η ιστορία της περιοχής του Ζάρκου αρχίζει από την Νεολιθική εποχή (7000 – 2800 πχ).

Στη θέση Πλατιά Μαγούλα Ζάρκου, η αρχαιολογική σκαπάνη έφερε στο φως ευρήματα νεολιθικών οικισμών, που χρονολογούνται στο 3500 πχ.

Τον Οκτώβριο του 1883 ο Γερμανός αρχαιολόγος G Lollingii, στη θέση Κρύα Βρύση, έφερε στο φως μαρμάρινη επιγραφή ύψους 0,72 μ, πάνω στην οποία είναι γραμμένο ένα ψήφισμα της πόλης των Φαϋττίων προς τον Γοργία τον Γυρτώνιο. Το ψήφισμα γράφτηκε το 48 πχ. Από τα υπόλοιπα ευρήματα αλλά και από τις αναφορές αρχαίων ιστορικών, οι αρχαιολόγοι κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι το σημερινό χωριό Ζάρκο είναι χτισμένο πάνω στην αρχαία πόλη Φαϋττός, την οποία αναφέρει ο Όμηρος στην Ιλιάδα, ως μια εκ των τεσσάρων μεγάλων πόλεων της Ιστιαιώτιδος που έστειλαν στρατό και συμμετείχαν στον Τρωϊκό πόλεμο[2].

Επίσης έχουν ανακαλυφθεί, στο Ζάρκο, πάρα πολλά αρχαιολογικά ευρήματα από διάφορες χρονολογικές περιόδους. Το 1957 κατά τη διάνοιξη του υδραγωγείου του χωριού, βρέθηκε στον περίβολο της εκκλησίας του Αγίου Γεωργίου ένα πήλινο πιθάρι γεμάτο χρυσά μακεδονικά τάλαντα με την κεφαλή του Μεγάλου Αλεξάνδρου. Ο γερμανός καθηγητής αρχαιολογίας Peter Franke τοποθετεί χρονικά τα νομίσματα το 264 πχ, την ίδια δηλαδή χρονική περίοδο που ο βασιλιάς των Μολοσσών Αλέξανδρος ο Β΄ εισέρχεται στη Θεσσαλία και παραμένει για ένα χειμώνα στην Φαϋττός. Τα νομίσματα εκτίθενται στο αρχαιολογικό μουσείο του Βόλου[3].

Τουρκοκρατία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Herny Holland το 1812 περνώντας από το Ζάρκο αναφέρει στο βιβλίο του ΄΄Ταξίδι στη Μακεδονία και Θεσσαλία΄΄, «Το Ζάρκο είναι μια μικρή πόλη με 500 κατοίκους, που, όπως και οι κάτοικοι όλων των γειτονικών χωριών ασχολούνται κυρίως με την καλλιέργεια του βαμβακιού και τη φροντίδα των κοπαδιών των προβάτων τους.»[9].

Ο Πούκεβιλ στο πέρασμά του το 1820 από το Ζάρκο αναφέρει στο βιβλίο του ΄΄Ταξίδι στην Ελλάδα. Μακεδονία Θεσσαλία΄΄, «η κωμόπολη αυτή, που απέχει οκτώμισι λεύγες από τα Τρίκαλα και τέσσερις ώρες κι ένα τέταρτο από τη Λάρισα, κατοικείται από εξακόσιες ελληνικές οικογένειες, ασχολούμενες με τη γεωργία και τη φροντίδα των κοπαδιών. Καθώς το Ζάρκο βρίσκεται πάνω στο πέρασμα από το οποίο διέρχονται οι ταξιδιώτες και τα καραβάνια, έχουν εγκατασταθεί εδώ αρκετές οικογένειες Βλάχων που πουλούν κάπες, καθώς και ορισμένοι εμπορικοί οίκοι Εβραίων, που ενδιαφέρονται για την αγορά ακατέργαστου μεταξιού. Ο φόβος της πανώλης με εμπόδισε να επισκεφθώ το παζάρι, και συνεπώς δεν μπόρεσα να αγοράσω κανένα νόμισμα, ενώ αρκέστηκα μόνον σε ορισμένες ενδείξεις ώστε να καταγράψω τη θέση των κυριοτέρων χωριών του βιλαετίου. Από την αριστερή όχθη του Πηνειού το βιλαέτι του Ζάρκου συνορεύει με εκείνο της Λάρισας. Στο σημείο αυτό συγκεντρώνονται την άνοιξη οι Βλάχοι κτηνοτρόφοι όταν μεταβαίνουν στην Κωνσταντινούπολη για να πουλήσουν τα κοπάδια που εκτρέφουν στα βοσκοτόπια της Θεσσαλίας και των βουνών της»[10].

Ενώ ο Νικόλαος Ι. Μάγνητος το 1860 στο βιβλίο του «Περιήγησις ή Τοπογραφία. Της Θεσσαλίας και Θετταλικής Μαγνησίας », αναφέρει για το Ζάρκο, «Προϊόντα αυτής δημητριακοί καρποί παντός είδους, βαμβάκιον, λινάριον σησάμιον και ολίγον μετάξιον. Τρέφει ο τόπος και ζώα διάφορα μάλιστα δε ποίμνια προβάτων και αιπόλια αιγών»[11].

Βλέπουμε λοιπόν ότι οι Ζαρκινοί από τις αρχές τουλάχιστον του 1800 είναι γεωργοί και κτηνοτρόφοι στην πλειονότητά τους. Καλλιεργούν από τότε βαμβάκι, αλλά εκτρέφουν και μεταξοσκώληκες. Το Ζάρκο όμως από τα γραφόμενα των περιηγητών διατηρεί και μεγάλη εμπορική αγορά. Στις αρχές του 1900 οι Ζαρκινοί είναι πλέον κολίγοι και δουλεύουν τη γη για τον τσιφλικά Χρηστάκη Ζωγράφο.

Νεότερη και Σύγχρονη Ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το 1881 στις 10 Σεπτεμβρίου, μία διλοχία του Ελληνικού στρατού μπαίνει στο χωριό και το απελευθερώνει. Στα γύρω υψώματα του χωριού ορίζεται η συνοριακή γραμμή Ελλάδος και Τουρκίας. Στη πλαγιά της κορυφής της Κούτρας, χτίζονται πέτρινα φρούρια, τα οποία σώζονται μέχρι και σήμερα.

Το Ζάρκο καθ’ όλη τη διάρκεια της Τουρκοκρατίας ήταν ένα Χριστιανικό ελευθεροχώρι. Δηλαδή, οι Ζαρκινοί διατηρούσαν την πλήρη ιδιοκτησία στα κτήματά τους και στα σπίτια τους. Στην εποχή όμως του Αλή Πασά τα πράγματα άλλαξαν. Όπως αναφέρει ο Νικόλαος Ταρμπάζης, βουλευτής γεννημένος στο Ζάρκο, στην αγόρευσή του το 1883, στην Ελληνική Βουλή τη βορειοδυτική Θεσσαλία την διοικούσε ο Αλή – Μπέης – Τεπελενιώτης. Από το 1880 όμως ο Αλή Πασάς των Ιωαννίνων εισέβαλε με τους Τουρκαλβανούς στη Θεσσαλία και την κατέλαβε. Ζήτησε λοιπόν από τους Ζαρκινούς να αναγνωρίσουν αυτόν ως ιδιοκτήτη του χωριού τους. Η αντιπροσωπία των Ζαρκινών που πήγε στα Γιάννενα αρνήθηκε την εξουσία του Αλή Πασά. Τότε εξαπέλυσε μεγάλους διωγμούς και κατέστρεψε τη σοδιά των Ζαρκινών. Οι οποίοι μέχρι το 1881 αναγκάστηκαν να πληρώνουν στο Τουρκικό δημόσιο ταμείο της Λαμίας 14000 γρόσια το χρόνο[5].

Με την απελευθέρωσή τους όμως, νόμισαν πως τέλειωσε και η σκλαβιά τους. Λίγες μέρες μετά την είσοδο του Ελληνικού στρατού στο χωριό, εμφανίστηκαν οι επιστάτες του τσιφλικά Χρηστάκη Ζωγράφου. Ο οποίος είχε αγοράσει από την Υψηλή Πύλη λίγο πριν την απελευθέρωση το Ζάρκο, το Νεοχώρι, το Γριζάνο και τη Φαρκαδόνα, έναντι 70000 λιρών. Οι Ζαρκινοί όμως δεν αναγνώρισαν την κυριότητα στο Χρηστάκη Ζωγράφο. Οι επιστάτες του Ζωγράφου, κατήγγειλαν στις αστυνομικές αρχές των Τρικάλων ότι οι Ζαρκινοί αγρότες έκαναν επιδρομή στο χωριό και κατέλαβαν τα κτήματα του Ζάρκου. Η επέμβαση της αστυνομίας είχε ως αποτέλεσμα ξυλοδαρμούς και συλλήψεις.

Ο Ζωγράφος έκανε αγωγές στους κατοίκους για την άρνησή τους να αναγνωρίσουν τα ενοικιαστήρια συμβόλαια των σπιτιών τους, που έγιναν λίγο πριν την απελευθέρωση του Ζάρκου από τον Ελληνικό στρατό. Ακολούθησαν δύο χρόνια δικαστικών αγώνων για τους κατοίκους του χωριού. Οι συγκρούσεις όμως με τους επιστάτες και τους Αλβανούς του Ζωγράφου συνεχίζονται. Αλβανοί αγροφύλακες τους εμπόδισαν να καλλιεργήσουν τα χωράφια τους χωρίς όμως τελικά να τα καταφέρουν. Το καλοκαίρι όμως τους εμπόδισαν στη συγκομιδή των σταχυών. Τα σιτοχώραφα έμειναν αθέριστα και η παραγωγή καταστράφηκε.

Η κατάσταση είχε φτάσει στο απροχώρητο και οι Ζαρκινοί αγρότες πήραν τα όπλα που είχαν κρυμμένα από τις προηγούμενες επαναστάσεις του 1854 και του 1878. Κατέστρεψαν τις αποθήκες του Ζωγράφου και μοίρασαν τη σοδειά στο χωριό. Από τα Τρίκαλα έφτασε στρατός και αστυνομία. Έγινε κατάληψη του χωριού και οι περισσότεροι Ζαρκινοί οδηγήθηκαν στις φυλακές. Αυτή η εξέγερση καταγράφτηκε ως η πρώτη εξέγερση κατά των τσιφλικάδων, πολύ πριν την εξέγερση του Κιλελέρ το 1910 [6].

Οι εφημερίδες της Θεσσαλίας εκείνη την εποχή, «Ανεξαρτησία» Λάρισας, «Αστήρ Θεσσαλίας», «Εργάται» Τρικάλων και «Θεσσαλία» Βόλου, από το 1881 κάλυπταν τα γεγονότα για πολλά χρόνια, παίρνοντας θέση ανοιχτά υπέρ των Ζαρκινών αγροτών. Άλλωστε, από τα χωριά του κάμπου, το Ζάρκο ήταν το μοναδικό που αντιστεκόταν [7].

Ο Νικόλαος Ταρμπάζης ήταν βουλευτής του Ελληνικού Κοινοβουλίου, γεννημένος στο Ζάρκο. Έδωσε μεγάλους αγώνες στη Βουλή κατά του Χρηστάκη Ζωγράφου, ο οποίος ως αντίποινα του κατέστρεψε το σπίτι του στο χωριό[8]. Όμως η πολιτική των Ελληνικών Κυβερνήσεων για το αγροτικό ζήτημα της Θεσσαλίας, άργησε πολλά χρόνια να αλλάξει.

Οι Ζαρκινοί, πάντοτε ανεξάρτητα πνεύματα, συμμετείχαν ενεργά σε όλους τους αγώνες της πατρίδας, για την ακεραιότητά της και την εδραίωση της δημοκρατίας. Μεγάλος αριθμός Ζαρκινών συμμετείχε στην Εθνική Αντίσταση, αλλά και στις εξορίες για τα δημοκρατικά δικαιώματα του λαού μας. Την περίοδο της δικτατορίας των συνταγματαρχών, πολλοί Ζαρκινοί βρίσκονταν φυλακισμένοι.

Πληθυσμός[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το 1812 ο Henry Holland αναφέρει ότι το Ζάρκο μια μικρή πόλη με 500 κατοίκους. Ενώ το 1820 ο Πούκεβιλ αναφέρει ότι το Ζάρκο κατοικείται από 600 ελληνικές οικογένειες και αποτελεί λόγω της γεωγραφικής του θέσης εμπορικό κέντρο.

Το 1881 στην καταμέτρηση που κάνει ο ελληνικός στρατός το Ζάρκο έχει 1585 κατοίκους[12].

Ενώ στις απογραφές που ακολουθούν από το 1940 :

Έτος Κάτοικοι
1940 2861
1951 2872
1961 2001
1971 2000
1981 1825
1991 1771
2001 1498


Κύρια αιτία της μείωσης του πληθυσμού του χωριού είναι η μετανάστευση. Αιτία η ανεργία. Για την αναζήτηση δουλειάς και καλύτερης ποιότητας ζωής, οι νέοι του χωριού μεταναστεύουν στη Λάρισα, την Αθήνα αλλά και τη Γερμανία. Αυξομειώσεις στους κατοίκους του χωριού το χειμώνα ή το καλοκαίρι δεν υπάρχουν γιατί το χωριό κατοικείται όλο το χρόνο, Μόνο στις γιορτές των Χριστουγέννων και του Πάσχα, που έρχονται και οι απόδημοι Ζαρκινοί, αυξάνει λίγο ο αριθμός των κατοίκων.

Αξιοθέατα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το προαύλιο της μονής του Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου, έξω από το χωριό

Ιερά Μονή Αγίου Ιωάννου Θεολόγου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στις πλαγιές της Κούτρας, έξω από το χωριό, υπάρχει το μοναστήρι του Αγίου Ιωάννη του Ευαγγελιστή στο οποίο γίνεται το πανηγύρι του χωριού κάθε χρόνο στις 8 Μαΐου. Έχει χτιστεί τον 15ο αιώνα και λειτουργούσε ως αντρικό μοναστήρι με καλόγερους μέχρι το 1897, όταν έγινε ο αποτυχημένος πόλεμος με την Τουρκία και χάσαμε τη Θεσσαλία. Τότε οι Τούρκοι κατέστρεψαν το μοναστήρι στο οποίο είχε οχυρωθεί ένα τμήμα του Ελληνικού στρατού και παρέμεινε έτσι μέχρι το 1992, ενώ λειτουργούσε μόνο η εκκλησία του Αγίου Ιωάννη. Τα κελιά των μοναχών είχαν παραδοθεί στη φωτιά.

Το 1992 η Εφορία Βυζαντινών Αρχαιοτήτων σε συνεργασία με τη Μητρόπολη Τρικάλων αναστήλωσαν τα κελιά και σήμερα το μοναστήρι λειτουργεί ως γυναικείο. Το καθολικό είναι σταυροειδής τετρακιόνιος ναός με χορούς και μακρόστενο νάρθηκα. Στο ναό διατηρούνται τοιχογραφίες του 18ου αιώνα. Υπάρχει ξυλόγλυπτο τέμπλο και φορητές εικόνες οι οποίες ανάγονται στον 17ο αιώνα.

Τηλ: 24330-41600

Προϊστορικός Οικισμός Πλατιάς Μαγούλας Ζάρκου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο προϊστορικός οικισμός κατοικήθηκε από το τέλος της αρχαιότερης Νεολιθικής (6500-5800 π.Χ.) έως τη Μεσοελλαδική εποχή (2000-1600 π.Χ.). Σήμερα παρουσιάζεται με τη μορφή λοφίσκου ύψους περίπου 5μ. και διαμέτρου 200μ.

Είναι επισκέψιμος κατόπιν συνεννόησης με τη 15η Εφορία Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων. Τηλ: 041-288082, 041-288083

Γιορτές/Έθιμα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το «Καβούκι»[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στις 6 Ιανουαρίου, ανήμερα της χριστιανικής γιορτής των Θεοφανίων στο Ζάρκο αναβιώνει ένα αρχαίο έθιμο, το «Καβούκι». Πρόκειται για ένα είδος καρναβαλιού που κλείνει το εορταστικό δωδεκαήμερο των Χριστουγέννων. Οι απαρχές του χάνονται στα βάθη του χρόνου, ωστόσο φέρεται να είναι κατάλοιπο τελετών διονυσιακής λατρείας.

Στο «Καβούκι» πρωταγωνιστές είναι κατά παράδοση οι νέοι άνδρες 17 έως 19 ετών, που ετοιμάζονται για τη στρατιωτική τους θητεία, χωρίς ωστόσο αυτό να αποκλείει και τη συμμετοχή νεαρότερων εφήβων. Όλοι μαζί σχηματίζουν ένα «μπουλούκι», ένα θίασο, δηλαδή, μασκαράδων, που αποτελείται από τσολιάδες-«Γαμπρούς», τη «Νύφη», τους «Αράπηδες», τα «Ξωτικά», τις «Αρκούδες», τον «Γιατρό» και τον «Διάβολο». Το μπουλούκι, μετά το τέλος της Θείας Λειτουργίας, φορά μεγάλα κουδούνια και συγκεντρώνεται στην πλατεία του χωριού. Αμέσως ξεκινά το χορό υπό τους ήχους παραδοσιακής μουσικής και δίνοντας αυτοσχέδιες «παραστάσεις». Στη συνέχεια, πίνοντας, χορεύοντας, τραγουδώντας, οι μασκαράδες επισκέπτονται σπίτια του χωριού, πειράζοντας τους οικοδεσπότες και ξεσηκώνοντας τον τόπο για να διώξουν όσους Καλικαντζάρους δεν είχαν φύγει με τον αγιασμό.

Το «Καβούκι» είναι μια κατασκευή από χαρτί και καλάμια που τοποθετείται στο κεφάλι του αρχηγού του μπουλουκιού, ο οποίος το φορά καθ’ όλη τη διάρκεια της ημέρας. Μόλις πέσει το σκοτάδι, η παρέα συγκεντρώνεται στην πλατεία του χωριού όπου το «Καβούκι» παραδίδεται στις φλόγες από τη σκούπα του «Διαβόλου» ξορκίζοντας το κακό που έφεραν στο πέρασμά τους οι Καλικάντζαροι. Ο ήχος των κουδουνιών θυμίζει στους κατοίκους ότι η άνοιξη πλησιάζει και η φύση θα αναγεννηθεί.

Το «Μπουρανί»[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Είναι ένα αρχαίο έθιμο του οποίου οι ρίζες άπτονται στις Διονυσιακές τελετές.

Το πρωί της Καθαράς Δευτέρας μαζεύονται οι νέοι άνδρες του χωριού στην κεντρική πλατεία, σχηματίζουν πολλές ομάδες και περιφέρονται στις γειτονιές ,πίνοντας κρασί και τραγουδώντας φαλλικά τραγούδια (γαμοτράγουδα), σε όποια γυναίκα τύχει να βγεί από το σπίτι της και βρεθεί στον δρόμο τους.

Οι συμμετέχοντες στο έθιμο βάφουν όλοι το πρόσωπό τους με βερνίκι (κάτι ανάλογο με τους σάτυρους των διονυσιακών τελετών, οι οποίοι έβαφαν το πρόσωπό τους με τρυγία, δηλαδή το κατακάθι του κρασιού) κάνοντας το σύμβολο του σταυρού στα μάγουλά τους και στο μέτωπο.

Οι πιστοί περιφέρονται σε πομπή, υποχρεώνοντας όποιον συναντούν να πιεί κρασί από κεραμικά ποτήρια σε σχήμα φαλλού και τον βάφουν με βερνίκι τραγουδώντας του τα φαλλικά τραγούδια, των οποίων το περιεχόμενο συμβολίζει την γονιμότητα και την ευφορία της γης.

Το μεσημέρι και μετά από αρκετή οινοποσία, επιλέγουν ένα υποψήφιο θύμα για να τον θάψουν σαν Διόνυσο, τον λεγόμενο Μπουρανί, τον οποίο με την συνοδεία όλων των εμπλεκομένων μεταφέρουν για την ταφή του στο κοιμητήριο του χωριού, σκεπάζοντάς τον με φύλλα δάφνης.

Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

1. Μ. Σταματέλος, Φ. Βαμβα Σταματελάτου, Ελληνική Γεωγραφική Εγκυκλοπαίδεια, εκδ. Τεγόπουλος – Μανιατέας, Αθήνα, σελ 351.

2. Β. Μπέης,(1976), Η Επαρχία Φαρκαδόνος και το Ζάρκον, Θεσσαλονίκη, σελ 60 – 63.

3 Β. Μπέης, (1976), ό.π, σελ 90.

4 Φ.Κ.Ο.Λ. Πούκεβιλ, (1995), Ταξίδι στην Ελλάδα ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ – ΘΕΣΣΑΛΙΑ, εκδ Αφων Τολίδη, Αθήνα, σελ 253.

5 Χ. Βραχνιάρη, (1995), Πρώϊμες εξεγέρσεις των αγροτών στο θεσσαλικό χώρο (1881 – 1883). Ο ρόλος και η συμβολή του Νικολάου Ταρμπάζη, εκδ Γνώση, Λάρισα, σελ 24 – 28.

6 Β. Μπέης, (1976), ό.π, σελ 198.

7 Χ. Βραχνιάρη, (1995), ό.π, σελ 71 – 78.

8 Χ. Βραχνιάρη, (1995), ό.π, σελ 25.

9 Η. Holland, (1989), Ταξίδι στη Μακεδονία και Θεσσαλία (1812 – 1813), εκδ Αφών Τολίδη, Αθήνα, σελ 100.

10 Φ.Κ.Ο.Λ. Πούκεβιλ, (1995), ό.π, σελ 253 – 254.

11 Ν. Μάγνητος, (MCMLXXXV), Περιήγησις ή Τοπογραφία Της Θεσσαλίας και Θετταλικής Μαγνησίας, εδκ Νότη Καραβία, Αθήνα, σελ 33 – 34.

12 Υπουργείο Εσωτερικών, Πίνακες των Επαρχιών Ηπείρου και Θεσσαλίας κατά την Απογραφήν του 1881, εκδ Νότη Καραβία, Αθήνα, σελ 27.

Εξωτερικοί Σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]