Ερνστ Νόιφερτ

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Ο Έρνστ Νόιφερτ (Ernst Neufert) (15 Μαρτίου 1900 - 23 Φεβρουαρίου 1986) ήταν αρχιτέκτονας και καθηγητής της γερμανικής αρχιτεκτονικής γνωστός από τη συνεργασία του με τον Βάλτερ Γκρόπιους και για το έργο του στο πεδίο της αρχιτεκτονικής με το βιβλίο του «Bauentwurfslehre».

Βιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Έρνστ Νόιφερτ ξεκίνησε ως μαθητευόμενος κτίστης το 1914. Μετά από 4 χρόνια και σε ηλικία 17 ετών εισήχθηκε στην τεχνική σχολή της Βαϊμάρης. Το 1918, διετέλεσε επόπτης της μεγάλης κατασκευαστικής εταιρείας και Χάνακ Λουντβιγκ στο Μαγδεμβούργο. Όταν το 1919 άνοιξε η σχολή Μπάουχαους αποτέλεσε έναν από τους πρώτους μαθητές της σχολής. Ο καθηγητής του τον πρότεινε στον αρχιτέκτονα Βάλτερ Γκρόπιους ο οποίος τον προσέλαβε στο προσωπικό του γραφείο ως βοηθό. Το 1921 αποφοίτησε από τη σχολή και επισκέφτηκε την Ισπανία σε εκπαιδευτικό ταξίδι. Στη Βαρκελώνη γνώρισε τον Αντόνιο Γκαουντί, του οποίου η αρχιτεκτονική έκανε βαθιά εντύπωση στο νεαρό φοιτητή. Μετά το 1921 επέστρεψε στο Μπάουχαους και από το 1922 έως το 1925 εργάσθηκε ως διευθυντής εργοταξίου για τον Βάλτερ Γκρόπιους. Το 1923 συνάντησε τη ζωγράφο Άλις- Σπις-Νόιφερτ την οποία παντρεύτηκε το 1924 και έκαναν τέσσερα παιδιά.

Το 1926, ο Ότο Μπαρτνινκγ κάλεσε τον Νόιφερτ στην Βαϊμάρη για να δουλέψει ως επικεφαλής στο κτίσιμο του κτηρίου του Κρατικού Τεχνικού Πανεπιστημίου Αρχιτεκτονικής και Πολιτικών Μηχανικών (Bauhochschule) που είναι γνωστό και ως «το άλλο Μπάουχαους». Αργότερα εργάστηκε και ως καθηγητής στη σχολή. Μετά το κλείσιμο της Bauhochschule από τους Ναζί, μετακόμισε στο Βερολίνο και εργάστηκε σε μια ιδιωτική σχολή για την τέχνη και την αρχιτεκτονική που ιδρύθηκε από τον Γιοχάνες Ίτεν, η οποία αναγκάστηκε επίσης να κλείσει το 1934. Ταυτόχρονα εργάστηκε ως αρχιτέκτονας ελεύθερος επαγγελματίας μέχρι το 1933. Το 1936, ταξίδεψε στις ΗΠΑ για να έρθει σε επαφή με τον Φρανκ Λόιντ Ράιτ και να διερευνήσει τις δυνατότητες μιας πιθανής μετανάστευσης και τις ευκαιρίες που παρέχονταν στην αμερικανική αγορά εργασίας. Την ίδια χρονιά, επέστρεψε στη Γερμανία και έγινε αρχιτέκτονας κατοικίας στο αρχιτεκτονικό γραφείο United Lusatia Glassworks. Σχεδίασε μεταξύ άλλων κατοικιών και την ιδιωτική κατοικία του διευθυντή Δρ Κίνττ αλλά και γραφεία, κτίρια και εργοστάσια στις περιοχές Βέισβασερ, Τσέρνιτζ και Καμένζ. Ταυτόχρονα εργάστηκε για το βιβλίο του «Bauentwurfslehre» το οποίο δημοσιεύθηκε τον Μάρτιο του 1936. Το 1939 κλήθηκε από τον Άλμπερτ Σπέερ να εργαστούν για την τυποποίηση και τον εξορθολογισμό της γερμανικής βιομηχανικής αρχιτεκτονικής του Βερολίνου. Ξεκινώντας το 1944 πήρε μέρος στο σχεδιασμό της ανοικοδόμησης των πόλεων που καταστράφηκαν από τον πόλεμο. Το 1945, ο Έρνστ Νόιφερτ διορίστηκε καθηγητής αρχιτεκτονικής στο Πολυτεχνείο του Ντάρμστατ και δίδαξε μέχρι που έγινε επίτιμος καθηγητής το 1965. Επιπλέον, συνέχισε την καριέρα του ως ελεύθερος επαγγελματίας αρχιτέκτονας παράλληλα με την εργασία του ως αρχιτέκτονα κατοικίας για την Ντικερχοφ -εργοστάσιο τσιμέντου- και ως συγγραφέας. Το 1953 άνοιξε το γραφείο του, Neufert und Neufert, μαζί με το γιο του Πίτερ και πραγματοποίησε πολλά έργα, συμπεριλαμβανομένων πολλών βιομηχανικών κτιρίων. Πέθανε το 1986 στο σπίτι του στην Ελβετία.

Το έργο του[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το βιβλίο του «Bauentwurfslehre», εγχειρίδιο για τους φοιτητές τους αρχιτέκτονες αλλά και όποιον ασχολείται με την κατασκευή, εξακολουθεί να αποτελεί βασικό έργο αναφοράς. Περισσότερα από μισό εκατομμύριο αντίτυπα έχουν τυπωθεί σε 39 γερμανικές εκδόσεις με πολλές αναθεωρήσεις και έχει μεταφραστεί σε 17 γλώσσες. Στην Ελλάδα κυκλοφορεί με τον τίτλο «Οικοδομική». Μέσα από το βιβλίο του εκφράζει το πνεύμα της τυποποίησης και της επανάληψης. Θέτει ως κύριο στόχο για τον σχεδιαστή, τον τυπικό καθημερινό άνθρωπο και όχι μία εξιδανίκευση του ανθρώπου. Ο σχεδιασμός πραγματοποιείται για τον μέσο άνθρωπο όχι για την ανάδειξη των ταλέντων. Το εγχειρίδιο αυτό στα χέρια ενός αρχιτέκτονα είναι σημαντικό εργαλείο καθώς τον βοηθά να σχεδιάσει ικανοποιώντας με τον καλύτερο τρόπο τις ανάγκες των πολλών.

Οι πιο σημαντικές πρακτικές εργασίες του αρχιτέκτονα, ο οποίος ήταν γνωστός κυρίως για τα βιομηχανικά του κτίρια, ήταν το Άμπεναουμ, ερευνητικό κέντρο στην Ιένα, καθώς και το κτίριο του πανεπιστημίου της Mensa am Philosophenweg, το σπίτι του στη Γκέλμεροντα, το Μάιστερμπαου, ξενώνας στο Νταρμσταντ στα πλαίσια ενός προγράμματος που θα έδινε μια νέα αρχιτεκτονική έμφαση μετά τους βομβαρδισμούς του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου και το βιομηχανικό κτίριο αποθήκευσης της εταιρίας Κιέλ στη Νυρεμβέργη.

Σημαντικό έργο επίσης ήταν η συμμετοχή του στην κατασκευή του κτιρίου Μπάουχαους και στα σπίτια των καθηγητών της σχολής καθώς και στην επέκταση του εργοστασίου Φάγκους και της κύρια μονάδα Έτερνιτ της εταιρείας Λάινμεν.

Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Ernst Neufert: Normierte Baukultur im 20. Jahrhundert (Edition Bauhaus) Walter Prigge
  • Ernst Neufert, an architect of our time by Fritz Gotthelf of Ullstein (1960)

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Commons logo
Τα Wikimedia Commons έχουν πολυμέσα σχετικά με το θέμα