Ετόρε Σότσας

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Olivetti M 10,ένας από τους πρώτους φορητούς υπολογιστές
Olivetti Echos 44, ο πρώτος φορητός υπολογιστής με έγχρωμη οθόνη

Ο Ετόρε Σότσας (Ettore Sottsass, 14 Σεπτεμβρίου 1917 στο Ίνσμπρουκ - 31 Δεκεμβρίου 2007) ήταν ένας από τους σημαντικότερους Ιταλούς βιομηχανικούς σχεδιαστές του 20ού αιώνα. Αρχικά ένας αρχιτέκτονας ο Σότσας έγινε σχεδιαστικός σύμβουλος για την Olivetti, αργότερα ίδρυσε την Ομάδα Μέμφις.

Βιογραφία και ιδεολογία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ιταλός, γεννημένος το 1917 στο Ίνσμπρουκ της Αυστρίας. Κατά τη διάρκεια της εφηβείας του συνδέθηκε φιλικά με τον Luigi Spazzapan, μεγαλύτερο κατά 30 χρόνια, ο οποίος ήταν ένα είδος δασκάλου γι' αυτόν. Με τον Spazzapan o Σόττσας μαθαίνει ζωγραφική, ανακαλύπτει και εξασκεί μια τέχνη εξπρεσιονιστική.

Παίρνει τη βασική του εκπαίδευση στο Τορίνο, από την πολυτεχνική σχολή του οποίου αποφοιτά ως αρχιτέκτονας το 1939, στις αρχές του πολέμου δηλαδή, και το δράμα που θα βρει στη συνέχεια την Ευρώπη θα έχει συνέπειες και στη ζωή αλλά και στη δουλειά του. Το 1947 ιδρύει το δικό του γραφείο στο Μιλάνο, όπου και διαμένει τα τελευταία χρόνια, και συνεργάζεται με άλλους σχεδιαστές στην παραγωγή επίπλων, μικροαντικειμένων, και στον σχεδιασμό εσωτερικών χώρων. Δημιουργεί επίσης αγάλματα τα οποία παρουσιάζονται σε σημαντικές εκθέσεις όπως είναι η Arte astratta e concreta στο Μιλάνο το 1947. Παράλληλα ζωγραφίζει, και δεν θα εγκαταλείψει τη ζωγραφική παρά μόνο το 1965.

Τα έτη 1956 και 1960 ταξιδεύει στη Νέα Υόρκη και έρχεται σε επαφή με τον Τζορτζ Νέλσον. Το 1957 εργάζεται για την εταιρεία σύγχρονων επίπλων Poltronova. Το 1958 μεταπηδά στην Olivetti ως σύμβουλος σχεδιασμού στο τμήμα ηλεκτρονικής, κερδίζοντας το βραβείο Compasso d’Oro για τη σχεδίαση ενός main frame υπολογιστή, του Elea 9003 (1959). Άλλα σημαντικά έργα του κατά τη διάρκεια της συνεργασίας του με την Olivetti είναι το Praxis (1963), το Tekne (1964), η γραφομηχανή Valentine και η καρέκλα Mickey Mouse,έργα που επαλήθευαν τη φήμη του ως εξαιρετικά ικανού με προοπτικές σχεδιαστή και όχι αυτήν ενός εναλλακτικού με επαναστατικές και αφηρημένες ιδέες, όπως είχε χαρακτηριστεί από τους συγχρόνους του.

Το 1961 ταξιδεύει στην Ινδία όπου έρχεται σε επαφή με τη φιλοσοφία του ταντρισμού. Τη δεκαετία του ’60 κερδίζει τις εντυπώσεις σχεδιάζοντας μοντέρνες συσκευές και έπιπλα γραφείου, κατακτώντας το βραβείο Compasso d’Oro για δεύτερη φορά. Το 1968 βραβεύεται από τη Royal College of Art του Λονδίνου. Κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του ’70 εκθέτει έργα και ιδέες του ως ένας από τους εκφραστές του ριζοσπαστικού μετα-μοντερνιστικού κινήματος. To 1976 συμμετέχει στο Studio Alchimia.

Στο Studio Alchimia του δίνεται η δυνατότητα να επανέλθει στο χώρο του design, κάνοντας μάλιστα χρήση αυτού ως μέσου άσκησης κριτικής επί της πολιτικής, μια προσέγγιση την οποία βελτιστοποίησε με την πάροδο του χρόνου, καταλήγοντας στο σημείο ζενίθ, αυτό της δημιουργίας του Memphis Group το 1981. Από το 1980 λειτουργεί η εταιρεία του, Sottsass Associati, η οποία ειδικεύεται στο βιομηχανικό σχεδιασμό.

Ο Σόττσας είχε αναπτύξει προσωπική σχεδιαστική γλώσσα ήδη από τις αρχές της δεκαετίας ’60. Προσέγγιζε την έννοια του σχεδιασμού από καινούργιες και διαφορετικές πλευρές θεώρησης. Εξερεύνησε το χώρο του σχεδιασμού ως πλαίσιο επικοινωνίας και αισθητικής ή ακόμη και αισθησιασμού - σημασία γι’ αυτόν είχε να εμπλέκονται οι αισθήσεις. Επίσης υποστηρίζει ότι το design ορίζει την κοινωνική συμπεριφορά, υπαγορεύει τον τρόπο ζωής και ενισχύει την ιδεολογία. Ο Σόττσας αντιστρέφει;;; αυτές τις αρχές σε προσωπικό επίπεδο μέσα από το καλλιτεχνικής φύσεως έργο του, όπως σειρές κεραμικών αντικειμένων (1967), Ceramics of Darkness (1963), Ceramics to Shiva (1964), κεραμικών αγαλματιδίων όπως Tantra (1969), Yantra (1970), αλλά και πρότυπων επίπλων για την Poltronova, Ultrafragola (1970). Στα προϊόντα του προέχει το νόημα έναντι της λειτουργικότητας, ενώ ο ίδιος επικεντρώνεται στον αντίκτυπο που θα έχει στο κοινό το εκάστοτε προϊόν παρά στη φύση της σχεδιαστικής διαδικασίας. Τον ενδιαφέρει η αλληλεπίδραση μεταξύ του προϊόντος και του χρήστη, χωρίς να τον απασχολεί ιδιαίτερα η τεχνοτροπία ή η καλαισθησία. Ακόμη και το έργο του στην Olivetti, με ιδιαίτερη αναφορά στα Valentine (1969) και Mickey Mouse (1969), αν και αυστηρά περιορισμένο στο πλαίσιο του βιομηχανικού σχεδιασμού, ήταν επηρεασμένο από μια έντονη επιθυμία για αναζήτηση καινών σημείων που θα αποτελούσαν την αφετηρία ενός διαφορετικού τρόπου σκέψης ως προς τη διαδικασία του σχεδιασμού. Συγκεκριμένα, στην καρέκλα γραφείου Mickey Mouse είχε δοθεί μία χιουμοριστική νότα, στην προσπάθεια να ξεφύγει από την κλασική εικόνα όπου η γραμματέας θα κάθεται πάνω σε ένα μηχανισμό, όπως χαρακτηριστικά ο ίδιος είχε δηλώσει.

Ο Σόττσας δεν αναζητεί αυτή την ανωτερότητα σε θεωρητικές μελέτες και βαθυστόχαστες συγγραφές, αλλά στα μικρά καθημερινά κομματάκια που συμπληρώνουν το puzzle της ζωής, στη φαινομενικά απλή εντύπωση που θα αφήσει ένα ερέθισμα. Δηλαδή, στην αίσθηση που θα προκαλέσει κατά την ώρα του φαγητού ένα εργονομικά σχεδιασμένο κουτάλι Nuovo Milano (1990) ή μια έξαλλα χρωματισμένη γραφομηχανή που θα παροτρύνει το χρήστη να πληκτρολογήσει Valentine (1969) ή μια καρέκλα που θα σε προδιαθέτει θετικά κάθε φορά που θα σκέφτεσαι να τη χρησιμοποιήσεις. Λογική και συναίσθημα λοιπόν, χωρίς όμως να θέλουμε να υποβαθμίσουμε το ρόλο του ενός ή αντίστοιχα να αναγάγουμε σε απόλυτο το άλλο, αποτελούν μόνο δύο από τις τόσες πολύπλευρες απόψεις περί έρευνας, σκέψης, έκφρασης, φιλοσοφίας, νοοτροπίας, με άλλα λόγια της ζωής.

Η Ομάδα Μέμφις (1981-1988)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η ομάδα του κινήματος Memphis αποτελούνταν από αρχιτέκτονες και σχεδιαστών επίπλου, υαλικών, πορσελάνης και βιομηχανικών προϊόντων. Σχεδίαζαν προϊόντα με έναν τελείως νέο τρόπο και με συνδυασμούς υλικών, που στη δεκαετία του ΄80 θα προκαλέσουν μια αλλαγή στον τομέα του σχεδιασμού και όχι μόνο. Το Memphis προκάλεσε αντιδράσεις στους θεωρητικούς της τέχνης και του σχεδιασμού. Κάτω από την επιρροή αυτής της ομάδας ξεκόλλησε ο σχεδιασμός του ΄80 από τις απαράβατες αρχές του λειτουργισμού, της εργονομίας, της τάχα κοινωνικής ευθύνης και της ιδέας της διαχρονικότητας. Οι σωστές θεωρίες και ιδέες του Μπάουχαους, 30 χρόνια μετά, μύριζαν πλέον κατάντια και αποσύνθεση επειδή δεν είχαν εξελιχτεί παραπέρα μαζί με τις κοινωνικές αλλαγές.

Δεν είναι τυχαίο λοιπόν ότι τώρα εμφανίζεται μια κραυγαλέα πολυχρωμία που εξέπληττε τον κόσμο με μια αντιπαράθεση περίεργων υλικών και ερεθιστικών επιφανειών. Η πειραματική διάθεση των σχεδιαστών εκφραζόταν άμεσα. Το Memphis Group αποτέλεσε την έξαρση των συναισθημάτων, το κίνημα του παραλόγου, του αφηρημένου και της τρέλας. Διακρινόταν από πειραματισμό πάνω στην αισθητική και την έκφραση, με κυρίαρχη τη φαντασία και την γενική άρνηση.

Η διάλυση. Η ομάδα υπήρχε μέχρι το 1988. Ένας λόγος της διάλυσης ήταν ο οικονομικός παράγοντας, καθώς δεν είχε προβλεφθεί με ακρίβεια η μαζική παραγωγή, με αποτέλεσμα να μην υπάρξει εμπορική επιτυχία. Ο άλλος λόγος ήταν ότι οι σχεδιαστές άρχισαν να ακολουθούν τους προσωπικούς τους δρόμους και έλειπε η συνεργασία στο έργο τους. Ο σημαντικότερος όμως λόγος ήταν ότι το 1985 αποχώρησε ο επικεφαλής της ομάδας, ακολουθώντας το δικό του δρόμο διότι ο στόχος του κινήματος είχε περατωθεί με επιτυχία: παντού ερασιτέχνες και επαγγελματίες χειροτεχνούσαν και μαστόρευαν σε καρέκλες, φωτιστικά, κρεβάτια καναπέδες κτλ αλά Memphis. Ο κόσμος χαιρόταν τη δημιουργικότητα. Τελικά, ξέρουμε ότι η φαντασία, ο συνειρμός και οι οπτικές μεταφορές, πάντα σαν στόχοι ήταν πιο υψηλοί από τη λειτουργικότητα. Το 1987 τα έργα του Memphis ήταν στην Documenta VIII, στο Κάσσελ της Γερμανίας, τη σημαντικότερη διάκριση για το κίνημα αυτό αφού η πολιτιστική αξία του συμβάδιζε πλέον σε επίπεδο ισάξιο της πιο πρωτοπόρας τέχνης.

Σημαντικότερα έργα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ceramic Box[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μελετά τα κεραμικά υλικά και στις αρχές της δεκαετίας του ’50 παρουσιάζει αρκετές σειρές σκευών κεραμικής που κυκλοφορούν σε πολύ περιορισμένα αντίτυπα, ένα εκ των οποίων και το ceramic box. Έντονα χρώματα, ή μάλλον έντονο κίτρινο, είναι η πρώτη εντύπωση που δημιουργεί η θέαση αυτού του βάζου. Το καπάκι του αντικειμένου αποτελεί σημαντικό μέρος του όλου εξαιτίας του όγκου του, σε συνδυασμό όμως με το έντονο και φωτεινό κίτρινο χρωματικό στοιχείο που αποσπά την προσοχή του παρατηρητή το παρουσιάζει ανάλαφρο. Το κίτρινο χρώμα αφήνει επίσης έναν νεανικό αέρα να αποπνεύσει. Αντιθέτως, το μαύρο στη βάση ενισχύει την αίσθηση της βαρύτητας, εύκολα όμως το αντικείμενο διχάζει για την ευστάθειά του, καθώς το μαύρο σε συνδυασμό με τη στενότερη της περιφέρειας περίμετρο βάσης δημιουργεί μια νοερή εικόνα ημισφαιρίου, που συνειρμικά θα παραπέμψει σε ταλάντευση αυτού. Στο σύνολο της η επιλογή των χρωμάτων είναι άψογη, διότι λειτουργεί και μόνη της χωρίς την άμεση συσχέτιση του σχήματος με το καθ’ αυτού αντικείμενο. Οι χρωματισμοί, επιλεκτικά τρεις, αποτυπώνουν κατά θαυμάσιο τρόπο μια λιτή διαβάθμιση από το λευκό στο μαύρο και συνιστούν μία ενιαία μονάδα, αυτή της βάσης, η οποία στηρίζει μία άλλη ανεξάρτητη μονάδα, όπως φαντάζει το κίτρινο αποσπώμενο μέρος.

Το υλικό που χρησιμοποιείται και οι τεχνικές ελαχιστοποιούν το κόστος παραγωγής του, ωστόσο η επιλογή του E.Sottsass να κυκλοφορήσουν μόλις 20 ενυπόγραφα αντίτυπα το καθιστούν συλλεκτικό με χαρακτήρα έργου τέχνης.

Valentine[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Γραφομηχανή Valentine, σχεδιασμένη το 1969

Η φορητή γραφομηχανή “Valentine” κυκλοφόρησε από την Olivetti το 1969. Ξεχωρίζει μεταξύ των μοντέλων της σειράς της διότι φέρει μία εύθυμη νότα στο σχεδιασμό και διαθέτει προσωπικό ύφος (στυλ). Το ύφος ορίζεται από τον έντονο χρωματισμό της, αλλά και από την ονοματοθεσία της. Δεν πήρε τυχαία το όνομα του προστάτη-Αγίου των ερωτευμένων, ούτε βάφτηκε τυχαία με το χρώμα που συμβολίζει πάθος, έρωτα, ρομαντισμό και αγάπη. Απώτερος σκοπός της είναι να δημιουργεί ένα ευχάριστο και πρόσχαρο κλίμα στον εργασιακό χώρο ακολουθώντας το ρητό «εργασία και χαρά». Βασικοί, αν όχι αποκλειστικοί, χρήστες των γραφομηχανών ήταν, και είναι, τα άτομα με καθήκοντα γραμματέα που ως επί το πλείστον τουλάχιστον είναι γυναίκες. Αυτό είναι και το κοινό στο οποίο θέλει να απευθυνθεί ο E.Sottsass σχεδιάζοντας μία γραφομηχανή προσαρμοσμένη στις ανάγκες και τα μέτρα του.

Η συγκεκριμένη γραφομηχανή του E.Sottsass αποτελεί επανάσταση. Αποτελεί κάτι πολύ περισσότερο από ένα αντικείμενο, είναι μία μηχανή και φέρει σύνθετες μορφές τεχνολογίας, άρα η διεπαφή με το χρήστη πρέπει να λειτουργεί άψογα. Παρ’ όλα αυτά, ο Σόττσας εντοπίζει πτυχές στη σχεδίαση που του αφήνουν περιθώρια να εναρμονίσει το συναίσθημα στη συνολική εικόνα του προϊόντος, τείνοντας και στην κάλυψη άλλου είδους αναγκών, αυτών της αισθητικής απόλαυσης.

Carlton[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το Carlton παρουσιάστηκε σε εκθέσεις το 1981 και αποτελεί αντιπροσωπευτικό δείγμα της ομάδας του Memphis. Ως επικεφαλής μέλος της ομάδας, ο Σόττσας, αντιτίθεται στην έως τότε επικρατούσα ιδέα ότι τα προϊόντα πρέπει να ακολουθούν συμβατικές μορφές, χρώματα και σχήματα. Η τάση αυτή εντοπίζεται στα ζωηρά και φωτεινά χρώματα που χρησιμοποιούνται και μάλιστα καλύπτουν ολόκληρο το φάσμα -μπλε, κόκκινο, κίτρινο και πράσινο- καθώς επίσης στον τολμηρό για την εποχή της σχεδιασμό μέσα από τη χρήση έντονων ακμών, τη διατήρηση της συμμετρίας αλλά άμβλυνση των ευθειών. Ο Σόττσας θέλησε να εισάγει το χρώμα στη ζωή του ανθρώπου, κάτι που εκλείπει μετά τη φάση των παιδικών και εφηβικών του χρόνων, με αποτέλεσμα, ως ενήλικος, τα έπιπλα που επιλέγει να είναι συνήθως χρώματος άσπρου, μαύρου ή καφέ. Τα επιμέρους γεωμετρικά σχήματα που συνιστούν το συνολικό της βιβλιοθήκης αποπνέουν αίσθηση δυναμισμού και έντασης, ενώ υποδηλώνουν κίνηση, χαρακτηριστικά που παρατηρούνται και σε έργα του κινήματος του Φουτουρισμού. Η επιλογή των χρωμάτων, καθώς και η συνολική γεωμετρία του έργου είναι συνυφασμένα με τα αισθητικά στοιχεία της φιλοσοφίας του tantra και της αντίστοιχης τέχνης (tantric art), από την οποία ο Σόττσας δείχνει να επηρεάστηκε έπειτα από το ταξίδι του στην Ινδία το 1961. Το γεγονός όμως επιρροής του από πολιτισμικά δεδομένα προερχόμενα από περιοχές της Άπω Ανατολής παραπέμπουν σε παραδείγματα της τέχνης Deco, την οποία αναβίωσαν καλλιτέχνες κατά τη δεκαετία του ’50, λίγα μόλις χρόνια πριν το ταξίδι του Σόττσας στην Ινδία. Δεν είναι λοιπόν τυχαίο το γεγονός ότι αναζητεί στοιχεία σε “εξωτικές” πηγές πέραν των ευρωπαϊκών και μάλιστα τη συγκεκριμένη περίοδο.

Παράλληλα όμως, οι ιδιότητες αυτές σε συνάρτηση με τον τρόπο σύνθεσής τους, προσδίδουν το χαρακτηρισμό του άσχημου, του καταστρεπτικού και του “δήθεν” ανώτερου σχεδιαστικά, στοιχεία που συνιστούν τον προσεγγιστικό ορισμό του Kitsch, όπως αναφέρεται στη σπουδή της έννοιας αυτής στο βιβλίο του Gillo Dorfles. Η κρίση αυτή ωστόσο είναι επιθυμητή από το σχεδιαστή, δηλαδή συνειδητοποιημένα δημιουργεί κάτι που είναι kitsch, γεγονός αρκετά ενδιαφέρον και που αποτέλεσε τη γενικότερη σχεδιαστική τάση του Memphis.

Ένα τέτοιου είδους προϊόν –αν μπορεί να χαρακτηριστεί ως προϊόν και μάλιστα μαζικής παραγωγής- δε θα είχε τη δέουσα προσοχή, αν όχι αποδοχή, από το ευρύτερο κοινό καθώς ξεφεύγει από τα συνηθισμένα. Η αναδεικνυόμενη από το έργο τόλμη του σχεδιαστή όμως, και όχι απαραίτητα το κάθ’ αυτού αντικείμενο ως βιομηχανικό προϊόν, είναι το σημείο που κεντρίζει το ενδιαφέρον. Δεν μας ενδιαφέρει το αν θα στοιβαχτεί βολικά το βιβλίο στο ράφι, που δεν πρόκειται με τίποτα(!), όσο η συνολική εικόνα της βιβλιοθήκης μέσα στο χώρο, οικιακό και ιδεολογικό.

Cloud Chair[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η καρέκλα γραφείου Cloud σχεδιάστηκε για την ιταλική εταιρία επίπλων ICF. Δέκα χρόνια μετά τη διάλυση του Memphis group, ανιχνεύεται στο έργο του Σόττσας μια ολοκληρωτικά διαφοροποιημένη εικόνα. Χωρίς να επιδέχεται όποιες ή εμφανείς τουλάχιστον επιρροές κατά το σχεδιασμό τής συγκεκριμένης καρέκλας γραφείου, δημιουργεί κάτι το διακριτικό, κομψό, συμβατικό αλλά όχι και απρόσωπο.

Πλάτη και κάθισμα αποτελούνται από μαλακό, λεπτό και διαφανές υλικό ώστε να προσαρμόζονται στη μορφολογία του σώματος του εκάστοτε χρήστη. Η λειτουργικής φύσεως παρέμβαση της σκληρής επιφάνειας στο επίπεδο της μέσης του ανθρώπινου σώματος είναι ρυθμιζόμενη καθ’ ύψος, κάτι πολύ έξυπνο, ώστε να εμποδίζει την επιφάνεια να ξεφύγει από το κατακόρυφο επίπεδο της πλάτης της καρέκλας, αλλά κυρίως να διατηρεί τη φυσική του στάση το ανθρώπινο σώμα χωρίς να καταπονείται η ανάλογη περιοχή της σπονδυλικής στήλης. Στο σύνολό της, η καρέκλα, συγκροτείται από συναρμολογούμενα τμήματα –βάση καθίσματος με πόδια, κάθισμα με μπράτσα και πλάτη- των οποίων το μέγεθος συμβάλλει στην ελαχιστοποίηση του όγκου της κατά τη διαδικασία μεταφοράς. Ακολουθώντας τη φιλοσοφία της εποχής της, με έμφαση στην προβολή των υλικών κατασκευής, αποτελεί μια προσεγμένη δουλειά με ουδετερότητα ως προς την επιλογή των χρωμάτων. Χρώματα όχι έντονα, μα ούτε και συντηρητικά, διότι εκμεταλλεύονται τις δυνατότητες της τεχνολογίας στην κατεργασία των υλικών και δημιουργούν χροιά στην αφή που συμμετέχει στη συνολική εικόνα. Για παράδειγμα, το γκρίζο χρώμα της βάσης δεν είναι αποπνικτικό, κοινώς μουντό, αλλά τονίζει την προέλευση του υλικού.

Η απελευθερωμένη ως προς την καμπυλότητα των ακμών σχεδιαστική γραμμή συμβαδίζει με τα τεκταινόμενα της εποχής, τόσο στο πολιτισμικό πλαίσιο, όσο και σε επίπεδο τεχνολογικών εξελίξεων. Η χρήση των καμπυλών, χαρακτηριστικό της δεκαετίας του ’90, απορρέει από την επανάσταση που σημειώνεται στα υπολογιστικά συστήματα τρισδιάστατων γραφικών. Ωστόσο, παρατηρεί κανείς αυστηρή χρήση αυτών των καμπυλών, οι οποίες προσδίδουν κομψότητα στο προϊόν. Το προσωπικό της ύφος καθορίζεται από το μοντέρνο σχεδιασμό και τα στιλιστικά, αλλά παράλληλα εργονομικά στοιχεία που τη δομούν σχεδιαστικά. Αν και απευθύνεται κυρίως σε σταθμούς εργασίας, συνεδριάσεων και γραφείου, δύναται να ταιριάξει και σε άλλους χώρους, όπως για παράδειγμα ένα νεανικό δωμάτιο, ακριβώς επειδή διαθέτει δυναμισμό στην προσωπική της γραμμή.

Αναφορές σε πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • “Design of the 20th century” by Charlotte and Peter Fiell
  • “The Dictionary of 20th century Design” by John Pile
  • “The Thames and Hudson Dictionary of 20th century Design and Designers” by Guy Julier
  • “Twentieth-Century Design” by Jonathan M.Woodham
  • “Furniture – A concise History” by Edward Lucie-Smith
  • “Objects of Desire – Design and Society since 1750” by Adrian Forty
  • “A century of Design: Design Pioneers of the 20th century” by Penny Sparke
  • “Design history and the history of Design” by John A.Walker
  • “Industrial Design” by John Heskett
  • Etorre Sottsass- Centre George Pompidou
  • Poltronova @
  • Sottsass Associati @
  • Olivetti @
  • Kaldewei @
  • Alessi @
  • ICF s.p.a. @