Επεισόδιο Στενών Κερκύρας

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Με τον όρο Επεισόδιο Στενών Κερκύρας, ή Υπόθεση Στενών Κερκύρας, χαρακτηρίστηκε ένα σοβαρό διπλωματικό επεισόδιο που εκτυλίχθηκε σε τρία στάδια στον πορθμό της Κέρκυρας το 1946 μεταξύ της Αλβανίας και Αγγλίας όταν πλοία του Βρετανικού Βασιλικού Ναυτικού επιχειρώντας τον διάπλου των Στενών δέχθηκαν πυρά από αλβανικά επάκτια πυροβολεία, κατά παράβαση υφιστάμενων διεθνών συνθηκών που καθόριζαν το νομικό καθεστώς των στενών. Κατά τα στάδια του επεισοδίου αυτού υπήρξαν 43 θύματα Άγγλοι ενώ ένα αγγλικό καταδρομικό υπέστη σχεδόν ολική καταστροφή.

Η Αγγλία διαμαρτυρήθηκε στα Ηνωμένα Έθνη και τελικά η υπόθεση οδηγήθηκε στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης όπου με απόφασή του, επιδίκασε την τότε Λαϊκή Δημοκρατία της Αλβανίας με το ποσό των 800.000 λιρών (σημερινής αξίας περίπου 20 εκατομμ. Λιρών), σε αποζημίωση της Αγγλίας, ενώ ακολούθησε διακοπή των διπλωματικών σχέσεων μεταξύ των δύο χωρών.

Επεισόδιο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στην πραγματικότητα η υπόθεση αφορούσε τρία ναυτικά επεισόδια που συνέβησαν τον ίδιο χρόνο στην ίδια περιοχή.

Μάιος 1946[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Συγκεκριμένα στις 15 Μαΐου του 1946 δύο αγγλικά πολεμικά πλοία, αντιτορπιλικά, ο "Ωρίων" και ο "Μεγαλοπρεπής", κατά το διάπλου τους των Στενών της Κέρκυρας, δέχθηκαν αιφνίδια καταιγιστικά πυρά από παρακείμενο αλβανικό επάκτιο πυροβολείο. Από την προσβολή αυτή αν και δεν σημειώθηκε καμία ανθρώπινη απώλεια αλλά ούτε και ζημιά των πλοίων, η Αγγλία απαίτησε δια της διπλωματικής οδού την δημόσια συγνώμη εκ μέρους της κυβέρνησης του Ενβέρ Χότζα. Η Αλβανία αρνήθηκε να πράξει αυτό ισχυριζόμενη ότι τα αγγλικά πολεμικά πλοία είχαν παραβιάσει τα χωρικά της ύδατα αγνοώντας ή μη λαμβάνοντας υπόψη σχετική μνεία των Διεθνών Συνθηκών περί αβλαβούς διέλευσης, προκαλώντας έτσι την διεθνή κοινή γνώμη, ειδικότερα επί της ελεύθερης ναυσιπλοΐας.

Οκτώβριος 1946[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Πέντε μήνες αργότερα στις 22 Οκτωβρίου (1946) συνέβη το δεύτερο επεισόδιο το οποίο και υπήρξε πολύ σοβαρό, όταν μια μικρή αυτή τη φορά αγγλική ναυτική μοίρα αποτελούμενη από δύο καταδρομικά, τα: "Λέανδρος" και "Μαυρίκιος", και δύο αντιτορπιλικά, τα: "Σόμαρεζ" και "Βολέιτζ" έλαβαν εντολή να διέλθουν από βόρεια τα στενά της Κέρκυρας προκειμένου να ελέγξουν τον οφειλόμενο σεβασμό, εκ μέρους της Αλβανίας, στο δικαίωμα της αβλαβούς διέλευσης, σύμφωνα με διεθνή συνθήκη, με την εντολή σε αντίθετη περίπτωση αντίδρασης να επέμβουν.

Κατά τον διάπλου των παραπάνω πλοίων σε γραμμή παραγωγής με πρώτο, μοιραρχίδα, το Μαυρίκιος ακολουθούμενο από το Σομάρεζ, το Λέανδρος και το Βολέιτζ διατηρώντας μεταξύ τους απόσταση από 3 μέχρι 7 στάδια του μιλίου, περί ώρα 14:50 προ του κόλπου των Αγίων Σαράντα, το Σομάρεζ προσέκρουσε σε νάρκη θαλάσσης με συνέπεια να υποστεί πολύ σοβαρές ζημιές στη πλώρη με ταυτόχρονη εξάπλωση πυρκαγιάς από την οποία έχασαν τη ζωή τους 32 μέλη του πληρώματος. Τελικά το πλήρωμα υπό τον κυβερνήτη Ούγο Κνόλλυς κατάφερε να σβήσει τη πυρκαγιά και τάχιστα να αποκλείσει τα στεγανά διαμερίσματα του πρωραίου υποφράγματος που είχε πλέον κατακλυστεί από νερό.
Στη συνέχεια διατάχθηκε το ουραγό πλοίο του σχηματισμού Βολέιτζ να ρυμουλκήσει το Σομάρεζ από την πρύμνη στον λιμένα της Κέρκυρας. Κατά την ρυμούλκηση του σκάφους, περίπου μιάμιση ώρα μετά το συμβάν, στις 16:15 το Βολέιτζ προσέκρουσε και αυτό σε νάρκη με συνέπεια να σκοτωθούν 11 μέλη του πληρώματος και το πλοίο να υποστεί και αυτό ζημίες, λίγο περιορισμένες. Η επιχείρηση όμως της ρυμούλκησης συνεχίστηκε με πολύ αργό ρυθμό και τελικά τα πλοία κατέπλευσαν στην Κέρκυρα το πρωί της επομένης μετά από προσπάθεια 14 ωρών. Ο τελικός απολογισμός ήταν 43 νεκροί και περίπου ίδιος αριθμός τραυματιών και από τα δύο πλοία, ενώ το πρώτο πλοίο κρίθηκε μη επισκευάσιμο.

Νοέμβριος 1946[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το τρίτο περιστατικό συνέβη στις 12-13 Νοεμβρίου 1946 κατά τη διάρκεια επιχείρησης ναρκαλιείας και καθαρισμού των Στενών της Κέρκυρας για την απόδοσή τους στην ελεύθερη και ασφαλή ναυσιπλοΐα. Η επιχείρηση αυτή επεκτάθηκε και εντός των χωρικών υδάτων της Αλβανίας σε αναζήτηση «πειστηρίων του εγκλήματος» των προηγουμένων συμβάντων, χωρίς όμως την άδεια της αλβανικής κυβέρνησης.
Η επιχείρηση αυτή που τελούσε υπό τον Άγγλο διοικητή ναυτικών δυνάμεων της Μεσογείου με την παρουσία συμμαχικών παρατηρητών και υπό την κάλυψη αεροπλανοφόρου, καταδρομικών και άλλων πολεμικών πλοίων επιφανείας, αλιεύθηκαν περίπου 22 νάρκες η θέση των οποίων προσδιόριζε σαφές παράνομο θαλάσσιο ναρκοπέδιο και όχι τυχαία μεμονωμένη ρίψη ναρκών.

Επακόλουθα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Εξέταση ναρκών[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Θραύσματα δύο εξ αυτών των ναρκών που ανατινάχτηκαν στάλθηκαν στην Μάλτα για σύγκριση και εξέταση με εκείνων στις οποίες είχαν προσκρούσει λίγους μήνες πριν τα δύο αγγλικά πολεμικά. Από την εξέταση διαπιστώθηκε ότι ήταν ίδιου τύπου, γερμανικής κατασκευής που εκ του πρόσφατου χρωματισμού, της έλλειψης σκουριάς, υδρόβιας παρουσίας και της λίπανσής τους προσδιορίστηκε ο χρόνος πόντισής τους λίγο πριν του δεύτερου συμβάντος.

Αγγλική διαμαρτυρία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Αμέσως μετά την παραπάνω διαπίστωση, στις 9 Δεκεμβρίου η Αγγλία εξέδωσε προς την Αλβανία ειδική απαιτητική νότα αποκατάστασης των συμβάντων Μαΐου και Οκτωβρίου εντός με την απειλή σε περίπτωση άρνησης το ζήτημα θα παραπεμφθεί στο Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ. Η Αλβανία απαντώντας σχετικά αρνήθηκε τους ισχυρισμούς της Αγγλίας υποστηρίζοντας ότι το όλο ζήτημα ήταν έργο εναντίον των μεταξύ τους σχέσεων χωρών υπονοώντας την Ελλάδα.

Εκδίκαση υπόθεσης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τελικά η Αγγλία εισήγαγε το ζήτημα προς εκδίκαση στο Διεθνές Δικαστήριο το οποίο εξετάζοντας αυτό το 1949 αποφάσισε την καταβολή αποζημίωσης υπέρ της Αγγλίας με το ποσό των 843.947 λιρών (2.009.437 δολλ.ΗΠΑ).

Παρατηρήσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]