Ερωτικός σαδομαζοχισμός

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο όρος "σαδισμός" χρησιμοποιήθηκε αρχικά στη Γαλλική ιατρική βιβλιογραφία των αρχών του 19ου αιώνα σε συνδυασμό με τα γραπτά του Μαρκήσιου ντε Σαντ, τα οποία περιείχαν σκηνές βίας με σκοπό τον ερωτισμό. Τα γραπτά του Krafft-Ebing (1886/1965) επίσης (Psychopathia Sexualis) αποτελούν αποτελούν κλασσική πηγή ανεύρεσης υλικού για τον σεξουαλικό σαδισμό. Περιγράφει ότι η αίσθηση σεξουαλικής ευχαρίστησης παράγεται με πράξεις κακοποίησης ή τιμωρίας του ερωτικού αντικειμένου από ζώα ή ανθρώπους και συνίσταται από μία αρχική επιθυμία να πονέσει, να πληγώσει ή ακόμα και να καταστρέψει το σεξουαλικό αντικείμενο, ώστε να επιτευχθεί η σεξουαλική ευχαρίστηση. Άλλοι συγγραφείς δίνουν έμφαση στην έννοια του πόνου ως κύριο στοιχείο του σαδισμού.

Ο Schrenck-Notzing (1895/1956), πρότεινε τον όρο "αλγολαγνεία" "algolagnia", και διαχώρισε στον ενεργό (σαδισμό) και στον παθητικό (μαζοχισμό) τύπο, υποστηρίζοντας ότι πρόκειται για δύο πόλους της ίδιας διαταραχής. O Eulenberg (1911), επέκτεινε τον ορισμό περιλαμβάνοντας τόσο τον σωματικό όσο και τον ψυχικό πόνο. Ο Karpman (1954), έδωσε έμφαση στην επιθυμία για δύναμη, η οποία προκαλεί το φόβο, το θυμό και την κακοποίηση του θύματος. Έτσι, ο πόνος είναι σημαντικός περισσότερο επειδή συμβολίζει τη δύναμη και τον έλεγχο.

Οι όροι σαδισμός και μαζοχισμός χρησιμοποιήθηκαν αρχικά για να περιγράψουν συστηματικά αυτές τις συμπεριφορές από τον Γερμανό ψυχαναλυτή Richard Freiherr von Krafft-Ebing στο βιβλίο του Psychopathia Sexualis (1886) μια διάσημη μελέτη των σεξουαλικών διαστροφών. Ο Σύγκμουντ Φρόυντ, πιο σύγχρονος του Krafft-Ebing, σημείωσε ότι και τα δυο χαρακτηριστικά συχνά βρέθηκαν να υπάρχουν στο ίδιο άτομο και τα συνδύασε σε μια ενιαία διχοτομική οντότητα, γνωστή ως σαδομαζοχισμό (σε συντόμευση μπορεί να το δείτε ως S&M ή S/M) Αυτή η παρατήρηση κοινά επαληθεύεται στη λογοτεχνία και στην πρακτική. Πολλοί σαδιστές και μαζοχιστές αναπροσδιορίζονται στο BDSM ως "Switch" (διακόπτες), και είναι ικανοί να παίρνουν ευχαρίστηση από τον κάθε ρόλο.

Τόσο ο Krafft-Ebing όσο και ο Φρόυντ, υπέθεσαν ότι ο σαδισμός στους άντρες είναι αποτέλεσμα της διαστρέβλωσης του επιθετικού συστατικού του αρσενικού σεξουαλικού ενστίκτου. Ο μαζοχισμός στους άντρες, από την άλλη, παρατηρήθηκε ως σημαντικότερη παρέκκλιση σε αντίθεση με την αντρική σεξουαλικότητα. Ο Φρόυντ, αμφέβαλε για το αν ο μαζοχισμός στους άντρες ήταν πάντα μια αρχική τάση και υπέθεσε ότι μπορεί να υπάρξει μόνο ως μετασχηματισμός του σαδισμού. Για τον σαδομαζοχισμό στις γυναίκες έγινε συγκριτικά πολύ λιγότερη συζήτηση, αφού θεωρήθηκε ότι εμφανίζεται πρώτιστα στους άντρες. Και οι δυο μελετητές έβγαλαν το συμπέρασμα ότι ο μαζοχισμός ήταν τόσο έμφυτος στη γυναικεία σεξουαλικότητα που θα ήταν δύσκολο να διακριθεί ως χωριστή κλίση.

Ετυμολογία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Havelock Ellis, στο Studies in the Psychology of Sex, υποστήριξε ότι δεν υπάρχει καμία σαφής διάκριση μεταξύ των πτυχών του "Σαδισμού" και του "Μαζοχισμού" και ότι μπορούν να θεωρηθούν ως συμπληρωματικές συναισθηματικές καταστάσεις. Έκανε επίσης μια σημαντική διαπίστωση ως προς το ότι ο σαδομαζοχισμός ενδιαφέρεται μόνο για τον πόνο σε συνάρτηση με τη σεξουαλική ευχαρίστηση και όχι σε συνάρτηση με την σκληρότητα, όπως είχε εισηγηθεί ο Φρόυντ. Με άλλα λόγια, ο σαδομαζοχιστής γενικά επιθυμεί ο πόνος να επιβάλλεται ή να προσφέρεται μέσα από την αγάπη (και όχι μέσα από την κακοποίηση) για την ευχαρίστηση το ενός ή και των δυο συμμετεχόντων. Αυτή η αμοιβαία ευχαρίστηση μπορεί να είναι ουσιαστική για την ικανοποίηση των εμπλεκομένων.

Εδω ο Ellis αγγίζει τη συχνά παράδοξη φύση συναινετικού S/M. Δεν είναι μόνο ο πόνος που δημιουργεί την ευχαρίστηση αλλά και η βία – ή προσομοίωση της βίας – για να εκφράσει την αγάπη. Αυτός ο αντιφατικός χαρακτήρας είναι ίσως ο εμφανέστερος στην παρατήρηση από μερικούς, όχι μόνο οι σαδομαζοχιστικές δραστηριότητες γίνονται συνήθως προς όφελος του μαζοχιστή, αλλά είναι συχνά ο μαζοχιστής που τις ελέγχει, μέσω λεπτών συναισθηματικών προτροπών που παραλαμβάνονται από τον σαδιστή.

Πολλοί θεωρητικοί έχουν προτείνει ότι ο σαδομαζοχισμός είναι ένα έμφυτο κομμάτι του πολιτισμού μας. Το σεξ και οι σχέσεις διαμορφώνονται μέσα σε ένα απαράλλακτο πλαίσιο αρσενικής κυριαρχίας και θηλυκής υποταγής που μαθαίνουμε. Οι ανισότητες λόγω φύλου, κοινωνικής τάξης και φυλής παραμένουν ένα ουσιαστικό κομμάτι της κοινωνίας και θεωρούνται από κάποιους ότι έχουν ενισχυθεί ενεργά, παρά την πρόοδο που επιτυγχάνεται από το φεμινιστικό κίνημα και τις αστικές ελευθερίες. Η δύναμη αναζητείται, η επιθετικότητα ανταμείβεται συχνά και η βία δοξάζεται στα μέσα επικοινωνίας. Εντούτοις, ο βαθμός στον οποίο οποιεσδήποτε από αυτές τις επιρροές επηρεάζουν πραγματικά την σεξουαλικότητα - είτε άμεσα είτε ασυναίσθητα - είναι άγνωστες.

Ψυχολογία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Υπάρχουν διάφοροι λόγοι που δίνονται συνήθως γιατί ένας σαδομαζοχιστής βρίσκει την πρακτική του S/M ευχάριστη και η απάντηση είναι σε μεγάλο βαθμό βασισμένη στο άτομο. Για μερικούς, που παίρνουν το ρόλο της συμμόρφωσης ή της ανικανότητας προσφέρει μια μορφή θεραπευτικής διαφυγής από τις πιέσεις της ζωής, από το αίσθημα ευθύνης ή από την ενοχή. Για άλλους, το να βρίσκονται κάτω από τον έλεγχο μιας ισχυρής προσωπικότητας, προκαλεί τα συναισθήματα της ασφάλειας και της προστασίας που συνδέονται με την παιδική ηλικία. Επιπλέον μπορούν να αντλήσουν ικανοποίηση κερδίζοντας την έγκριση, αποδοχή του Κυρίαρχου. Ένας σαδιστής, αφ' ετέρου, μπορεί να απολαύσει το συναίσθημα της δύναμης και της εξουσίας που προέρχεται από τη διαδραμάτιση του κυρίαρχου ρόλου, ή λαμβάνει την ευχαρίστηση κατ' εντολή μέσα από τον πόνο του μαζοχιστή. Είναι ανεπαρκώς κατανοητό, εν τούτοις, τι συνδέει τελικά αυτή την συναισθηματική εμπειρία με τη σεξουαλική ικανοποίηση, ή πώς εκείνη η σύνδεση διαμορφώνεται αρχικά.

Πολλοί ψυχολόγοι συμφωνούν ότι η εμπειρία κατά τη διάρκεια της πρόωρης σεξουαλικής ανάπτυξης μπορεί να έχει μια βαθιά επίδραση στο χαρακτήρα της σεξουαλικότητας αργότερα στη ζωή. Οι σαδομαζοχιστικές επιθυμίες, εντούτοις, φαίνονται να διαμορφώνονται σε ποικίλες ηλικίες. Μερικά άτομα αναφέρουν ότι είχαν σαδομαζοχιστικές τάσεις από την προ-εφηβεία, ενώ άλλα τις ανακάλυψαν σε προχωρημένη ηλικία.

Σύμφωνα με μια μελέτη, η πλειοψηφία των αρσενικών σαδομαζοχιστών (53%) ανέπτυξε το ενδιαφέρον τους πριν από την ηλικία των 15, ενώ η πλειοψηφία των θηλυκών (78%) ανέπτυξε το ενδιαφέρον τους αργότερα (Breslow, Evans, and Langley 1985). Όπως τα σεξουαλικά φετίχ, ο σαδομαζοχισμός μπορεί να μαθευτεί μέσω συνήθειας- σε αυτό το πλαίσιο, με την επαναλαμβανόμενη ένωση της σεξουαλικής ευχαρίστησης με ένα αντικείμενο ή ένα ερέθισμα.

Ο Σαδισμός και ο μαζοχισμός στην πραγματική ζωή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο όρος BDSM έχει δημιουργηθεί για να περιγράψει τις αρκετά κοινές δραστηριότητες μεταξύ συναινούντων ενηλίκων που έχουν σαδιστικά και μαζοχιστικά στοιχεία. Πολλές συμπεριφορές όπως τα ξύλισμα (spanking) και τα love-bites τα οποία πολλοί άνθρωποι σκέφτονται μόνο ως "σκληρό" σεξ περιλαμβάνουν επίσης στοιχεία του σαδο-μαζοχισμού.

Σε ορισμένες ακραίες περιπτώσεις, ο σαδισμός και ο μαζοχισμός μπορούν να περικλείουν φαντασιώσεις, σεξουαλικά όργια ή συμπεριφορά που προκαλεί σημαντική θλίψη ή την εξασθένιση σε κοινωνικό, επαγγελματικό, ή άλλους σημαντικούς τομείς της λειτουργίας, στο σημείο να μπορούν να θεωρηθούν μέρος μιας διανοητικής διαταραχής. Εντούτοις, αυτό είναι μια ασυνήθιστη περίπτωση, και οι ψυχίατροι κινούνται τώρα προς την εκτίμηση ότι ο σαδισμός και ο μαζοχισμός δεν θεωρούνται διαταραχές από μόνοι τους, αλλά μόνο όταν συνδέονται με άλλα προβλήματα όπως μια διαταραχή της προσωπικότητας.

Ο Σαδισμός ως κίνητρο για το έγκλημα.[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Δυστυχώς, μια μικρή μειονότητα διαταραγμένων ατόμων διαπράττει εγκλήματα με ένα ισχυρό σαδιστικό στοιχείο. Αυτό θεωρείται γενικά ότι προκαλείται από τις διαταραχές της προσωπικότητας. Πρόσφατα, έχουν υπάρξει θεωρίες ότι πολλές από αυτές τις διαταραχές της προσωπικότητας έχουν προκληθεί από τη ζημία εγκεφάλου.

Ψυχοπαθολογία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Χρησιμοποιώντας τα κριτήρια του DSM-III-R οι Hucker et al (1988), βρήκαν υψηλή διαγνωστική συμφωνία σε δείγμα σαδιστών, αλλά δεν συνέβη το ίδιο στο δείγμα των Knight et al (1994), όπου παρουσιάστηκε δυσκολία διαφοροποίησης μεταξύ σεξουαλικού σαδισμού και άλλων τύπων σεξουαλικής επιθετικότητας.

Διαγνωστικά κριτήρια[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Πρόσφατα επίσημα διαγνωστικά συστήματα προτείνουν ευρύτερη αντίληψη της έννοιας του σαδισμού. Το ICD-10 (WHO, 1992), ορίζει το σαδισμό ως "προτίμηση για σεξουαλική δραστηριότητα που περιλαμβάνει δέσιμο, πόνο ή κακοποίηση". Το DSM-IV (American Psychiatric Association, 1994) απαιτεί τα ακόλουθα κριτήρια:

  • Α. Για περίοδο τουλάχιστον 6 μηνών, το άτομο έχει επίμονες σεξουαλικές φαντασιώσεις, τάσεις ή συμπεριφορές που περιλαμβάνουν πράξεις (πραγματικές ή προσομοιωτικές), στις οποίες ο ψυχικός ή σωματικός πόνος του θύματος το διεγείρει σεξουαλικά.
  • Β. Οι σεξουαλικές φαντασιώσεις, τάσεις ή συμπεριφορές προκαλούν σημαντική κλινική δυσφορία ή διαταραχή στη κοινωνική, εργασιακή ή άλλη σημαντική περιοχή της λειτουργικότητας.

Επιδημιολογία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Δεν υπάρχουν αρκετά στοιχεία για τη επικράτηση του σεξουαλικού σαδισμού. Οι Kinsey et al (1953), βρήκαν ότι το 3-12% των γυναικών και το 10-20% των ανδρών δείχνουν να διεγείρονται σε σαδομαζοχιστικού τύπου διηγήσεις. Οι Crepault & Couture (1980), μελετώντας άνδρες γενικού πληθυσμού βρήκαν ότι το 15% είχαν φαντασιώσεις κακοποίησης γυναίκας και το 10,7% φαντασιώσεις να χτυπούν γυναίκα. Οι Arndt et al (1985), βρήκαν ότι το ένα τρίτο των γυναικών και το ήμισυ των ανδρών είχαν σεξουαλικές φαντασιώσεις να δένουν τον/την σύντροφό τους, χωρίς να είναι ξεκάθαρο αν αυτές οι συμπεριφορές αφορούν προτίμηση ή απλώς είναι μέρος ενός σεξουαλικού ρεπερτορίου δραστηριοτήτων που συμβαίνουν ενίοτε. Επιπλέον, βρέθηκε ότι το 5% των ανδρών και το 2% των γυναικών ανέφεραν ότι έπαιρναν σεξουαλική ικανοποίηση προκαλώντας πόνο (Hunt, 1974). Tο 10-20% του πορνογραφικού υλικού των περιοδικών αποτελείται από σαδιστικά θέματα (Dietz & Evans, 1982), ενώ αποτελεί παράδοξο το γεγονός ότι το μεγαλύτερο μέρος του υλικού αυτού αποτελείται από σκηνές με γυναίκες σε κυριαρχικό ρόλο (Weinberg, 1987).

Συνοδά ευρήματα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Πολλοί κλινικοί θεωρούν το σαδισμό και το μαζοχισμό συμπληρωματικές διαταραχές. Η παρατήρηση ότι τα άτομα με μαζοχιστικές φαντασιώσεις έχουν συγχρόνως και σαδιστικές φαντασιώσεις, ενισχύει την άποψη αυτή (Arndt et al, 1985). Σε δείγμα σαδομαζοχιστών, στη Δυτική Γερμανία, βρέθηκε ότι στο 29% υπήρχε εναλλαγή μεταξύ κυρίαρχου και υποτακτικού ρόλου (Spengler, 1977). Eπίσης, παρατηρήθηκε σχέση μεταξύ ασφυξιοφιλίας και σαδιστικού φόνου (Hucker & Blanchard, 1992). Σημαντικά επίσης είναι τα ευρήματα συνύπαρξης σεξουαλικού σαδισμού και άλλων παραφιλιών. Οι Abel et al (1988), βρήκαν ότι το 18% των σαδιστών ήταν επίσης μαζοχιστές, το 46% είχε διαπράξει βιασμό, το 21% επιδειξιομανία, το 25% ηδονοβλεψία, και το 30% παιδοφιλική δραστηριότητα.

Άλλοι ερευνητές βρήκαν σημαντική συνύπαρξη μεταξύ σαδισμού, μαζοχισμού, φετιχισμού, και μετενδυματικού φετιχισμού, εντοπίζοντας μάλιστα ότι οι βαρύτερες περιπτώσεις σαδιστών σχετίζονται περισσότερο με το φετιχισμό και το μετενδυματικό φετιχισμό (Dietz et al, 1990). Aρκετοί ψυχαναλυτές υποστήριξαν την ύπαρξη σαδιστικής προσωπικότητας (Kernberg, 1970), ενώ το DSM-III-R πρότεινε την ύπαρξη μιας τέτοιας προσωπικότητας. Τα σπουδαιότερα στοιχεία ήταν ένα διεστραμμένο πρότυπο με μειωτική και επιθετική συμπεριφορά που κατευθυνόταν στους άλλους και που άρχιζε από την πρώιμη ενήλικη ζωή. Η σημαντική αλληλοεπικάλυψή της όμως με την ψυχοπαθητική και τη ναρκισσιστική διαταραχή προσωπικότητας ήταν η αιτία της μη κατηγοριοποίησής της στο DSM-IV. Επιπλέον, είναι γνωστό ότι δεν είναι απαραίτητο, τα άτομα που δείχνουν συμπεριφορά κακοποίησης, να διεγείρονται σεξουαλικά από τη συμπεριφορά αυτή (Dietz et al, 1990). Τύποι σαδιστικής συμπεριφοράς Ο Krafft-Ebing (1886/1965) ομαδοποίησε τα περιστατικά με σεξουαλικό σαδισμό στις εξής κατηγορίες.

  1. Lust-murder: Πρόκειται για περιπτώσεις που συνδέεται η σεξουαλική διέγερση με το φόνο, σε μερικές μάλιστα περιπτώσεις με καννιβαλισμό.
  2. Κακοποίηση πτώματος ή νεκροφιλία.
  3. Σωματική βλάβη γυναικών, για παράδειγμα χαράκωμα,μαστίγωμα.
  4. Defilement γυναικών.
  5. Άλλα είδη κακοποίησης γυναικών, κυρίως συμβολικού περιεχομένου, όπως, το κόψιμο των μαλλιών του θύματος.
  6. Σαδιστικές φαντασιώσεις χωρίς πράξη κακοποίησης.
  7. Σαδισμός με άλλα αντικείμενα, για παράδειγμα μαστίγωμα αγοριών.
  8. Σαδιστικές πράξεις με ζώα.

Ο Hirscfeld (1956), ομαδοποίησε σε μείζονες και ελλάσονες κατηγορίες, θεωρώντας ως μείζονες τον lust-murder, το χαράκωμα, και την νεκροφιλία. Στις περιπτώσεις που υπάρχει συμμετοχή με συγκατάθεση σε πράξεις ελλάσονος σεξουαλικής σαδιστικής δραστηριότητας το κυριαρχικό άτομο θέτει το υποτακτικό σε θέση αβοήθητου και κατόπιν το υποβάλλει σε ποικίλες μορφές υποταγής ή τιμωρίας.

Ο πόνος ή η κακοποίηση πραγματοποιείται μέσω ποικίλων πράξεων, όπως μαστίγωμα ή γρονθοκτυπήματα. Η χρησιμοποίηση ρόλων όπως κυρίου-σκλάβου ενισχύει την ένταση της κακοποίησης, ενώ συνήθεις είναι οι πρακτικές ποικίλης ένδυσης του υποτακτικού ατόμου, η αντιμετώπισή του σαν ζώο, η ούρηση ή εγκόπριση επάνω του, και η υποχρέωση να πιει τα ούρα. Το υποτακτικό άτομο μπορεί να υποχρεωθεί να φορέσει πάνες ή να γλείψει τα παπούτσια του κυριαρχικού. Το μαστίγωμα εφαρμόζεται σχεδόν αποκλειστικά στα οπίσθια του υποτακτικού ατόμου. Το δέσιμο με χρησιμοποίηση φίμωτρου ή περίδεση ματιών, που ενισχύουν την αίσθηση αβοήθητου του υποτακτικού ατόμου, είναι επίσης απαραίτητα στοιχεία. Οι μαστοί της γυναίκας υποτακτικής δένονται σφιχτά ή εφαρμόζονται παραμάνες στις θηλές, ανεξαρτήτως φύλου ή στο πέος, όταν πρόκειται για άνδρα σε ρόλο υποτακτικού. Συχνά εφαρμόζονται υποκλυσμοί με σκοπό τον έλεγχο των σωματικών λειτουργιών του υποτακτικού ατόμου, ενώ συχνά υποχρεώνονται να διατηρούν τον υποκλυσμό για μακρύ χρονικό διάστημα. Η σαδομαζοχιστική συμπεριφορά αποτελεί επίσης ειδική μορφή συμπεριφοράς στην κοινωνία των ομοφυλοφίλων. Είναι αρκετά δύσκολη η πρώιμη αναγνώριση της επικίνδυνης μορφής σαδισμού.

Μερικοί βιαστές αρχίζουν τη δραστηριότητά τους με μη εμφανή σεξουαλικά εγκλήματα, όπως ληστεία μετά την οποία βιάζουν το θύμα, αλλά αργότερα εμφανίζουν ξεκάθαρα σεξουαλική σαδιστική συμπεριφορά (Ressler et al, 1983). Σαδιστικός και lust murder Ο lust murder είναι είναι αυτός κατά τον οποίο ο δολοφόνος λαμβάνει σεξουαλική ευχαρίστηση σκοτώνοντας (Arndt, 1991), Ο σεξουαλικός σαδισμός είναι η συνήθης παραφιλία που υποκρύπτεται (Dietz et al, 1990). Τα άτομα αυτά περιγράφονται ως υπερελεγχόμενα, εσωστρεφή, ντροπαλά, και κοινωνικά απομονωμένα. Διαθέτουν πολύ χαμηλή αυτοεκτίμηση και το έγκλημα τους δίνει την αίσθηση ανωτερότητας (Brittain, 1970).

Σε μερικές περιπτώσεις μπορεί να μην υπάρχει πραγματική επαφή με το θύμα, αφού ο φόνος υποκαθιστά τελείως τη σεξουαλική πράξη (Podolsky, 1965). Ενδιαφέρον παρουσιάζουν τα ευρήματα που προκύπτουν από στοιχεία που συλλέχτηκαν από το FBI, και αφορούν ακραίες μορφές σεξουαλικού σαδισμού (Dietz et al, 1990). Βρέθηκε ότι η πλειονότητα ήταν λευκοί, σχεδόν οι μισοί ήταν έγγαμοι, το 43% είχαν ιστορικό ομοφυλόφιλης εμπειρίας, στο 20% συνυπήρχε άλλη διαστροφή, σχεδόν οι μισοί είχαν γονείς με διαταραγμένες σχέσεις ή διαζύγιο, το 23% ανέφερε σωματική και το 20% σεξουαλική κακοποίηση κατά την παιδική ηλικία. Πολλοί από αυτούς είχαν την τάση να οδηγούν με το αυτοκίνητό τους χωρίς εμφανή σκοπό. Επίσης, είχαν την τάση να μετατρέπουν το αυτοκίνητό τους ώστε να μοιάζει με αυτοκίνητο της αστυνομίας. Σχεδόν όλοι είχαν προσχεδιάσει το έγκλημα. Η κατακράτηση του θύματος για πάνω από 24 ώρες ήταν συνήθης και συνδυαζόταν με δέσιμο, κάλυψη των ματιών ή απειλή με όπλο. Η σεξουαλική δραστηριότητα περιελάμβανε δέσιμο, πρωκτική και στοματική πράξη, και εισαγωγή ξένων σωμάτων. Το 73% των θυμάτων θανατώνονταν.

Περισσότεροι από τους μισούς δράστες κατέγραφαν τη δραστηριότητά τους σε ημερολόγια ή σε κασετόφωνο, βιντεοταινία, φωτογραφίες, και σκίτσα. Το 40% κρατούσαν στην κατοχή τους ένα αντικείμενο του θύματος. Oι Dietz et al (1990), παρατήρησαν ότι όλοι οι σαδιστές παραπτωματίες είχαν ναρκισσιστικά χαρακτηριστικά στη προσωπικότητά τους, ενώ το 40% είχαν ιστορικό χρήσης εθιστικών ουσιών, άλλων εκτός του αλκοόλ. Ο Brittain (1970), βρήκε ότι στο 40% είχαν ψυχοπαθητικές προσωπικότητες με ισχυρά ναρκισσιστικά στοιχεία, ενώ οι Langevin et al (1988), ότι το 75% έκανε χρήση εθιστικών ουσιών, το 50% κατάχρηση αλκοόλ, είχαν για cross-dressing ή ένιωθαν δυσφορία για το φύλο τους. Οι Gratzer & Bradford (1995), συγκρίνοντας σαδιστές και μη-σαδιστές σεξουαλικούς παραπτωματίες αμφισβήτησαν τα συμπεράσματα των Dietz et al(1990), θεωρώντας μη αντιπροσωπευτικό το δείγμα από το FBI. Ο Grubin (1994), συγκρίνοντας βιαστές με βιαστές που σκότωσαν το θύμα τους, δεν βρήκε ότι τα κλασσικά σαδιστικά χαρακτηριστικά μπορούσαν να διαχωρίσουν τα δύο δείγματα. Παρατήρησε όμως ότι οι βιαστές που σκοτώνουν χαρακτηρίζονται από μόνιμες δυσκολίες στις ετεροσεξουαλικές σχέσεις και κοινωνική απομόνωση. Ενδιαφέρον παρουσιάζει το γεγονός ότι στο ένα τρίτο περίπου των περιπτώσεων υπάρχει κάποια σύντροφος που βοηθά το δράστη. Η συνύπαρξη αυτή τονίζει την κυριαρχικότητα του ενός ατόμου έναντι του άλλου. Οι γυναίκες αυτές, μέσω της ψυχολογικής, σωματικής, και σεξουαλικής κακοποίησης, γίνονται σταδιακά "συμπληρωματικό εξάρτημα" του άνδρα σαδιστή (Hazelwood et al, 1993).

Σαδιστικός βιασμός[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο βιασμός είναι μία σύνθετη και πολλαπλά καθοριζόμενη συμπεριφορά και οι βιαστές δεν είναι μία ξεκάθαρα ομογενής ομάδα (Prentky & Knight, 1991). Ο βαθμός της παρεκκλίνουσας σεξουαλικής διέγερσης, όπως μετρήθηκε με τη φαλλομετρία, φαίνεται να σχετίζεται με τη συχνότητα και τη σοβαρότητα της σεξουαλικής επίθεσης (Abel et al, 1977).

Τα άτομα λοιπόν με μεγαλύτερη παρεκκλίνουσα σεξουαλική διέγερση δείχνουν ισχυρή προτίμηση σε επιθετικά σεξουαλικά ερεθίσματα, γεγονός που τους οδηγεί σε τέτοιου τύπου σεξουαλικές σχέσεις. Η συμπεριφορά αυτή αναφέρεται ως "preferential rape pattern" (Freund et al, 1984), "paraphilic coercive disorder" (Abel, 1989) ή "biastophilia" (Money, 1990). Δεν υπάρχουν εμφανή σημεία που διαχωρίζουν το σεξουαλικό σαδισμό και τον preferantial βιαστή.

Ο σεξουαλικός σαδιστής διεγείρεται από τη χρήση υπερβολικής βίας έναντι των θυμάτων, ενώ ο preferential βιαστής δεν χρησιμοποιεί βία μεγαλύτερη από όση θα χρειαζόταν για την συμμετοχή του θύματος. Και στις δύο καταστάσεις ο δράστης εστιάζεται σε ερωτικό στόχο που του ήταν άγνωστος, γεγονός που παραπέμπει στις διαταραχές ερωτικής σχέσης (courtship disorders) (Freund et al, 1983). Υποστηρικτικό αυτής της άποψης ήταν το εύρημα ότι 9 από 17 serial σεξουαλικών δολοφόνων έδειχναν ενδιαφέρον σε ηδονοβλεψία, τηλεφωνική σκατολογία, και επιδειξιομανία Warren et al, 1992). H τηλεφωνική σκατολογία όμως των σεξουαλικών σαδιστών είναι άτυπη, αφού συχνά περιλαμβάνει απειλές, ενώ η ηδονοβλεψία μπορεί να είναι το αποτέλεσμα της έρευνας που κάνει ο δράστης για την ανακάλυψη του θύματος στη διάρκεια της νύχτας.

Ο σεξουαλικός σαδιστής επίσης δείχνει να διαφοροποιείται με τις φαλλομετρικές μεθόδους αφού φαίνεται ότι παρουσιάζει υψηλότερα επίπεδα διέγερσης σε περιγραφές φυσικής και όχι σεξουαλικής κακοποίησης γυναικών (Abel, 1989). Πάντως ο διαχωρισμός αυτός μεταξύ σαδιστικού και μη-σαδιστικού βιασμού δεν υποστηρίχθηκε από τις έρευνες των Knight & Prentky (1994), γεγονός που υποδηλώνει ότι ο βαθμός βίας που ασκείται για την υποταγή του θύματος θα πρέπει μάλλον να ειδωθεί ως ένα συνεχές και όχι ως μία παράμετρος που θα μπορούσε να κατηγοριοποιήσει τους δράστες.

Οι περισσότερες μελέτες δείχνουν ότι μόνο 5-10% των βιαστών πληρούν τα κριτήρια για σεξουαλικό σαδισμό, σύμφωνα με το DSM-III-R (American Psychiatric Association, 1987) (Abel et al, 1988), ενώ υπάρχουν κάποιες που ανεβάζουν το ποσοστό σε 45% (Fedora et al, 1992). Τα διαφορετικά αυτά ευρήματα αναπαριστούν πιθανόν το γεγονός ότι είτε τα άτομα που μελετήθηκαν προέρχονταν από διαφορετικούς πληθυσμούς ή ότι υπήρχε διαφορετική αντίληψη των ερευνητών για τον σεξουαλικό σαδισμό. Η αντίληψη για τον σεξουαλικό σαδισμό περιπλέκεται περισσότερο μετά τα ευρήματα ότι αρκετοί "φυσιολογικοί" μη-παραπτωματίες αναφέρουν σεξουαλική διέγερση όταν φαντασιώνουν βιασμό ή κακοποίηση γυναίκας. Το 15-20% των ατόμων αυτών δείχνουν μεγάλη διέγερση σε περιγραφές σαδομαζοχιστικών σκηνών (Malamuth et al, 1980), και σε σκηνές που το θύμα βιώνει πόνο (Malamuth & Check, 1983). Παρόμοια, πολλοί νέοι άνδρες δείχνουν να διεγείρονται από περισσότερο από σκηνές δεμένων γυναικών παρά από σκηνές με συνεργάσιμες ή χαμογελαστές γυναίκες (Heilbrun & Leif, 1988), οι μισοί εκφράζουν την επιθυμία να εμπλέκονται σε σκηνές με δέσιμο, και το ένα τρίτο σε μαστίγωμα και ράπισμα στα οπίσθια (Malamuth, 1988). Το 30% περίπου του γενικού ανδρικού πληθυσμού αναφέρουν φαντασιώσεις δεσίματος και βιασμού γυναίκας, αν και δεν είναι γνωστή η συχνότητα και η ένταση αυτών (Crepault & Couture, 1980). Το 45% αρρένων φοιτητών δήλωσαν ότι θα μπορούσαν να επιχειρήσουν βιασμό αν ήταν σίγουροι ότι δεν θα συλληφθούν, και το 32% των φοιτητριών ότι θα μπορούσαν να ευχαριστηθούν έναν ενδεχόμενο βιασμό αν ήταν σίγουρες ότι δεν θα το μάθει κανείς (Malamuth et al, 1980).

Άλλη μελέτη ανεβάζει το ποσοστό των αρρένων στο 60% (Briere & Malamuth, 1983). Αυτό που φαίνεται να διεγείρει τους άνδρες αυτούς είναι η φαντασίωση της εμπλοκής σε επιθετική σεξουαλική δραστηριότητα με μία τελείως άγνωστη, η υπερκέραση της αρχικής της αντίστασης, και η ενδεχόμενη ευχαρίστηση από πλευράς της. Τα στοιχεία αυτά είναι παρόντα επίσης στις φαντασιώσεις μερικών σεξουαλικών σαδιστών και συσχετίζονται με την αποδοχή κάποιων από τους μύθους που αφορούν το βιασμό (Malamuth, 1981). Επιπλέον, το 10-15% των γυναικών ανέφεραν ότι αρχικά πιέστηκαν σημαντικά και αργότερα ευχαριστήθηκαν κάποια σεξουαλική δραστηριότητα (McConaghy, 1993). Φαίνεται ότι η ύπαρξη κάποιου βαθμού επιθετικότητας στη σεξουαλική δραστηριότητα, αφενός οδηγεί σε διέγερση και ευχαρίστηση και στα δύο φύλα, και αφετέρου αποτελεί μέρος της κλασσικής ετεροσεξουαλικής συμπεριφοράς (Ellis, 1936). Η επιθετικότητα λοιπόν φαίνεται να βρίσκεται τουλάχιστον ανάμεσα στα φαντασιωσικά θέματα μιας ερωτικής σχέσης, αλλά δεν υπάρχουν πληροφορίες σχετικά με τη συχνότητα και την ένταση αυτής (Hucker, 1997).

Σαδισμός και μαζοχισμός στη μυθιστοριογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Γενικά, η απεικόνιση του σαδισμού και του μαζοχισμού στη μυθιστοριογραφία τείνει να απεικονιστεί από την άποψη της μαζοχιστικής φαντασίας.

  • Η νουβέλα του Λεοπόλδος φον Μαζόχ-Ζάχερ (Leopold von Sacher-Masoch's "Venus in Furs" (Η Αφροδίτη με τις Γούνες), είναι ουσιαστικά μια μακροχρόνια μαζοχιστική φαντασία, όπου ο αρσενικός κύριος χαρακτήρας ενθαρρύνει την κυρία του για να τον κακομεταχειριστεί.
  • "Η ιστορία της Ο" (Histoire d'O) είναι ένα άλλο κλασικό μαζοχιστικό μυθιστόρημα, που γράφεται αυτή τη φορά από μια γυναίκα. Την Pauline Réage. Σε αυτό το μυθιστόρημα, ο θηλυκός κύριος χαρακτήρας κρατιέται σε ένα πύργο και κακομεταχειρίζεται από μια ομάδα ατόμων.
  • Ο μυθιστοριογράφος Anne Rice, που είναι γνωστός από το "Interview with the Vampire" έγραψε τη σαδομαζοχιστική τριλογία "The Claiming of Sleeping Beauty" κάτω από το ψευδώνυμο Α. Ν. Roquelaure.
  • Η κινηματογραφική ταινία του 2002, "Γραμματέας" του σκηνοθέτη Steven Shainberg, ερευνά τη σχέση μεταξύ μιας μαζοχίστριας γραμματέας και του κυρίαρχου και σαδιστή εργοδότη της.

Από το 2003, τα σαδομαζοχιστικά θέματα είναι τώρα πιο συνηθισμένα στην επικρατούσα ερωτική μυθιστοριογραφία, σε σημείο να γίνουν κλισέ.

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Σεξουαλικός σαδισμός - Ψυχοπαθολογία

Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Diagnostic and Statistical Manual of Mental Disorders (4 ed.). Washington D.C.: American Psychiatric Association. 1994. Retrieved 24 March 2011.
  • Sartorius, Norman (1992). The ICD-10 Classification of Mental and Behavioural Disorders. Geneva: World Health Organization.
  • Krueger, Richard B. MD; Kaplan, Meg S. PhD (2001). "The Paraphilic and Hypersexual Disorders:An Overview". Journal of Psychiatric Practice 7: 391–403.
  • Fedoroff, Paul J. MD (2008). "Sadism, Sadomasochism, Sex, and Violence". Canadian Journal of Psychiatry (Canadian Psychiatric Association) 53 (10): 637–646.
  • Gordon, Harvey (2008). "The treatment of paraphilias: An historical perspective". Criminal Behaviour and Mental Health (Wiley InterScience) 18: 79–87. doi:10.1002/cbm.687.

Δείτε επίσης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]