Επιχείρηση Weserübung

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Οι αντικειμενικοί στόχοι της επιχείρησης

Με την επωνυμία Επιχείρηση Weserübung (γερμ. Unternehmen Weserübung) αναφερόταν η επιχείρηση εισβολής της Ναζιστικής Γερμανίας στη Δανία και στη Νορβηγία κατά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Το κωδικό αυτό όνομα σημαίνει "επιχείρηση άσκηση στον Βέζερ". Ημερομηνία έναρξης της επιχείρησης είχε οριστεί η 9η Απριλίου 1940. Η Δανία καταλήφθηκε σχεδόν χωρίς μάχες, η Νορβηγία, ύστερα από χερσαίες μάχες και ναυμαχίες, που διήρκεσαν ένα σχεδόν μήνα, περιήλθε στην κατοχή της Ναζιστικής Γερμανίας. Η Γερμανία εξασφάλισε, έτσι, την αποκαλούμενη "οδό του σιδήρου", χάρη στην οποία ανεφοδιαζόταν με σουηδικό σιδηρομετάλλευμα, αλλά το τίμημα γι' αυτό ήταν υψηλό για το Γερμανικό ναυτικό, το οποίο έχασε σημαντικές δυνάμεις από τα σκάφη επιφανείας που διέθετε. Στη Νορβηγία εγκαταστάθηκε εθνικοσοσιαλιστικό καθεστώς υπό τον Βίντκουν Κουίσλιγκ.

Πολιτικό - στρατιωτικό υπόβαθρο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Νορβηγία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Γνωρίζοντας την στρατηγική σημασία που έχει η Νορβηγία για την Γερμανία, οι Γερμανοί επιτελείς αρχίζουν την κατάστρωση σχεδίων για ενδεχόμενη εισβολή στη χώρα αυτή στις 27 Ιανουαρίου 1940. Η επιχείρηση λαμβάνει το κωδικό όνομα "Weserübung". Ο Χίτλερ είναι απασχολημένος με τα σχέδια εισβολής στη Γαλλία και δεν δίνει ιδιαίτερη σημασία σε αυτή την επιχείρηση.

Στις 5 Φεβρουαρίου το Ανώτατο Συμμαχικό Πολεμικό Συμβούλιο (Βρετανοί και Γάλλοι), χρησιμοποιώντας ως πρόσχημα την βοήθεια προς την Φινλανδία, σχεδιάζει επέμβαση στη Νορβηγία. Το αρχικό σχέδιο προβλέπει απόβαση στο Νάρβικ και οι Σύμμαχοι ελπίζουν στην ανοχή της Νορβηγίας και της Σουηδίας. Το σχέδιο αποσκοπεί στην αποκοπή εφοδιασμού της ναζιστικής Γερμανίας με σιδηρομετάλλευμα:

Η γερμανική οικονομία, πολεμική και μη, βασιζόταν στους περισσότερους από 11 εκατομ. τόνους σιδηρομεταλλεύματος που εισάγονταν ετησίως από την Σουηδία. Η εξαγωγή προς Γερμανία πραγματοποιούνταν από τους σουηδικούς λιμένες κατά τους θερινούς μήνες στη Βαλτική θάλασσα, η στενή δίοδος προς τους οποίους ήταν "σφραγισμένη" για τα βρετανικά πολεμικά σκάφη, λόγω και της ουδετερότητας της Σουηδίας. Κατά τους χειμερινούς μήνες, όμως, η δίοδος και οι λιμένες φράσσονταν από πάγους, με συνέπεια η εξαγωγική προς Γερμανία οδός να χρησιμοποιεί τους λιμένες της γειτονικής και επίσης ουδέτερης Νορβηγίας. Το νορβηγικό καθεστώς (κυβέρνηση και βασιλέας) επιθυμούσαν πράγματι να κρατήσουν τη χώρα εκτός των εχθροπραξιών.

Κύριο λήμμα: Συμβάν του Άλτμαρκ

Στις 16 Φεβρουαρίου 1940, όμως, νορβηγικά περιπολικά σκάφη επέτρεψαν, χωρίς να παρέμβουν, νηοψία αρχικά και ένοπλη επέμβαση στη συνέχεια, στο γερμανικό ανεφοδιαστικό σκάφος "Altmark" από το βρετανικό αντιτορπιλικό "Cossac". Το Άλτμαρκ μετέφερε 299 Βρετανούς ναυτικούς, που είχαν περισυλλεγεί από βυθίσεις βρετανικών σκαφών από το Γερμανικό πολεμικό ναυτικό.[1] Ύστερα από αυτό το συμβάν, η γερμανική θεώρηση των πραγμάτων άλλαξε: Η νορβηγική αδράνεια, για τον Χίτλερ, ήταν προοίμιο της προσχώρησης της Νορβηγίας στην πλευρά των Συμμάχων, υπό μορφή έκκλησης προς αυτούς για απόβασή τους στη χώρα. Το γεγονός αυτό σήμαινε ότι η Γερμανία δεν θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει τους νορβηγικούς λιμένες για την μεταφορά του απαραίτητου σιδηρομεταλλεύματος. Επιπλέον, υπήρχε πάντα ο κίνδυνος η εγκατάλειψη της ουδετερότητας από πλευράς Νορβηγίας να επεκταθεί και στη Σουηδία, με συνέπεια την ολοσχερή διακοπή εισαγωγών από τη χώρα αυτή.

Στις 12 Μαρτίου οι Βρετανοί, έχοντας ετοιμάσει ένα μικρό εκστρατευτικό σώμα, σκόπευαν να το αποβιβάσουν στα νορβηγικά παράλια. Στις 13 διατάχθηκε η επιβίβαση των ανδρών στα σκάφη μεταφοράς στη Νορβηγία, αλλά η επιχείρηση ματαιώθηκε: Η βρετανική κυβέρνηση υπαναχώρησε από την αρχική της απόφαση. Αντ' αυτής θέλησε να προχωρήσει σε ναρκοθέτηση των νορβηγικών υδάτων, αναβάλλοντας την αποστολή του εκστρατευτικού σώματος για χερσαίες επιχειρήσεις γι' αργότερα.[2] Η ναρκοθέτηση είχε αποφασιστεί να αρχίσει από τον Μάρτιο, αναβλήθηκε και η νέα διαταγή δόθηκε για την έναρξή της στις 5 Απριλίου αλλά, λόγω υπαναχώρησης της γαλλικής πλευράς στην Επιχείρηση "Royal Marine" (ναρκοθέτηση του Ρήνου), η ημερομηνία μετατέθηκε για τις 8 Απριλίου.

Ο Έριχ Ραίντερ, από πλευράς Γερμανών, ζητούσε από το 1939 να κυριευτεί η Νορβηγική ακτή και τον Δεκέμβριο του 1939 παρουσίασε στον Χίτλερ τον Βίντκουν Κουίσλιγκ, Νορβηγό εθνικοσοσιαλιστή που ζητούσε τη γερμανική επέμβαση προκειμένου να εγκαθιδρύσει στη χώρα εθνικοσοσιαλιστικό καθεστώς. Ο Χίτλερ, όμως, εκείνη την εποχή προετοιμαζόταν για την εισβολή στη Γαλλία και δεν έδωσε σχεδόν καμία σημασία ούτε στον Αρχιναύαρχό του ούτε στην επιθυμία του Νορβηγού οπαδού του.[2] Επανήλθε, όμως, στο θέμα Νορβηγίας όταν οι καιρικές συνθήκες και η σύλληψη ενός Γερμανού αγγελιαφόρου με σχέδια για την εισβολή στη Γαλλία έξω από τη βελγική πόλη Μέχελεν τον υποχρέωσαν να αναβάλει για λίγο την εκστρατεία του.

Από δεξιά: Νικολάους φον Φάλκενχορστ, Γιόζεφ Τερμπόβεν, Χάινριχ Χίμλερ, Βίντκουν Κουίσλιγκ. Νορβηγία, 1941

Ο Χίτλερ αποφάσισε να δράσει, αναβάλλοντας για ένα περίπου μήνα την έναρξη των επιχειρήσεων κατά της Γαλλίας. Αντίθετα με τους Συμμάχους, που επέδειξαν ιδιαίτερη αναποφασιστικότητα στο θέμα, ο Χίτλερ ανέλαβε προσωπικά την εκστρατεία κατά των Σκανδιναβικών χωρών, παραμερίζοντας τόσο τον Βάλτερ φον Μπράουχιτς όσο και τον Χέρμαν Γκέρινγκ και δίνοντας την "αρχηγία" στο "Oberkommando" (ανώτατη στρατιωτική διοίκηση) της Βέρμαχτ, δηλαδή στον εαυτό του, εφόσον ο ίδιος ήταν επικεφαλής της.[3] Στις 24 Φεβρουαρίου ανέθεσε στον στρατηγό Νικολάους φον Φάλκενχορστ την προετοιμασία στρατευμάτων για την εκστρατεία της Νορβηγίας, ο οποίος ανέλαβε την αρχηγία και των επιχειρήσεων στη Δανία. Ο Φάλκενχορστ, στρατηγός του Πεζικού, θεωρείτο ειδικός του ορεινού πολέμου έχοντας αποκτήσει σχετική εμπειρία στις γερμανικές επιχειρήσεις στη Βαλτική το 1918.[4] Όπως χαρακτηριστικά αναφέρει ο Ρεϊμόν Καρτιέ, ο Φάλκενχορστ βγαίνοντας από τη συνάντησή του με τον Χίτλερ, "έσπευσε να αγοράσει ένα ταξιδιωτικό οδηγό, για να ενημερωθεί για την χώρα στην οποία τον έστελναν να δρέψει τις δάφνες του".[2] Ο Φάλκενχορστ θα παραμείνει επικεφαλής των στρατευμάτων κατοχής της Νορβηγίας μέχρι τον Φεβρουάριο του 1944.

Φυσικά, οι Γερμανοί δεν επρόκειτο να επιτεθούν σε μια χώρα χωρίς πρώτα να έχουν πάρει τις απαιτούμενες πληροφορίες. Η κατασκευάστρια εταιρεία όπλων και εξοπλισμού Friedrich Krupp AG προμήθευε επί πολλές δεκαετίες πολλές ευρωπαϊκές χώρες, μεταξύ των οποίων η Δανία και η Νορβηγία. Δύο μήνες πριν την εισβολή, οι παράγοντες της Κρουπ τόσο στο Όσλο όσο και στην Κοπεγχάγη είχαν ενημερώσει το Βερολίνο σχετικά με τον οπλισμό που είχαν παραλάβει οι δύο χώρες από την εταιρεία. Ωστόσο, οι ιθύνοντες της Κρουπ στο Όσλο έκαναν μια σημαντική παράλειψη: Δεν ανέφεραν το ιδιαίτερα πεπαλαιωμένο πυροβόλο των 28 mm που βρισκόταν εγκατεστημένο σε ένα φρούριο κοντά στο Όσκαρμποργκ. Το πυροβόλο αυτό οι Νορβηγοί το είχαν διατηρήσει σε άψογη κατάσταση και η άγνοια των Γερμανών για την ύπαρξή του είχε σημαντικές επιπτώσεις στην όλη εκστρατεία.[3]


Δανία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στρατηγικά η Δανία αποτελούσε για την Γερμανία μια "βάση" για τις επιχειρήσεις κατά της Νορβηγίας. Η Δανία ήταν, επίσης, όμορη χώρα και ήταν σκόπιμο να ελέγχεται κατά κάποιο τρόπο. Η θέση της χώρας στη Βαλτική ήταν σημαντικότατη για τον έλεγχο της ναυσιπλοΐας και την προσέγγιση σε μεγάλα γερμανικά και σοβιετικά λιμάνια.

Στις 9 Απριλίου 1940 ο δανικός στρατός αριθμούσε 14.500 άνδρες, από τους οποίους οι 8.000 ήταν εφεδρείες. Μικρά στρατιωτικά τμήματα των Δανών ενεπλάκησαν σε αψιμαχίες με τα γερμανικά στρατεύματα με πενιχρές σχετικά απώλειες (16 νεκροί, 20 τραυματίες), ενώ, σύμφωνα με τον συγγραφέα Kay Søren Nielsen στο βιβλίο του Soldaterne den 9. april 1940, οι γερμανικές απώλειες ανήλθαν σε 203 στρατιώτες.. Οι Γερμανοί έχασαν επίσης 12 θωρακισμένα οχήματα, μερικές μοτοσικλέτες και μερικά αυτοκίνητα, ενώ τέσσερα γερμανικά άρματα μάχης υπέστησαν ζημιές, όπως και ένα γερμανικό βομβαρδιστικό, ενώ συνελήφθησαν αιχμάλωτοι δύο Γερμανοί στρατιώτες.[5]

Στις 04:00΄ ο Γερμανός πρέσβης στην Κοπεγχάγη Σέσιλ φον Ρέντε-Φινκ (Cecil von Renthe-Fink) ζήτησε ακρόαση από τον Δανό υπουργό εξωτερικών Πέτερ Μουνχ (Peter Munch). Οι δύο άνδρες συναντήθηκαν 20 λεπτά αργότερα και ο Ρέντε-Φινκ δήλωσε στον Δανό ότι τα γερμανικά στρατεύματα ήταν έτοιμα να ξεκινήσουν για την κατάληψη της Δανίας "για να προστατεύσουν την χώρα από Γαλλοβρετανική επίθεση". Ο πρέσβης απαίτησε να σταματήσει αμέσως οποιαδήποτε αντίσταση από πλευράς Δανών και να αρχίσουν επαφές μεταξύ των δανικών αρχών και των γερμανικών ενόπλων δυνάμεων. Αν οι απαιτήσεις της Γερμανίας δεν γίνονταν δεκτές, η γερμανική αεροπορία ήταν έτοιμη να βομβαρδίσει την Κοπεγχάγη.[1]

Η εκστρατεία αρχίζει[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Δανία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στις 04:15΄ και ενώ ο πρέσβης δεν είχε ακόμη συναντήσει τον Δανό υπουργό εξωτερικών, τα χιτλερικά στρατεύματα, τη γενική αρχηγία των οποίων είχε ο στρατηγός Νικολάους φον Φάλκενχορστ (Nikolaus von Falkenhorst) και επικεφαλής είχε θέσει τον στρατηγό Κάουπιτς (Kaupitsch) είχαν ήδη εκκινήσει. Αλεξιπτωτιστές είχαν ήδη ριφθεί στη γέφυρα Στόρεστρεμς (Storestroems) και την είχαν καταλάβει, ενώ το ίδιο συνέβη και με το οχυρό στο Μάσνεσοε (Masnesoe). Άλλα γερμανικά στρατεύματα είχαν αποβιβαστεί στο Νύμποργκ και το μεγαλύτερο τμήμα της 198ης Μεραρχίας Πεζικού είχαν αποβιβαστεί στο Κόρσερ (Korsoer) ώστε να διασφαλίσουν το στενό μεταξύ Φούνεν και Ζέλαντ.

Γερμανικά μεταγωγικά Junkers Ju52 υπερίπτανται της Κοπεγχάγης. 9 Απριλίου 1940

Εν τω μεταξύ, το αρχικά επιβατηγό σκάφος "Hansestadt Danzig", το οποίο είχε επιταχθεί το 1939 από το Γερμανικό Πολεμικό Ναυτικό και μετατραπεί σε ναρκαλιευτικό, είχε αποπλεύσει ήδη από τις 7 Απριλίου από το Τραβεμούντε (Travemünde) του Λίμπεκ συνοδευόμενο από το παγοθραυστικό "Stettin" και τον 13ο στολίσκο προστασίας, μεταφέροντας το μεγαλύτερο τμήμα της 308ης Μεραρχίας Πεζικού.[6] Έφθασε στην Κοπεγχάγη στις 05:00΄ της 9ης Απριλίου και άρχισε να αποβιβάζει τους στρατιώτες. Η δανική φρουρά αιφνιδιάστηκε ολοσχερώς και οι Γερμανοί κατέλαβαν το κάστρο της πόλης και βάδισαν κατά της βασιλικής κατοικίας στο ανάκτορο - κάστρο Amalienborg. Ωστόσο, η εθνοφρουρά της πόλης αντιλήφθηκε τι είχε συμβεί και αντέδρασε. Έτσι, όταν οι Γερμανοί έφθασαν στο ανάκτορο, οι Δανοί τους περίμεναν και έγινε μάχη. Τραυματίστηκε ένας εθνοφρουρός, αλλά η προώθηση των Γερμανών σταμάτησε. Στο εσωτερικό του Αμαλίενμποργκ, ο βασιλέας, η κυβέρνηση και η ηγεσία του δανικού στρατού συσκέπτονταν, ενώ γερμανικά βομβαρδιστικά άρχισαν να διαγράφουν κύκλους γύρω από την πόλη, για να επιβεβαιωθεί η απειλή του πρέσβη. Εκτός από τον επικεφαλής των ενόπλων δυνάμεων αρχιστράτηγο Πρίορ (Prior), που ζήτησε να συνεχιστεί ο ένοπλος αγώνας, όλοι οι υπόλοιποι συμφώνησαν ότι η παρατεταμένη αντίσταση κατά των Γερμανών ήταν αδύνατη και μόνη λύση ήταν να ενδώσουν στο τελεσίγραφο. Αυτό το μήνυμα απεστάλη στον Γερμανό πρέσβη. Εν τω μεταξύ, στις 05:45΄ δύο σμήνη Μέσσερσμιτ Be 110 επιτέθηκαν κατά του αεροδρομίου Vaerloese, στο οποίο στάθμευε ολόκληρη η δανική αεροπορική δύναμη, και την κατέστρεψε επί του εδάφους.[1] Τα γεγονότα αυτά συν το ότι η δανική κυβέρνηση είχε συνάψει σύμφωνο μη επίθεσης με την Γερμανία, οδήγησαν τον επικεφαλής της κυβέρνησης πρωθυπουργό Τόρβαλντ Στάουνιγκ (Thorvald Stauning) να υπογράψει επίσημη συμφωνία παράδοσης της χώρας στους Γερμανούς.

Νορβηγία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι γερμανικές προετοιμασίες για την εκστρατεία γίνονται με άκρα μυστικότητα. Ο Αρχιναύαρχος Ραίντερ, υπαναχωρώντας από το αρχικό του αίτημα, εισηγείται αναβολή του εγχειρήματος και προτείνει να προηγηθεί η επίθεση κατά της Γαλλίας. Ο Χίτλερ δεν τον λαμβάνει καν υπόψη του, τον αποπέμπει λέγοντας ότι έχει πάρει την απόφασή του και δεν υπάρχει περίπτωση να την αλλάξει, και ορίζει ως αντικειμενικούς στόχους της εκστρατείας τους βασικούς λιμένες της Νορβηγίας: Όσλο, Κρίστιανσουντ, Στάβανγκερ, Μπέργκεν, Τρόντχαϊμ και Νάρβικ. Εν τω μεταξύ, ο Τσάμπερλαιν επωφελείται από τον δισταγμό των Γάλλων να εξαπολύσουν ελεύθερες νάρκες στον Ρήνο (επιχείρηση "Royal Marine") για να δυσχεράνουν την ναυσιπλοΐα σε αυτόν και αναβάλλει και την επιχείρηση ναρκοθέτησης των νορβηγικών ακτών.[2] Στις 6 Απριλίου φθάνει στο Βρετανικό Ναυαρχείο η πληροφορία (μέσω Κοπεγχάγης) ότι δέκα γερμανικά αντιτορπιλικά αναχωρούν για το Νάρβικ. Το Ναυαρχείο θεωρεί την πληροφορία αμφίβολη και δεν την λαμβάνει υπόψη του.

Στις 8 Απριλίου το βρετανικό αντιτορπιλικό Glowworm εντοπίζει και καταδιώκει το γερμανικό Bernd von Arnim. Ο στολίσκος στον οποίο ανήκει το γερμανικό σκάφος, όμως, συνοδεύεται από το καταδρομικό Admiral Hipper, το οποίο βυθίζει το βρετανικό σκάφος.

Οι Γερμανοί θα χρησιμοποιήσουν, ανάμεσα στα άλλα σκάφη, τα εξής πολεμικά πλοία[7]:

  • Προορισμός Νάρβικ: Τα καταδρομικά Gneisenau και Scharnhorst, δέκα αντιτορπιλικά, τέσσερα παραπλέοντα υποβρύχια προς υποστήριξη.
  • Προορισμός Τρόντχαϊμ: Το καταδρομικό Hipper και τέσσερα αντιτορπιλικά, δύο παραπλέοντα υποβρύχια.
  • Προορισμός Μπέργκεν: Τα καταδρομικά Koeln, Koenigsberg, το εκπαιδευτικό σκάφος Bremse, το ανεφοδιαστικό 'Carl Peters, πέντε τορπιλοβόλα και δύο τορπιλακάτους, με πέντε παραπλέοντα υποβρύχια.
  • Προορισμός Έγκερσουντ (Egersund): Τέσσερα ναρκαλιευτικά.
  • Προορισμός Κρίστιανσουντ: Τo καταδρομικό Karlsruhe, το ανεφοδιαστικό υποβρυχίων Tsingtau, επτά τορπιλοβόλα, τρεις τορπιλακάτους. Μετά την κατάληψη του λιμένα έπρεπε να κατευθυνθούν στο Άρενταλ.
  • Προορισμός Όσλο: Το θωρηκτό Lutzow, τα καταδρομικά Blucher και Emden, τρία τορπιλοβόλα, οκτώ ναρκαλιευτικά.

Στα πληρώματα και τους επιβαίνοντες των μη πολεμικών σκαφών δίνουν σαφείς οδηγίες: Θα υψώσουν αγγλική σημαία, θα απαντούν μόνο στα αγγλικά, θα έχουν έτοιμη την απάντηση σχετικά με το ταξίδι τους, αν ερωτηθούν από πολεμικά σκάφη, οι δε στρατιώτες δεν θα κυκλοφορούν πουθενά στο πλοίο, αλλά θα περιμένουν την άφιξη του πλοίου στον προορισμό του κρυμμένοι στο αμπάρι. Οι Γερμανοί φθάνουν στο σημείο να "μεταμφιέσουν" μερικά από τα μεγάλα σκάφη τους έτσι, ώστε να μοιάζουν με αντίστοιχα βρετανικά.[2]

Το σχέδιο προέβλεπε, επίσης, τη συμμετοχή 1082 αεροσκαφών της Λουφτβάφε, ενώ η πρόβλεψή του ήταν για την απόβαση 16.000 ανδρών εν συνόλω στο νορβηγικό έδαφος την ίδια ημέρα της εισβολής (9 Απριλίου).[7]

Όπως έγινε και με την Δανία, ο Γερμανός πρεσβευτής Μπράουερ ξυπνά στις 04:00΄ της 9ης Απριλίου τον Νορβηγό υπουργό εξωτερικών και του ζητά παράδοση της χώρας του. Οι Νορβηγοί φαίνονται διατεθειμένοι να το συζητήσουν, αλλά ο όρος που θέτει ο Γερμανός πρέσβης να εγκαθιδρυθεί νέο καθεστώς υπό τον Βίντκουν Κουίσλιγκ τους κάνει να διακόψουν κάθε συζήτηση και να αντιμετωπίσουν την γερμανική εισβολή.

Από βρετανικής πλευράς οι εξελίξεις αποδεικνύονται πολύ γρήγορες για τα αντανακλαστικά της τότε κυβέρνησης: Στις 8 Απριλίου, έξω από το Κρίστιανσουντ, το πολωνικό υποβρύχιο "Όρτσελ" (Orzeł)τορπιλίζει ένα σκάφος. Πρόκειται για το "Ρίο ντε Τζανέιρο", γερμανικό φορτηγό που επιτάχθηκε στις 7 Μαΐου 1940 από το Γερμανικό πολεμικό ναυτικό προκειμένου να χρησιμοποιηθεί ως μεταγωγικό. Από τους 330 στρατιώτες και 50 άτομα του πληρώματος που επέβαιναν, χάνονται περίπου 200 ενώ περισυλλέγονται 180 επιζώντες που στάλθηκαν στο Κρίστιανσουντ και, ανάμεσά τους, βρίσκονται άνδρες με στολή, οι οποίοι ισχυρίζονται ότι "πήγαιναν να υπερασπίσουν το Μπέργκεν απέναντι σε ενδεχόμενη αγγλική επίθεση". Η σχετική αναφορά φθάνει την νύκτα της 8ης Απριλίου στο Βρετανικό Ναυαρχείο και παραμένει εκεί, για να την βρει, πολύ αργά πλέον, ο αξιωματικός υπηρεσίας που θα φθάσει το πρωί της 9ης Απριλίου. Ωστόσο και με δεδομένο ότι το σκάφος, εκτός από τους άνδρες μετέφερε έξι αντιαεροπορικά των 2 cm (FlaK 30), τέσσερα αντιαεροπορικά των 10,5 cm (FlaK 38), 73 άλογα, 71 οχήματα και 292 τόνους εφοδίων, ζωωτροφών, καυσίμων και πυρομαχικών, η ομολογία των στρατιωτών ότι προορισμός τους ήταν το Μπέργκεν, θορύβησε ιδιαίτερα τη νορβηγική κυβέρνηση, η οποία έθεσε σε συναγερμό τις στρατιωτικές της δυνάμεις.

Την 9η Απριλίου το μεσημέρι όλα τα λιμάνια - αντικειμενικοί στόχοι στη Νορβηγία βρίσκονται στα χέρια των Γερμανών. Η νορβηγική παράκτια άμυνα έκανε ό,τι μπορούσε, επιτρέποντας έτσι στον Βασιλέα Χάκον και τον διάδοχο πρίγκηπα Όλαφ να διαφύγουν κρυπτόμενοι στα δάση και να φθάσουν με ασφάλεια στο βόρειο τμήμα της χώρας, έχοντας μάλιστα μαζί τους σχεδόν το σύνολο των κρατικών αποθεμάτων χρυσού (50 τόνοι, αξίας - τότε - 240 εκ. κορωνών Νορβηγίας ή 18 εκατομ βρετανικών λιρών). Η παράκτια άμυνα κατόρθωσε να προξενήσει σοβαρές ζημιές στο καταδρομικό "Koenigsberg" και σε μερικά ακόμη σκάφη, αλλά δεν κατάφερε να σταματήσει την εισβολή. Επιπλέον, η νορβηγική στρατιωτική διοίκηση, ενώ μπορούσε να κινητοποιήσει ένα σύνολο 50 ως 55.000 ανδρών, έκανε ένα τραγικό λάθος: Λόγω κάποιας παρεξήγησης, κυκλοφόρησε ότι η διαταγή επιστράτευσης των ανδρών έπρεπε να φθάσει σε αυτούς μέσω ταχυδρομείου. Η συνέπεια αυτής της παρεξήγησης έγινε εμφανής κατά την εξέλιξη των γεγονότων της εισβολής.

Όσλο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στο Όσλο επιτέθηκε η ομάδα 5 (Gruppe 5) του αποβατικού στόλου υπό τις διαταγές του πλοιάρχου Όσκαρ Κούμμετς (Oskar Kummetz), την οποία αποτελούσαν τα σκάφη:

  • Blücher - βαρύ καταδρομικό
  • Lützow - θωρηκτό
  • Emden - ελαφρύ καταδρομικό
  • Mowe - τορπιλοβόλο
  • Albatross - τορπιλοβόλο
  • Kondor - τορπιλοβόλο
  • Ναρκαλιευτικό R17
  • Ναρκαλιευτικό R18
  • Ναρκαλιευτικό R19
  • Ναρκαλιευτικό R20
  • Ναρκαλιευτικό R21
  • Ναρκαλιευτικό R22
  • Ναρκαλιευτικό R23[8]

Αρχικά κατευθύνθηκε βόρεια για να αποβιβάσει το απόσπασμα μάχης από 2.000 άνδρες της 163ης Μεραρχίας Πεζικού. Το επόμενο πρωί, ύστερα από επιθέσεις της αεροπορίας για να καταστραφούν τυχόν εστίες αντιστάσεως, σχεδιάστηκε η ρίψη ενός λόχου αλεξιπτωτιστών, προκειμένου να διασφαλιστεί η κατοχή του αεροδρομίου Fornebu, ακριβώς στις παρυφές της πόλης. Την εξασφάλιση του αεροδρομίου ακολούθησε η αερομεταφορά άλλων 3.000 ανδρών της 163ης Μεραρχίας.[8] Ωστόσο, η παράκτια άμυνα του φιορδ του Όσλο δεν παρέμεινε αδρανής και κατάφερε να βυθίσει το καταδρομικό Blücher, στο οποίο επέβαινε όλη η ηγεσία της 163ης Μεραρχίας. Αυτό είχε ως συνέπεια να καθυστερήσει η κατάληψη του λιμένα και της πόλης σχεδόν μισή ημέρα: Έτσι η βασιλική ηγεσία της χώρας κατάφερε να διαφύγει. Το Όσλο κατελήφθη τελικά από αερομεταφερόμενα στρατεύματα, τα οποία προσγειώθηκαν στο αεροδρόμιο Fornebu.[9]

Νάρβικ[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Χάρτης της περιοχής του Νάρβικ

Ο λιμένας του Νάρβικ είχε τεράστια σημασία για τους Γερμανούς: Ήταν ο λιμένας μεταφόρτωσης του σουηδικού σιδηρομεταλλεύματος με τελικό προορισμό την Γερμανία. Το βασικό χαρακτηριστικό του ήταν ότι παρέμενε ελεύθερος από πάγους καθ' όλη τη διάρκεια του έτους. Αποτελούσε, συνεπώς, έναν από τους κυριότερους στόχους της επιχείρησης.

Πρώτη ναυμαχία του Νάρβικ[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στις 9 Απριλίου κατέφθασαν σε αυτόν δέκα γερμανικά αντιτορπιλικά, συνοδευόμενα από δύο καταδρομικά, και αποβίβασαν 2.000 άνδρες υπό την ηγεσία του στρατηγού Έντουαρντ Ντιτλ (Eduard Dietl). Η ναρκοθέτηση των υδάτων γύρω από τον λιμένα από πλευράς Βρετανών είχε αρχίσει μόλις στις 8 Απριλίου και δεν αποτέλεσε σοβαρό εμπόδιο στην πορεία των γερμανικών σκαφών. Στην επιχείρηση συμμετείχαν τα εξής γερμανικά σκάφη:

  • Gneisenau - καταδρομικό (συνοδεία μέχρι το Τροντχάιμ)
  • Scharnhorst - καταδρομικό (συνοδεία μέχρι την είσοδο του φιορδ του Νάρβικ)
  • Georg Thiele - αντιτορπιλικό
  • Wolfgang Zenker - αντιτορπιλικό
  • Bernd von Arnim - αντιτορπιλικό
  • Erich Giese - αντιτορπιλικό
  • Erich Koellner - αντιτορπιλικό
  • Diether von Roeder - αντιτορπιλικό
  • Hans Lümann - αντιτορπιλικό
  • Herman Künne - αντιτορπιλικό
  • Anton Schmitt - αντιτορπιλικό
  • Wilhelm Heidkamp - αντιτορπιλικό[8]

Το συμβάν της βύθισης του Glowworm αναγκάζει τις βρετανικές δυνάμεις να διασπαρούν. Το παλαιό θωρηκτό Renown απομακρύνεται από το Νάρβικ για να διερευνήσει τις συνθήκες βύθισης του Glowworm και αφήνει το πεδίο ελεύθερο στα γερμανικά σκάφη. Αυτά εισέρχονται στο Όφοντφιορδ, προθάλαμο του Νάρβικ, και, ενώ κάποια ασχολούνται με την εξουδετέρωση της παράκτιας άμυνας, τρία σκάφη μπαίνουν στο λιμάνι και συναντούν τα νορβηγικά σκάφη παράκτιας άμυνας Eidsvold και Norge. Οι Γερμανοί αρχικά ζητούν από τον πλοίαρχο του πρώτου να παραδοθεί και, όταν αυτός αρνείται, ανοίγουν πυρ και βυθίζουν το σκάφος με τρεις τορπίλες. Το Norge αρχίζει να βάλει κατά των εισβολέων, αλλά οι σκοπευτές του δεν είναι επαρκώς εκπαιδευμένοι και έμπειροι. Δεν καταφέρνουν να κτυπήσουν κανένα γερμανικό σκάφος, ενώ αντίθετα το σκάφος τους δέχεται μια "δέσμη" από τορπίλες και βυθίζεται. Ύστερα από την απώλεια των δύο σκαφών, ο διοικητής του λιμανιού Κόνραντ Σούντλο (Konrad Sundlo) παραδίδει τις χερσαίες δυνάμεις του χωρίς να δώσει μάχη.[10]

Όταν η αποβίβαση των Γερμανών έγινε αντιληπτή, το βρετανικό Ναυαρχείο διέταξε την παρεμπόδισή της. Ο Βρετανός πλοίαρχος Μπέρναρντ Γουορμπάρτον-Λι (Bernard Warburton-Lee) που διέθετε μια μοίρα πέντε αντιτορπιλικών κλάσης - Η, τα Havock, Hardy (Ν), Hotspur, Hostile και Hunter) έλαβε τη σχετική διαταγή και απάντησε "έτοιμοι για δράση".[2] Η τύχη βοήθησε τον Γουορμπάρτον-Λι και τα παραπλέοντα γερμανικά υποβρύχια δεν εντόπισαν τον στολίσκο του. Έτσι, ο Βρετανοί διέθεταν το πλεονέκτημα του αιφνιδιασμού. Τα πέντε αντιτορπιλικά μπήκαν στο λιμένα του Νάρβικ τα ξημερώματα της 10ης Απριλίου, υπό σφοδρή χιονόπτωση, και βύθισαν δύο αντιτορπιλικά και έξι εμπορικά σκάφη υποστήριξης και προκάλεσαν ζημίες σε ένα ακόμη αντιτορπιλικό. Αυτό που αγνοούσαν οι Βρετανοί ήταν ότι τα υπόλοιπα αντιτορπιλικά των Γερμανών δεν ήταν στο λιμάνι αλλά σε παρακείμενα φιόρδ και, βγαίνοντας από αυτά, έθεσαν το στολίσκο του Λι μεταξύ δύο πυρών. Ο Γουορμπάρτον-Λι σκοτώθηκε όταν η βλήθηκε η γέφυρα της ναυαρχίδας της μοίρας Hardy, το οποίο βυθίστηκε σχεδόν αμέσως. Βυθίστηκε, επίσης το Hunter, ενώ υπέστη ζημίες το Hotspur. Ούτε, όμως, τα γερμανικά σκάφη έμειναν ανέπαφα: Αρκετά υπέστησαν ζημίες ενώ κινδύνευσαν να μείνουν από καύσιμα. Έχασαν, έτσι, την ευκαιρία να βυθίσουν και τα υπόλοιπα βρετανικά αντιτορπιλικά.[11]

Δεύτερη ναυμαχία του Νάρβικ[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το θωρηκτό Warspite εν δράσει στα νορβηγικά φιόρδ

Οι Βρετανοί δεν μένουν αδρανείς: Στέλνουν αμέσως οκτώ άλλα αντιτορπιλικά, αυτή τη φορά συνοδευόμενα από το πεπαλαιωμένο (είχε λάβει μέρος στη Ναυμαχία της Γιουτλάνδης) αλλά ισχυρό θωρηκτό Warspite. Οι Γερμανοί, αντίθετα, διέθεταν μόνο τα υπόλοιπα οκτώ αντιτορπιλικά. Η εμπλοκή γίνεται στις 13 Απριλίου. Βγαίνοντας από τα φιόρδ για να αντιμετωπίσουν τα αντιτορπιλικά των Βρετανών, βρίσκονται μπροστά στο βαρύ πυροβολικό του Warspite, το οποίο τα καταδιώκει αμείλικτα: Οι οβίδες του καταστρέφουν τα Künne, Lümann, Zenker και Armin, ενώ τα υπόλοιπα καταδιώκονται από τα βρετανικά Eskimo, Bedouin, Forester, Hero και Icarus από φιόρδ σε φιόρδ. Το Eskimo υφίσταται σοβαρή αβαρία από το Theile και χάνει την πλώρη του αλλά δεν βυθίζεται. Το γερμανικό σκάφος όπως και τα υπόλοιπα είτε βυθίζονται είτε αναγκάζονται να προσαράξουν. Το μόνο σκάφος που κατόρθωσε να διαφύγει ανέπαφο ήταν το υποβρύχιο U-51.[11] Παράλληλα, το εμπορικό σκάφος Rauenfels πλέοντας προς Νάρβικ, καταβυθίζεται από το Havock κοντά στο Όφοντφιορδ[12]. Η απώλεια αυτή είναι σημαντική για τους Γερμανούς, καθώς μετέφερε βαρέα όπλα για το απόσπασμα των 2.000 ανδρών που ήδη βρίσκονταν στο Νάρβικ.

Το Eskimo ύστερα από τορπιλισμό έχει χάσει την πλώρη του

Όπως στην προηγούμενη ναυμαχία οι Γερμανοί αδράνησαν και δεν κατέστρεψαν ολοσχερώς την βρετανική μοίρα, έτσι και οι Βρετανοί διέπραξαν στη δεύτερη σοβαρότερο σφάλμα: Έχοντας σχεδόν πλήρη κυριαρχία στη θάλασσα, δεν επωφελήθηκαν από την κατάσταση και, αντί να αποβιβάσουν στρατεύματα και να ανακαταλάβουν το Νάρβικ, παρέμειναν αδρανείς. Το Νάρβικ έμεινε υπό γερμανική κατοχή. Ωστόσο, οι δύο ναυμαχίες του Νάρβικ είχαν σοβαρές επιπτώσεις για τη δύναμη του γερμανικού στόλου: Διέθετε αρχικά συνολικά 22 μόνον αντιτορπιλικά και έχασε, μέσα σε τρεις μέρες, τα οκτώ από αυτά. Αν συνυπολογιστούν και οι απώλειες των καταδρομικών (το Blücher βυθίστηκε στο φιόρδ του Όσλο, το Königsberg βυθίστηκε στο Μπέργκεν, το Karlsruhe υπέστη επίσης σοβαρές ζημίες ύστερα από τον τορπιλισμό του από το βρετανικό υποβρύχιο Truant και βυθίστηκε από φίλια πυρά), η εκστρατεία της Νορβηγίας "στοίχισε πολύ ακριβά στον γερμανικό στόλο".[2] Σημαντικές, επίσης, ήταν και οι ζημιές που προξένησαν σε παράκτιες εγκαταστάσεις τα βαρέα πυροβόλα του Warspite.[13] Από γερμανικής πλευράς συνολικά επέζησαν περίπου 2.500 άνδρες, οι οποίοι διέφυγαν από τα πυρά πυροβολικού και πολυβόλων των βρετανικών σκαφών και κατάφεραν να βγουν στην ξηρά. Εκεί οργανώθηκαν σε ναυτική μονάδα πεζικού, την Gebirgsmarine, η οποία προσαρτήθηκε στο 139 Gebirgsjägerregiment (Σύνταγμα αλπινιστών) που ενεπλάκη στις μάχες της ξηράς που ακολούθησαν. Οι ναυτικοί κατάφεραν να διασώσουν δύο βαρέα και έντεκα ελαφρά αντιαεροπορικά από τα βυθισμένα σκάφη τους, εξοπλίστηκαν με οπλισμό που πάρθηκε από τη βάση Elvegårdsmoen του νορβηγικού στρατού και είχαν σημαντική συμβολή στην αμυντική διάταξη των μαχών.

Μάχες στην ξηρά[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ύστερα από αυτά, η Βρετανία αποφασίζει να στείλει ένα εκστρατευτικό σώμα για την ανακατάληψη του Νάρβικ καθώς και μια ισχυρότατη ναυτική μοίρα για υποστήριξη, στην οποία θα περιλαμβάνονται και τέσσερα θωρηκτά. Η θέση των αλπινιστών του συνταγματάρχη Ντιτλ που βρίσκονται στο Νάρβικ μοιάζει να είναι δεινή. Ο Χίτλερ τρομοκρατείται στην ιδέα να αναγκαστούν Γερμανοί μαχητές να παραδοθούν στους Βρετανούς και, πάνω στην απελπισία του, αποφασίζει να στείλει μήνυμα σύμπτυξης των γερμανικών δυνάμεων στον Ντιτλ, διατάσσοντάς τον να κατευθυνθεί προς Τρόντχαϊμ. Το μήνυμα αυτό μπλοκάρεται από τον αντισυνταγματάρχη Φριτς φον Λόσμπεργκ (Fritz von Lossberg), σύνδεσμο της Ανώτατης Στρατιωτικής Διοίκησης με τις δυνάμεις στη Νορβηγία, με προσωπική του ευθύνη. Ο φον Λόσμπεργκ δεν περιορίζεται σε αυτή την ενέργεια: Πηγαίνει να βρει τους δύο "συμβούλους" του Χίτλερ, τον Κάιτελ και τον Γιόντλ, για να τους δηλώσει κοφτά ότι εκδίδουν ανεφάρμοστες διαταγές. Ο Κάιτελ αποχωρεί από τη συνάντηση με υπεροψία, δηλώνοντας ότι η αξιοπρέπειά του δεν του επιτρέπει να συζητά με νεότερους υφισταμένους του και δη σε παρόμοιους τόνους. Αντίθετα, ο Γιόντλ με ήπιο τόνο απαντά στον φον Λόσμπεργκ ότι έχει δίκιο, αλλά "ποιος τολμά να αντιταχτεί στον Φύρερ, που είναι απίστευτα εκνευρισμένος;". Ο φον Λόσμπεργκ ανταπαντά ότι αν οι σύμβουλοι του Φύρερ δεν διαθέτουν το κύρος που πρέπει, καλό είναι να αποχωρήσουν αφήνοντας τις θέσεις τους σε άτομα με περισσότερο κύρος. Ο Γιόντλ καλεί τότε κάποιον καθηγητή από το Ίνσμπρουκ που γνώριζε καλά τις συνθήκες στη Νορβηγία, τον οδηγεί μπροστά στον Χίτλερ και εκεί ο καθηγητής δηλώνει ότι διαταγή πορείας περίπου 1.000 χιλιομέτρων κάτω από αυτές τις συνθήκες ισοδυναμεί με αυτοκτονία. Ο Χίτλερ πείθεται, ανακαλεί την αρχική διαταγή του (που αγνοεί ότι δεν διαβιβάστηκε) και διατάσσει την υπεράσπιση του Νάρβικ με κάθε μέσον. Αν το Νάρβικ δεν καταστεί δυνατό να κρατηθεί, ο Ντιτλ οφείλει να παραδοθεί μόνο στην ουδέτερη Σουηδία.[2]

Την κατάσταση για τους Γερμανούς σώζει η ατολμία των Βρετανών: Στις 13 Απριλίου ο βρετανικός στόλος αποβιβάζει μια ταξιαρχία στο μικρό λιμάνι Χάρτσταντ. Η δύναμη αυτή οφείλει να επιτεθεί κατά του Νάρβικ, το οποίο απέχει 100 χιλιόμετρα, ενώ κατά τη διαδρομή οφείλει να διασχίσει ψηλά βουνά, με το χιόνι να φθάνει σε ύψος 1,5 μ. Παρά τις προτροπές του Ουίνστων Τσώρτσιλ, που την εποχή εκείνη ήταν μόνον ο Λόρδος του Ναυαρχείου, ο επικεφαλής της ταξιαρχίας στρατηγός Πιρς Μάκεσυ (Pierse J. Mackesy) αποφάσισε να περιμένει να λιώσει το χιόνι, προκειμένου να οδηγήσει την ταξιαρχία του προς το Νάρβικ. Η απόφαση αυτή δείχνει στους Βρετανούς ότι για την ανακατάληψη του Νάρβικ δεν απαιτείται πλέον ένα απλό εγχείρημα, απαιτείται ολόκληρη εκστρατεία. Οι Βρετανοί δεν καθυστερούν και καταστρώνουν ολόκληρο σχέδιο, με στόχο όχι πλέον το Νάρβικ αλλά το Τρόντχαϊμ, προκειμένου να αποκόψουν το Νάρβικ από τον κύριο όγκο των γερμανικών δυνάμεων, που έχουν απομείνει στο Όσλο. Στις ναυτικές δυνάμεις θα συμμετάσχουν τέσσερα θωρηκτά (Valiant, Warspite, Glorious, Renown), τέσσερα καταδρομικά, 39 αντιτορπιλικά και πλήθος μεταγωγικών και βοηθητικών σκαφών. Ο στόλος θα συνοδεύεται από 100 αεροσκάφη, στην προσπάθεια να διεκδικηθεί η εναέρια κυριαρχία από την Λουφτβάφε. Η εκστρατεία προβλέπει την αποβίβαση μιας ταξιαρχίας και ενός τάγματος Καναδών απευθείας στο Τρόντχαϊμ, ενώ αμέσως μετά θα αποβιβαστεί μια γαλλική ταξιαρχία, υπό τον ταξίαρχο Αντουάν Μπετουάρ (Antoine Béthouart), που εθεωρείτο ειδικός του ορεινού πολέμου.[2]

Την παραμονή σχεδόν της έναρξης της επιχείρησης το μικτό Επιτελείο των Βρετανών εξετάζοντας λεπτομερώς το σχέδιο της εκστρατείας αποφασίζει την ματαίωσή του, με το αιτιολογικό ότι θα διακινδύνευαν έτσι μεγάλες και αναντικατάστατες μονάδες του στόλου.

Τρόντχαϊμ[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στο λιμάνι του Τρόντχαϊμ κατευθύνθηκε η ομάδα 2 των γερμανικών σκαφών, την οποία αποτελούσαν τα εξής σκάφη:

  • Αντμιράλ Χίππερ - βαρύ καταδρομικό
  • Πάουλ Γιακόμπι (Z5) - αντιτορπιλικό
  • Τέοντορ Ρίντελ (Z6) - αντιτορπιλικό
  • Μπρούνο Χάινεμαν (Z8) - αντιτορπιλικό
  • Φρίντριχ Έκολντ (Z16) - αντιτορπιλικό

Στο Τρόντχαϊμ υπήρχε μια από τις πέντε ισχυρές παράκτιες οχυρώσεις των Νορβηγών, στη θέση "Agdenes" που βρίσκεται στο πέρασμα προς τα φιόρδ της πόλης και ακριβώς απέναντι από τον ομώνυμο φάρο. Η πυροβολαρχία περιλάμβανε δύο πυροβόλα των 210 mm, τρία των 150 mm και δύο των 65 mm. Λίγο πιο κάτω και από την ίδια πλευρά βρισκόταν άλλη πυροβολαρχία, με δύο πυροβόλα των 210 mm, δύο των 150 mm και τρία των 65 mm. Στην απέναντι πλευρά (κοντά στον φάρο) υπήρχαν δύο πυροβόλα των 150 mm. Κοντά στη δεύτερη από τις πιο πάνω πυροβολαρχίες, ο νορβηγικός στρατός είχε καθορίσει ένα σημείο παρεμπόδισης, στο οποίο είχε εγκαταστήσει εννέα πολυβόλα "Colt - Browning" με 35 άνδρες, τα οποία παρεμπόδισαν επιτυχώς πέντε απόπειρες των γερμανικών δυνάμεων (500 ανδρών) να αποβιβαστούν εκεί. Από πλευράς ναυτικών δυνάμεων οι Νορβηγοί είχαν μερικά μικρά σκάφη στο φιόρδ του Τρόντχαϊμ, μεταξύ των οποίων η ναρκοθέτις Φρόγια.

Το καταδρομικό Αντμιράλ Χίππερ, παρά τις ζημίες που είχε υποστεί την προηγούμενη, ανέλαβε να "απασχολήσει" τις πυροβολαρχίες. Με τον τρόπο αυτό, τα πέντε αντιτορπιλικά, πλέοντας με ταχύτητα 25 κόμβων και σε προσεκτικά καθορισμένες πορείες, ώστε να ελαχιστοποιηθεί ο χρόνος που παρέμεναν ως στόχοι των πυροβόλων, εισέδυσαν στο κυρίως φιόρδ. Το τόλμημα αυτό διευκόλυναν τόσο οι ζημιές που προκάλεσε μια οβίδα του Χίππερ στο καλώδιο παροχής ρεύματος στους προβολείς αναζήτησης των Νορβηγών, όσο και η βραδύτητα βολών των πυροβόλων τους (έβαλαν μόνο τρεις ομοβροντίες ανά δίλεπτο). Στην προσπάθεια αυτή ένα από τα αντιτορπιλικά κτυπήθηκε. Παρόλο που οι Νορβηγοί "καθυστέρησαν" τους Γερμανούς στην είσοδο του φιόρδ επί έντεκα ώρες έχοντας ελάχιστες απώλειες (ένα νεκρό, δύο τραυματίες) ενώ οι άνδρες των πολυβόλων είχαν μεγαλύτερες (22 άνδρες συνολικά), η πόλη καταλήφθηκε χωρίς μεγάλη δυσκολία και το Φρόγια καταλήφθηκε ανέπαφο.[8]

Έχοντας αντιληφθεί ότι η εκστρατεία κατά του Νάρβικ παρουσίαζε μεγάλες δυσκολίες, οι Γαλλοβρετανοί ορίζουν ως στόχο τους το Τρόντχαϊμ. Όπως προαναφέρθηκε, το αρχικό σχέδιο με κινητοποίηση τεσσάρων θωρηκτών και πλειάδας αντιτορπιλικών και υποστηρικτικών σκαφών εγκαταλείφθηκε, ύστερα από εκτίμηση των επιτελών ότι θα διακινδύνευαν - σε περιοχή μη ελεγχόμενη από αέρος - αναντικατάστατα πλοία του βρετανικού στόλου. Έτσι, οι ήδη έτοιμες δυνάμεις αποβιβάζονται σε δύο μικρές πόλεις κοντά στο Τρόντχαϊμ.

Το Νάμσος είναι μια μικρή κωμόπολη, λίγο βορειότερα του Τρόντχαϊμ, της οποίας οι κάτοικοι ασχολούνται με την αλιεία. Δύο βρετανικές ταξιαρχίες και μια γαλλική ελαφρά μεραρχία αποβιβάζονται εκεί χωρίς να συναντήσει εμπόδια. Αυτό δεν σημαίνει ότι οι Γερμανοί δεν παρακολουθούν τις γαλλοβρετανικές κινήσεις: Όταν η απόβαση ολοκληρώνεται, το Νάμσος δέχεται επίθεση από αέρος και σχεδόν ολόκληρη η πόλη πυρπολείται και καταστρέφεται. Τα βρετανικά αντιαεροπορικά βρίσκονται φορτωμένα στο σκάφος Οι Βρετανοί, τους οποίους διοικεί ο στρατηγός Άντριαν Κάρτον ντε Γουάιαρτ (Adrian Carton de Wiart) ανασυντάσσονται και ξεκινούν για το Τρόντχαϊμ μέσα σε φοβερές καιρικές συνθήκες: Λόγω της κακής οργάνωσης της επιχείρησης, οι Βρετανοί δεν έχουν μεταφορικά μέσα, σκι και βαρέα όπλα. Παρόλ' αυτά, ο Ντε Γουάιαρτ καταφέρνει να φθάσει μέχρι την περιοχή του Στάινκγιερ (Steinkjer), σχεδόν στο μέσο της απόστασης Νάμσος - Τρόντχαϊμ. Εκεί αντιμετωπίζει, εκτός από τα πυρά των πυροβόλων των γερμανικών σκαφών, ακόμη χειρότερες καιρικές συνθήκες, που τον αναγκάζουν να συμπτυχθεί στην περιοχή και να παραμείνει εκεί. Οι Γάλλοι, υπό τις διαταγές του στρατηγού Οντέ δεν μετακινήθηκαν από το Νάμσος.

Το δεύτερο σκέλος της λαβίδας, που θα περιέκλειε το Τρόντχαϊμ, αποβιβάστηκε στο Αντάλσνες (Andalsnes), ένα ακόμη μικρότερο ψαροχώρι στα νότια του αντικειμενικού στόχου και πιο κοντά στο Κρίστιανσουντ απ' ότι στο Τρόντχαϊμ. Τα στρατεύματα που αποβιβάστηκαν εκεί προσπάθησαν να φθάσουν στο Ντόμπας (Dombås) και στον οδικό κόμβο του, προκειμένου να κατευθυνθούν προς Τρόντχαϊμ. Η απόπειρα αυτή αποτυγχάνει, καθώς οι Γερμανοί τους κλείνουν το δρόμο με τους αερομεταφερόμενους αλπινιστές τους.[2]

Η κατάληξη[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ενώ τα στρατεύματα των Γαλλοβρετανών παραμένουν καθηλωμένα, ο Χίτλερ έχει πλέον βεβαιωθεί ότι οι γερμανικές δυνάμεις στη Νορβηγία δεν κινδυνεύουν από τα κακώς εξοπλισμένα και ανεκπαίδευτα γαλλοβρετανικά στρατεύματα. Πράγματι, οι ηγεσίες των Βρετανών και των Γάλλων διατάσσουν την εκκένωση των δυνάμεών τους από τη Νορβηγία, η οποία πραγματοποιείται σταδιακά μέχρι τα τέλη Απριλίου. Τον Μάιο δεν υπάρχει πλέον κανείς Βρετανός ή Γάλλος στην κεντρική Νορβηγία. Αλλά οι Βρετανοί ετοιμάζονται ξανά για το Νάρβικ και ενισχύουν τις δυνάμεις του Μάκεσι. Εν τω μεταξύ έχουν αντιληφθεί ότι κυριαρχία στη θάλασσα δεν έχει πλέον κανένα αντίκρυσμα αν δεν συνοδεύεται από την κυριαρχία στον αέρα. Οι πεισματάρηδες Βρετανοί δεν το βάζουν κάτω και προσπαθούν να ενισχύσουν τον Μάκεσι υπάγοντάς τον στις δυνάμεις του ναυάρχου Κορκ, που είναι πιο αποφασιστικός και δυναμικός. Η ημερομηνία έναρξης των επιχειρήσεων ορίζεται για τις 12 Μαΐου. Οι εξελίξεις, όμως, προλαβαίνουν τους Βρετανούς: Στις 10 Μαΐου ξεκινά η εκστρατεία της Γερμανίας εναντίον της Γαλλίας. Η μάχη για τη Νορβηγία χάνει πλέον κάθε σημασία για τους Συμμάχους, οι οποίοι το μόνο που προσπαθούν πλέον είναι να διασώσουν τις δυνάμεις που υπάρχουν ακόμη στη Νορβηγία. Η εκκένωση ολοκληρώνεται στις 8 Ιουνίου, όχι χωρίς απώλειες από συμμαχικής πλευράς, κυρίως σε ναυτικές δυνάμεις. Οι Νορβηγοί εξακολουθούν να ανθίστανται μέχρι τις 10 Ιουνίου, οπότε υπογράφεται η ανακωχή που οδηγεί στην κατοχή της χώρας τους. Ο Χίτλερ εγκαθιστά κυβέρνηση υπό τον Βίντκουν Κουίσλιγκ και, αποσύροντας τον πρεσβευτή του, εγκαθιστά στη χώρα έναν από τους σκληρότερους γκαουλάιτερ: Τον Γιόζεφ Τερμπόβεν.[2]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]