Επιχείρηση Chariot

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Το "Κάμπελτάουν" σφηνωμένο στην δεξαμενή - στόχο της επιδρομής στο Σεν Ναζέρ

H κωδική ονομασία Επιχείρηση Chariot αναφέρεται στην αμφίβια επιχείρηση που πραγματοποίησε το Βασιλικό Βρετανικό Ναυτικό σε συνεργασία με το Σώμα Βρετανών Κομμάντος κατά των ναυπηγοεπισκευαστικών εγκαταστάσεων που είχαν κατασκευάσει οι Γερμανοί στην υπό κατοχή γαλλική πόλη Σεν Ναζέρ. Η επιχείρηση πραγματοποιήθηκε υπό την αιγίδα του Μικτού Επιτελείου (Combined Operations Command)[1] στις 28 Μαρτίου 1942 και ο στόχος της επιτεύχθηκε, αν και οι απώλειες των Βρετανών σε έμψυχο και άψυχο υλικό ήταν βαριές.

Ιστορικό υπόβαθρο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η πόλη Σεν Ναζέρ βρίσκεται κοντά στις εκβολές του Λίγηρα και, το 1942, είχε πληθυσμό περίπου 50.000 κατοίκων. Λόγω της άμεσης γειτνίασής του με τον Ατλαντικό Ωκεανό η πόλη είχε (και έχει) σημαντική ιστορία ως πόλη αλιέων αλλά και ναυπηγικών εγκαταστάσεων. Μεταξύ άλλων, τα ναυπηγεία του Σεν Ναζέρ είχαν κατασκευάσει και το υπερωκεάνειο "Normandie" (1935) - κατασκευάστηκαν και άλλα υπερωκεάνεια στα ναυπηγεία αυτά, όπως το "Queen Mary II" (1969)[2] και διέθεταν την μεγαλύτερη ξηρή δεξαμενή (dry dock) παγκοσμίως.[3] Οι Ναζί διαβλέποντας την χρησιμότητα των ήδη υπαρχουσών εγκαταστάσεων, απέστειλαν την Οργάνωση Τοτ, η οποία κατασκεύασε μια οχυρή βάση υποβρυχίων, καλυμμένη με οροφή από μπετόν πάχους εννέα μέτρων. Η κατασκευή αυτή ήταν απρόσβλητη από οποιαδήποτε βόμβα της εποχής.

Εκκινώντας από την βάση αυτή, τα γερμανικά "U-boote" (υποβρύχια μείωναν κατά πολύ την απόσταση που έπρεπε να διανύσουν από αντίστοιχα γερμανικά λιμάνια, όπως το Κίελο, για να φθάσουν στον Ατλαντικό. Αυτό το γεγονός αποτελούσε σημαντική απειλή για την Βρετανία και τις θαλάσσιες μεταφορές της, χάρη στις οποίες επιζούσε ως χώρα.[4]

Η κατάσταση επιδεινώθηκε σημαντικά όταν ολοκληρώθηκε η κατασκευή του Τίρπιτς και, τον Ιανουάριο του 1942 το σκάφος απέπλευσε από το Κίελο κατευθυνόμενο στα Νορβηγικά φιόρδ. "Δίδυμο" σκάφος του βυθισμένου Βίσμαρκ, δεν είχε αντίπαλο από πλευράς Βρετανικού Στόλου. Το μόνο σκάφος που θα ήταν ικανό να αναμετρηθεί με το γερμανικό θα ήταν το Χουντ (HMS Hood), το οποίο όμως είχε βυθιστεί στην ναυμαχία με το "Βίσμαρκ". Η βάση του Σεν Ναζέρ ως ορμητηρίου του Τίρπιτς, παράλληλα με τα υποβρύχια, αποτελούσε μια επιπλέον απειλή για τους Βρετανούς, οι οποίοι έτρεμαν στην ιδέα να βρεθεί νηοπομπή τους μπροστά στο γερμανικό σκάφος. Από την άλλη, αν το Τίρπιτς επιχειρούσε στον Ατλαντικό, το μόνο λιμάνι στις ακτές του ωκεανού στο οποίο θα μπορούσε να καταφύγει ήταν αυτό του Σεν Ναζέρ.[5] Το σκεπτικό στο οποίο βασίστηκε η στοχοθεσία της επιχείρησης ήταν απλό: Αν το Γερμανικό πολεμικό Ναυτικό έχανε τις εγκαταστάσεις του Σεν Ναζέρ, ήταν μάλλον απίθανο να έστελνε για επιχειρήσεις στον Ατλαντικό το μεγαλύτερο πολεμικό σκάφος του.[3]

Η προετοιμασία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ήδη από τις αρχές του 1942 η δεξαμενή του Σεν Ναζέρ είχε γίνει στόχος βρετανικών αεροπορικών επιδρομών, αλλά ως στόχος αποδείχτηκε ιδιαίτερα δύσκολος: Η άμεση γειτνίασή του με κατοικημένες περιοχές σήμαινε ότι η RAF έπρεπε να χρησιμοποιήσει βαρέα βομβαρδιστικά για βομβαρδισμό υψηλής ακρίβειας. Την εποχή εκείνη, όμως, συσκευές, βόμβες και σκάφη για παρόμοιο βομβαρδισμό δεν ήταν διαθέσιμα. Επιχείρηση δια ξηράς ήταν, επίσης, ιδιαίτερα δύσκολο να πραγματοποιηθεί σε μια κατεχόμενη χώρα και εναντίον στόχου με πολύ καλές αμυντικές εγκαταστάσεις: Το λιμάνι και η δεξαμενή δεν ήσαν στην ακτή του Ατλαντικού, αλλά βρίσκονταν πέντε περίπου μίλια από τις εκβολές του Λίγηρα και πάνω στις όχθες του, πράγμα που σήμαινε ότι αποβατικά σκάφη που θα τολμούσαν να πλησιάσουν στην ακτή θα επισημαίνονταν άμεσα και θα αντιμετωπίζονταν ανάλογα από τις ισχυρές παράκτιες πυροβολαρχίες.

Όταν, το 1942, ο Βρετανός πρωθυπουργός Ουίνστων Τσώρτσιλ ζήτησε από τις ένοπλες δυνάμεις του να μελετήσουν εκ νέου το πρόβλημα του Τίρπιτς, το αίτημα είχε πλέον ως παραλήπτη τον νέο επικεφαλής του Μικτού Επιτελείου Λόρδο Λούις Μαουντμπάττεν, ο οποίος είχε αντικαταστήσει τον Σερ Ρότζερ Κέιζ (Sir Roger Keyes).[1] Ο Μαουντμπάττεν άρχισε να εξετάζει τρόπους προσβολής της δεξαμενής και κατέληξε σε νέο συμπέρασμα: Κατά τον μήνα Μάρτιο οι παλίρροιες στην περιοχή ήταν ιδιαίτερα ισχυρές, γεγονός που σήμαινε ότι ένα μικρό σκάφος χωρίς καρένα θα μπορούσε να πλησιάσει εύκολα μέσω των αμμωδών διόδων χωρίς να ακολουθήσει την διαδρομή της κανονικής ναυσιπλοΐας. Εδώ προέκυπτε νέο πρόβλημα: Τα μόνα σκάφη που διέθετε η Βρετανία χωρίς καρένα ήταν μερικά μικρά φέρι, τα οποία όμως δεν ήταν ούτε τόσο ελαφρά κι ευέλικτα ούτε τόσο ισχυρά ώστε να μπορούν να μεταφέρουν μεγάλο φορτίο εκρηκτικών.[3]

Το σχέδιο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το επιτελείο του Μαουντμπάττεν μελέτησε ένα παράτολμο σχέδιο, το οποίο βασίστηκε σε δύο σημεία: Στον αιφνιδιασμό και στην γνώση κρυπτογράφησης των εχθρικών μηνυμάτων. Με το κωδικό όνομα "Επιχείρηση Chariot", η δύναμη των επιτιθεμένων θα μπορούσε να πλησιάσει όσο το δυνατόν πιο κοντά στο στόχο πριν επισημανθεί και διαπιστωθεί ότι είναι εχθρική. Αποφεύγοντας το κλασικό κανάλι ναυσιπλοΐας, θα έπλεε σε αβαθή μικρά κανάλια, τα οποία είχαν κριθεί ακατάλληλα για τη ναυσιπλοΐα - και όντως θα ήταν, αν τα σκάφη δεν είχαν ειδικά διασκευαστεί για παρόμοια χρήση. Η δύναμη θα περιλάμβανε, κατά κύριο λόγο, ένα πεπαλαιωμένο και ειδικά διασκευασμένο αντιτορπιλικό: Αποφασίστηκε να χρησιμοποιηθεί το παλαιό αμερικανικό USS Buchanan, το οποίο ήταν ένα από τα 50 παλαιά αντιτορπιλικά που είχαν παραχωρηθεί από τις ΗΠΑ στην Βρετανία σε αντάλλαγμα ναυτικών βάσεων. Το αντιτορπιλικό είχε ενταχθεί στον Βρετανικό στόλο υπό το όνομα HMS Campbeltown. Για να λάβει μέρος σε αυτή την αποστολή, έπρεπε να υποστεί ορισμένες "τροποποιήσεις", που έγιναν στο Ντέβονπορτ (Devonport): Μετασκευάστηκε έτσι ώστε να μοιάζει με γερμανικό τορπιλοβόλο κλάσης "MOWE", αφαιρέθηκαν κάποια τμήματα της θωράκισης και οι βάσεις των πλαϊνών πυροβόλων, όπως και δύο από τις τέσσερις καπνοδόχους του, ενώ οι άλλες δύο "κόπηκαν" υπό συγκεκριμένη γωνία. Η διακυβέρνησή του ανατέθηκε στον υποπλοίαρχο Στέφεν Μπίτι (Lieutenant Commander Stephen H. Beattie).[6]Το σκάφος απογυμνώθηκε επίσης από το μεγαλύτερο μέρος του εξοπλισμού του, ώστε να εμφανίζει μικρότερο βύθισμα (απαραίτητο για την πλεύση του στα επιλεγμένα σημεία), ενώ το αμπάρι φορτώθηκε με 4,5 τόνους εκρηκτικών υλών. Η διαδικασία αυτή διήρκεσε μόλις 10 ημέρες, ενώ μόλις μια ώρα χρειάστηκε για να κατασκευαστούν και τα "διακριτικά" του. Θα συνοδευόταν από στολίσκο μικρών κατάλληλων περιπολικών σκαφών τύπου "Fairmile"[7] τα οποία θα προέρχονταν από την Ακτοφυλακή, ένα τορπιλοβόλο και μια κανονιοφόρο.[8] Τα σκάφη αυτά θα μετέφεραν τμήματα κομμάντος πολύ καλά εκπαιδευμένων, η πλειοψηφία των οποίων θα ήταν ξαπλωμένοι στο κατάστρωμα του αντιτορπιλικού. Το σύνολο των ανδρών ήταν 621 και η διοίκησή τους είχε ανατεθεί στον Πλοίαρχο Ράιντερ (Ryder) του Βασιλικού Ναυτικού και στον Συνταγματάρχη Νιούμαν (Newman).[6] Το αντιτορπιλικό θα ανέπτυσσε όλη την ταχύτητα που διέθετε και θα εμβόλιζε την πρόσθια θύρα της ξηρής δεξαμενής. Οι κομμάντος θα πηδούσαν στην ξηρά για να κάνουν όσο περισσότερες καταστροφές μπορούσαν, και το ίδιο θα έκαναν οι κομμάντος από τα περιπολικά. Αφού το έργο τους ολοκληρωνόταν, τα περιπολικά θα περισυνέλεγαν τους κομμάντος αφήνοντας το αντιτορπιλικό "κολλημένο" στη δεξαμενή. Ύστερα από κάποιο διάστημα τα εκρηκτικά με τα οποία ήταν γεμάτο το αντιτορπιλικό θα εκρήγνυνταν, προκαλώντας την καταστροφή της δεξαμενής.[9]

Το ιδιαίτερα παράτολμο σχέδιο είχε βέβαια και ορισμένες αδυναμίες:[5]

  • Τίποτα δεν μπορούσε να εξασφαλίσει ότι το "Κάμπελτάουν" θα μπορούσε πράγματι να φθάσει την δεξαμενή - στόχο: Πλέοντας κοντά στη βόρεια ακτή του Σεν Ναζέρ, ήταν εντός βεληνεκούς των γερμανικών πυροβόλων που βρίσκονταν διασπαρμένα στην ακτή. Οι Γερμανοί διέθεταν εκεί 32 πυροβόλα με διαμετρήματα που κυμαίνονταν από τα 20 χιλ. ως τα 240 χιλ. (σε πυροβολαρχία επί σιδηροτροχιών στην περιοχή της Λα Μπωλ (La Baule). Άλλα 50 πυροβόλα μικρών διαμετρημάτων (20 - 40 χιλ.) υπεράσπιζαν την ίδια την δεξαμενή, ενώ περίπου 1000 άνδρες χρησιμοποιούνταν για την επάνδρωσή τους.
  • Αν το "Κάμπελτάουν" έφθανε στην δεξαμενή, υπήρχε πάντα η πιθανότητα να μην εκραγούν τα εκρηκτικά τα οποία μετέφερε ή, ακόμη κι αν εκρήγνυνταν, κανείς δεν μπορούσε να εγγυηθεί την καταστροφή των θυρών της δεξαμενής με συνέπεια την αχρήστευσή της.
  • Τα δεκαέξι συνοδευτικά "Fairmiles" ήταν αμφίβολο αν κατόρθωναν να αντιμετωπίσουν την απόσταση των 400 μιλίων που έπρεπε να διασχίσουν στον Ωκεανό για να φθάσουν στις γαλλικές ακτές, χωρίς να υπολογίζεται και το ταξίδι της επιστροφής τους. Όλα τα σκάφη αυτά είχαν δεξαμενές καυσίμων επί του καταστρώματος, ενώ τα μισά ήταν κατασκευασμένα από ξύλο (μαόνι), χωρίς καμία απολύτως θωράκιση και μόλις ένα πυροβόλο "Oerlikon" των 20 χιλ.[10] Αποτελούσαν, επομένως, εύκολους στόχους για τα γερμανικά πυροβόλα. Μόνον η κανονιοφόρος (επίσης κατασκευασμένη από ξύλο) και το "όνομα" MTB-74 έφερε ισχυρότερο οπλισμό και επιλέχτηκε ως "ναυαρχίδα" για τους επικεφαλής των κομμάντος.

Η κατάστρωση του σχεδίου χρειάστηκε μόλις επτά εβδομάδες. Πριν την πραγματοποίηση της επιχείρησης έγιναν δοκιμαστικές ασκήσεις, με χρήση της δεξαμενής "Βασιλιάς Γεώργιος Ε'" στο Σαουθάμπτον, που είχε το κατάλληλο μέγεθος. Έγιναν επίσης ασκήσεις σε χώρους ειδικά διασκευασμένους για να μοιάζουν με τις εγκαταστάσεις του Σεν Ναζέρ, των οποίων η δημιουργία βασίστηκε σε αεροφωτογραφίες της RAF. Αρχικά οι ασκήσεις διεξάγονταν την ημέρα, αργότερα όμως άρχισαν να διεξάγονται και την νύκτα. Ρυθμίστηκαν ακόμη και μικρές λεπτομέρειες, όπως τα συνθηματικά: Το σύνθημα ήταν "War Weapons Week" και το παρασύνθημα "Weymouth". Οι λέξεις αυτές θεωρήθηκαν ως ασφαλέστερες, επειδή στη γερμανική γλώσσα δεν υπάρχει η ίδια φωνητική απόδοση για το γράμμα "w".[10]

Η εκτέλεση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η δεξαμενή - στόχος. Αεροφωτογραφία της RAF, διακρίνεται το "Καμπελτάουν" στο εσωτερικό της

Ως τα μέσα του Μαρτίου οι Βρετανοί είχαν ετοιμάσει τα πάντα για την εκτέλεση της επιχείρησης. Οι πλέον πρόσφατες αεροφωτογραφήσεις της περιοχής, ωστόσο, αποκάλυψαν τέσσερα επιπλέον πυροβόλα πολύ κοντά στην περιοχή της απόβασης.

Η αποστολή ξεκίνησε από το Φάλμουθ το απόγευμα της 26ης Μαρτίου. Επικεφαλής της πομπής ήταν τα αντιτορπιλικά HMS Atherstone και HMS Tynedale. Πίσω τους ακολουθούσε το "Κάμπελτάουν" πλαισιωμένο και από τις δύο πλευρές του από τα μικρά σκάφη. Οι δύο εξοπλισμένες κανονιοφόροι ρυμουλκούνταν από τα αντιτορπιλικά. Η αποστολή έπλευσε όλη τη νύκτα και το πρωί της 27ης Μαρτίου το "Tynedale" επισήμανε το γερμανικό υποβρύχιο U-595[11]. Του επιτέθηκε με όλα τα μέσα που διέθετε και με βόμβες βυθού, χωρίς να είναι δυνατό να διαπιστωθεί αν το γερμανικό σκάφος είχε επισημάνει και αναφέρει την πομπή των υπόλοιπων σκαφών. Όπως αποδείχτηκε, όμως, το υποβρύχιο στην προσπάθειά του να διαφύγει από τα πυρά του αντιτορπιλικού δεν πρόλαβε να την επισημάνει και δεν ανέφερε τίποτε σημαντικό. Από την επίθεση κατά του σκάφους τους οι Γερμανοί συμπέραναν ότι επρόκειτο μάλλον για επιχείρηση πόντισης ναρκών και έστειλαν μερικά σκάφη για έλεγχο, τα οποία δεν βρήκαν απολύτως τίποτα, καθώς η πορεία της πομπής άλλαξε για λόγους παραπλάνησης.[6][10]

Η πομπή συνέχισε και γύρω στις 10 το βράδυ το υποβρύχιο HMS Sturgeon, το οποίο είχε σταλεί ως "πλοηγός" της αποστολής έστειλε φωτεινό σήμα υποδεικνύοντας το ακριβές σημείο εισόδου των σκαφών στις εκβολές του Λίγηρα. Τα δύο ενεργά αντιτορπιλικά ανέκοψαν πορεία και παρέμειναν έξω από τις εκβολές του ποταμού για να υποστηρίξουν τα υπόλοιπα σκάφη που συνέχισαν την πορεία τους. Εν τω μεταξύ η RAF έστειλε μια ομάδα βομβαρδιστικών για να εκτελέσει βομβαρδισμό αντιπερισπασμού, με σκοπό να κρατήσει τους Γερμανούς στα καταφύγιά τους και να αυξήσει τις πιθανότητες μη επισήμανσης των επιδρομέων. Η χαμηλή νέφωση, όμως, δεν επέτρεψε την ορθή εκτέλεση της αποστολής.[1]. Οι Βρετανοί πιλότοι (οι οποίοι δεν είχαν ενημέρωση σχετικά με την επιδρομή) δεν έριχναν τις βόμβες τους παρά πολύ προσεκτικά αφήνοντας μόνο μία σε κάθε πέρασμα σκάφους, φοβούμενοι απώλειες ανάμεσα στον άμαχο πληθυσμό. Αυτό κίνησε υποψίες στους επικεφαλής της γερμανικής άμυνας, ο διοικητής της οποίας αντιλήφθηκε ότι "κάτι περίεργο συμβαίνει" και επισήμανε στους άνδρες της φρουράς "να έχουν το νου τους για πιθανή ρίψη αλεξιπτωτιστών". Γύρω στις 11 το βράδυ ο ειδικός επί των εκρηκτικών στην αποστολή υπολοχαγός Νάιτζελ Τίμπετς (Nigel Tibbets) τοποθέτησε τους πυροκροτητές στα εκρηκτικά του "Κάμπελτάουν", ρυθμίζοντας τον ωρολογιακό μηχανισμό να προκαλέσει την έκρηξη μεταξύ των ωρών 5:00 και 9:00 το πρωί. Τα σκάφη συνέχισαν την πορεία τους με χαμηλή ταχύτητα (μεταξύ 5 και 10 κόμβων), κυρίως για να μην αυξηθεί το βύθισμα του "Κάμπελτάουν", αν και τα μικρά σκάφη είχαν μικρά περιθώρια ευελιξίας σε τέτοιες ταχύτητες. Ο πλοηγός της επιχείρησης υπολοχαγός Α. Ρ. Γκριν (A.R. Green) ανέλαβε να οδηγήσει τα σκάφη ανάμεσα στους λασπότοπους των εκβολών. Το αντιτορπιλικό "βρήκε βυθό" δύο φορές, χωρίς όμως να κολλήσει και συνέχισε την πορεία του. Αργότερα, οι επαγγελματίες πλοηγοί του λιμένα ανέφεραν ότι η πλοήγηση του Γκριν ήταν εκπληκτική, "χωρίς προηγούμενο στην ιστορία του λιμανιού".[10]

Ένα από τα μικρά ξύλινα σκάφη των Βρετανών βυθίζεται καιόμενο στα νερά του Σεν Ναζέρ

Παρά τις ενέργειες των Βρετανών για να μην επισημανθούν τα σκάφη τους από την γερμανική φρουρά, αυτά επισημάνθηκαν τελικά στη 01:15 και στις 01:22 οι γερμανικές πυροβολαρχίες άνοιξαν πυρ εναντίον των σκαφών. Στο σημείο αυτό ο Βρετανός διαβιβαστής εκμεταλλεύθηκε το γεγονός της γνώσης των γερμανικών κρυπτογραφικών μηνυμάτων: Έστειλε μήνυμα στην γερμανική βάση γνωστοποιώντας ότι πρόκειται για φίλια σκάφη. Ακολούθησαν και άλλα παρόμοια μηνύματα, με τα οποία ζητούσε την άδεια προσέγγισης στο λιμάνι, γιατί πολλά σκάφη είχαν υποστεί ζημιές ύστερα από εμπλοκή με τον εχθρικό στόλο. Τα μηνύματα αυτά προκάλεσαν μικρή σύγχυση στους Γερμανούς, οι οποίοι καθυστέρησαν για αρκετά λεπτά την επανάληψη του βομβαρδισμού του στόλου των εισβολέων, με αποτέλεσμα αυτός να πλησιάσει ακόμη περισσότερο προς τον στόχο. Όταν έγινε αντιληπτή η παραπλάνηση, ο βομβαρδισμός επαναλήφθηκε αλλά οι Βρετανοί ανταπέδωσαν τα πυρά με τον ισχνό τους εξοπλισμό και κατάφεραν να εξουδετερώσουν κατά ένα μέρος τα πυρά που δέχονταν. Παράλληλα, ο κυβερνήτης του "Κάμπελτάουν" έδωσε διαταγή το σκάφος του να πλεύσει με το μέγιστο της ταχύτητάς του. Παρόλ' αυτά, το αντιτορπιλικό άρχισε να βάλλεται καταιγιστικά, απείχε όμως πλέον μόνον 700 μέτρα από τον στόχο του. Οι άνδρες που επέβαιναν σε αυτό τραυματίστηκαν ή φονεύθηκαν και την πλοήγησή του ανέλαβαν ο κυβερνήτης του και ο Τίμπετς. Τελικά το αντιτορπιλικό πέρασε το προστατευτικό δίχτυ για τις τορπίλες σχίζοντάς το και επέπεσε στη θύρα της δεξαμενής με ταχύτητα 20 κόμβων, στρεβλώνοντας το σκάφος κατά 12 μέτρα.[5] Οι κομμάντος που είχαν απομείνει ζωντανοί πήδησαν στην ξηρά για να εκτελέσουν την αποστολή τους και ακολούθησαν και όσοι επέβαιναν στα μικρά σκάφη. Συνολικά υπολογίζεται ότι αποβιβάστηκαν περίπου 100 άνδρες, που είχαν να αντιμετωπίσουν τους 5.000 άνδρες της φρουράς του Σεν Ναζέρ. Τα μικρά σκάφη, εν τω μεταξύ, προσπαθούσαν να φθάσουν στο σημείο συνάντησης με τους κομμάντος για να τους παραλάβουν για το ταξίδι της επιστροφής, αλλά λίγα μόνον από αυτά είχαν καταφέρει να επιζήσουν - τα περισσότερα έχοντας βληθεί από τα γερμανικά πυροβόλα είχαν καταστραφεί και βυθιστεί. Τελικά κανένα δεν κατάφερε να διαφύγει, βυθίστηκαν όλα από τα γερμανικά πυροβόλα. Οι κομμάντος αποφάσισαν να διαφύγουν δια ξηράς και να δοκιμάσουν να περάσουν στην Ισπανία, που απείχε 350 χιλιόμετρα.[10] Η προσπάθεια αυτή δεν απέδωσε, καθώς οι περισσότεροι είτε φονεύθηκαν σε μάχη είτε συνελήφθησαν αιχμάλωτοι. Πέντε μόνον από αυτούς κατάφεραν να περάσουν στην Ισπανία και από εκεί στο Γιβραλτάρ. Ορισμένοι από τους κομμάντος και από τους άνδρες των πληρωμάτων των μικρών σκαφών διασώθηκαν από τα βρετανικά αντιτορπιλικά που περίμεναν στις εκβολές του Λίγηρα και τα οποία δέχθηκαν επίθεση από γερμανικά βομβαρδιστικά καθώς αποχωρούσαν με όλη τους την ταχύτητα προς το Φάλμουθ. Στο σημείο αυτό παρενέβη η RAF με τα σμήνη της Παράκτιας Διοίκησης (Coastal Command), που κατέρριψαν τα γερμανικά αεροσκάφη. Το μικρό σκάφος ML-14 ήταν το μόνο που κατάφερε να φθάσει στην ανοικτή θάλασσα, αλλά περίπου 45 μίλια από τις εκβολές συνάντησε το γερμανικό τορπιλοβόλο "Jaguar", το οποίο το βύθισε. Ωστόσο ο κυβερνήτης του "Jaguar" πλοίαρχος Πάουλ (Paul) φρόντισε όσο μπορούσε τους επιζώντες - και ιδιαίτερα τους τραυματίες - που περισυνέλεξε το σκάφος του.[10]

Βρετανοί κομμάντος τραυματισμένοι ύστερα από την επιδρομή

Στο Σεν Ναζέρ οι Γερμανοί φαίνονταν να ανησυχούν πολύ περισσότερο για τους κομμάντος απ' ότι για το σφηνωμένο στην δεξαμενή αντιτορπιλικό, στο οποίο είχαν ανέβει αρκετοί άνδρες της φρουράς, αξιωματικοί και ναύτες, επιθεωρώντας και εξετάζοντας το σκάφος, ενώ στoν προβλήτα είχε μαζευτεί πλήθος περίεργων. Νωρίς το πρωί οι Βρετανοί κομμάντος είχαν εξουδετερωθεί τελείως. Οι Γερμανοί δεν ερεύνησαν το σκάφος, αντίθετα σχεδίαζαν τρόπους για να το απομακρύνουν από εκεί όπου είχε σφηνωθεί. Λίγο πριν το μεσημέρι, ο ωρολογιακός μηχανισμός που είχε συναρμολογήσει ο Τίμπετς δούλεψε τέλεια και οι 4,5 τόνοι εκρηκτικών στο "Κάμπελτάουν" εξερράγησαν, προκαλώντας μεγάλη καταστροφή στην θύρα της δεξαμενής πρακτικά αχρηστεύοντάς την, και φονεύοντας όλους όσοι βρίσκονταν γύρω. Οι υπολογισμοί του αριθμού των θυμάτων κάνουν λόγο για 150 ως 300 νεκρούς.[6] Την επομένη, δύο τορπίλες βραδείας ανάφλεξης που είχε εκτοξεύσει η "ναυαρχίδα" των μικρών σκαφών MTB-74, εξερράγησαν στο λιμάνι προκαλώντας μεγάλη σύγχυση στην φρουρά, που άρχισε να βάλει εναντίον οποιουδήποτε κινούμενου στόχου, ακόμη και κατά των Γάλλων λιμενεργατών και των εργαζομένων της οργάνωσης Τοτ.[10]

Απολογισμός[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η επιδρομή στο Σεν Ναζέρ στοίχισε ακριβά στους Βρετανούς: Τα 18 μικρά σκάφη που συμμετείχαν στην αποστολή βυθίστηκαν όλα. Από τους 621 κομμάντος που έλαβαν μέρος στην επιδρομή, 228 άνδρες επέστρεψαν στη Βρετανία. 169 σκοτώθηκαν και 215 συνελήφθησαν αιχμάλωτοι.[6][8] Από την άποψη, όμως, της επίτευξης του στρατηγικού στόχου, η αποστολή ήταν απόλυτα επιτυχημένη: Η δεξαμενή του Σεν Ναζέρ αχρηστεύθηκε και το Τίρπιτς δεν διέθετε πλέον καμία δεξαμενή επισκευών ικανή να το δεχθεί. Αναγκάστηκε να παραμείνει στα νορβηγικά φιόρδ όπου και βυθίστηκε από τους Βρετανούς, χωρίς να καταφέρει να αποτελέσει απειλή ούτε για ένα σκάφος επιφανείας.

Η επιχείρηση αυτή απέφερε στους συμμετέχοντες - ζωντανούς ή νεκρούς - την μεγαλύτερη (αριθμητικά) απονομή παρασήμων στον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο. Παρασημοφορήθηκαν εβδομήντα τέσσερις από τους συμμετασχόντες, πέντε εκ των οποίων έλαβαν "Μεγαλόσταυρο της Βικτωρίας" (Victoria Cross) - έναν έλαβε ο επικεφαλής Νιούμαν, έναν ο Ράιντερ και έναν ο κυβερνήτης του "Κάμπελτάουν" Μπίτι - ενώ η Γαλλία απένειμε τέσσερις "Πολεμικούς Σταυρούς" (Croix de Guerres).[10]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. 1,0 1,1 1,2 Combined Operations: Operation Chariot
  2. Le Port de Nantes Saint-Nazaire, les sites et leurs activités
  3. 3,0 3,1 3,2 History of War: Antill, P. (6 April 2001), St. Nazaire, Raid on, (Operation Chariot)
  4. St. Nazaire Society: The Chariot Story
  5. 5,0 5,1 5,2 UK History learning site
  6. 6,0 6,1 6,2 6,3 6,4 BBC: WW2 People's War. Fact File: St Nazaire Raid Ανακτήθηκε στις 30-09-2011
  7. Πρόκειται για μικρά περιπολικά / διωκτικά σκάφη, που χρησιμοποιήθηκαν και στον ανθυποβρυχιακό αγώνα, για την άμυνα των βρετανικών ακτών, κατασκευασμένα από την Fairmile Marine
  8. 8,0 8,1 The National Archives: HMS Campbeltown Commemorates the Raid on St Nazaire 28 March 1942. Στιγμιότυπο αρχειοθετημένο στις 9/11/2010, ανακτήθηκε στις 30-09-2011
  9. St. Nazaire Society, Operation Chariot
  10. 10,0 10,1 10,2 10,3 10,4 10,5 10,6 10,7 History Net: Raid on St. Nazaire: Operation Chariot During World War II. Ανακτήθηκε στις 30-09-2011
  11. Η μία πηγή αναφέρει το υποβρύχιο ως U-595 (BBC), η άλλη ως U-593 (History Net)

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Commons logo
Τα Wikimedia Commons έχουν πολυμέσα σχετικά με το θέμα