Εφαλτήριο

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Εφάλτης επί "Ιππικού εφαλτηρίου"

Το εφαλτήριο είναι όργανο γυμναστικής, κινητό ή ακίνητο, ένα από τα σπουδαιότερα της άλλοτε σουηδικής γυμναστικής, η της σύγχρονης ενόργανης γυμναστικής.

Γενικά[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το όργανο αυτό αποτελείται κυρίως από τμήμα ξύλινου κυλίνδρου που περιβάλλεται από λεπτό στρώμα μαλακού υλικού καλυπτόμενο εξωτερικά από δέρμα ή κηρωτό ύφασμα και το οποίο στο σύνολό του στηρίζεται σε τέσσερα πόδια. Υφίστανται δύο είδη εφαλτηρίων:

  1. Το απλό (απλούν εφαλτήριον) στο οποίο ασκούνται συνηθέστερα οι μαθητές σχολείων καθώς και
  2. Το λεγόμενο "ιππικό εφαλτήριο" (ιππικόν εφαλτήριον) το οποίο είναι μεγαλύτερο του προηγουμένου και στο οποίο ασκούνται αθλητές "μετά ή άνευ φοράς" και χωρίς βατήρα. Το όργανο αυτό έχει συμπεριληφθεί στους σύγχρονους ολυμπιακούς αγώνες εξ αρχής.

Στην άθληση με εφαλτήριο ασκούνται οι αθλητές ή αθλήτριες, χωριστά, συνηθέστερα κατά ομάδες. Τα εφαλτήρια ανδρών ή γυναικών έχουν ελάχιστη διαφορά ως προς το μήκος τους. Τα δε αθλήματα με το όργανο αυτό, χαρακτηριζόμενα ως ακροβατικής καλλιτεχνικής γυμναστικής, διακρίνονται σε πέντε βασικά είδη, ανάλογα της επιχειρούμενης στη συνέχεια εκτίναξης και της στροφής του αθλητού στον αέρα, καθώς και της ορθής - σωστής προσγείωσης αυτού. Η επιχειρούμενη αναπήδηση (πήδημα) πάνω στο εφαλτήριο ονομάζεται έφαλση (καθαρεύουσα: έφαλσις). Οι δε αθλούμενοι με το όργανο αυτό καλούνται εφάλτες - εφάλτριες.

Παρατηρήσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Γενικά η άθληση με εφαλτήριο χρήζει ιδιαίτερης προσοχής και πολύ μεγάλης εξάσκησης λόγω των επικινδύνων τραυματισμών που εγκυμονούνται όπως και έχουν παρατηρηθεί τέτοιοι σε διεθνείς αθλητικές συναντήσεις.
  • Από το έτος 2000 χρησιμοποιείται νέος τύπος εφαλτηρίου που διαφέρει σε σχήμα παρέχοντας μεγαλύτερη επιφάνεια στήριξης των αθλουμένων.

Ετυμολογία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο όρος προέρχεται ετυμολογικά από το ρήμα εφάλλομαι που σημαίνει υπερπηδώ, πηδώ πάνω από. Η λέξη μαρτυρείται από το 1855, από τον Γεώργιο Παγώνα.

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • "Νεώτερον Εγκυκλοπαιδικόν Λεξικόν Ηλίου" τομ.8ος, σελ.576.
  • "Εγκυκλοπαίδεια Πάπυρος Larousse Britannica" τομ.25ος, σελ.250.

Εξωτερικές συνδέσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Commons logo
Τα Wikimedia Commons έχουν πολυμέσα σχετικά με το θέμα