Εντουάρ Νταλαντιέ

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Ο Εντουάρ Νταλαντιέ (γαλλικά: Édouard Daladier, 18 Ιουνίου 1884 - 10 Οκτωβρίου 1970) ήταν Γάλλος ριζοσπάστης πολιτικός, ο οποίος διετέλεσε τρεις φορές Πρωθυπουργός της Γαλλίας και ήταν αυτός που υπέγραψε, για λογαριασμό της χώρας του την Συμφωνία του Μονάχου το 1938.

Ο Νταλαντιέ με τον Ρίμπεντροπ. Μόναχο, 1938

Σύντομη βιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Νταλαντιέ γεννήθηκε στις 18 Ιουνίου 1884 στην πόλη Καρπεντράς (Carpentras) του γεωγραφικού διαμερίσματος Βοκλύζ (Vaucluse) της Νοτιοανατολικής Γαλλίας. Ο παππούς του ήταν κτίστης και ο πατέρας του, Κλωντ Νταλαντιέ (Claude Daladier), αρτοποιός. Στην εργασία του το βοηθούσε η σύζυγός του, Ροζ (πατρικό Rose Mouries), η οποία ήταν κόρη του πρώτου του εργοδότη. Η οικογένεια είχε τρία παιδιά, δύο γιούς και μια κόρη, με τον Εντουάρ να είναι το δεύτερο. Δύο ακόμη παιδιά που είχε αποκτήσει το ζευγάρι απεβίωσαν σε μικρή ηλικία.

Ο Εντουάρ διέφερε, ως χαρακτήρας, σημαντικά από τον μεγαλύτερο αδελφό του Γκυστάβ (Gustave), πράγμα που διέκρινε πρώτη η μητέρα τους. Ο μεγάλος ήταν εξαίρετος για να κληρονομήσει το αρτοποιείο του πατέρα, ο Εντουάρ, όμως, επεδείκνυε μεγάλη έφεση προς τα γράμματα και τις σπουδές. Η μητέρα του έκανε ό,τι μπορούσε για να στείλει τον Εντουάρ για ανώτερες σπουδές. Αρχικά τον έστειλε να συμμετάσχει σε εξετάσεις για υποτροφία (σε ηλικία 10 μόλις ετών), την οποία ο Εντουάρ κέρδισε και έτσι ξεκίνησε τις σπουδές του. Τελείωσε το Δημοτικό και τις πρώτες τάξεις του Γυμνασίου στην Καρπέντρας και στη συνέχεια μετέβη στο Λύκειο της Λυών, όπου είχε καθηγητή τον Εντουάρ Εριό (Édouard Herriot). Ο νεαρός Εντουάρ ολοκλήρωσε τις σπουδές του (Études Superieurs) με "Λίαν Καλώς". Τον Ιούλιο του 1909 ταξιδεύει στο Παρίσι για να λάβει μέρος στον διαγωνισμό Ιστορίας και Γεωγραφίας του Πανεπιστημίου της Σορβόννης, στον οποίο πρωτεύει ανάμεσα στους 85 συμμετέχοντες. Έπειτα από αυτό επιστρέφει στη γενέτειρά του και τον Σεπτέμβριο διορίζεται καθηγητής Ιστορίας και Γεωγραφίας στο Λύκειο της Νιμ (Nîmes), θέση την οποία εγκαταλείπει ένα χρόνο αργότερα, επωφελούμενος ενός έτους σπουδών στο εξωτερικό, που είχε κερδίσει με την επιτυχία του στη Σορβόννη.

Πολιτική σταδιοδρομία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Δήμαρχος στην Καρπεντράς[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Αποφασίζει να μεταβεί στην Ρώμη, όπου ασχολείται με την μελέτη των επαναστατικών κινημάτων που οδήγησαν στην ενοποίηση της Ιταλίας τον 19ο αιώνα. Η χαρά του για το ταξίδι αυτό μειώνεται, καθώς, λίγο πριν αναχωρήσει, πεθαίνει η μητέρα του. Ύστερα από ένα χρόνο ερευνών σε αρχεία και βιβλιοθήκες, επιστρέφει στην Γαλλία, όπου διορίζεται Καθηγητής στο Λύκειο της Γκρενόμπλ (Lycée de Grenoble). Ο Επιθεωρητής που θα τον αξιολογήσει θα γράψει γι' αυτόν: "... Ο κ. Νταλαντιέ έχει πολλά προσόντα (...) και σημαντικές γνώσεις στον τομέα του, αλλά, το σημαντικότερο, αυτές είναι λογικά διατεταγμένες στο μυαλό του... Ο κ. Νταλαντιέ έχει όλα τα προσόντα για να ηγηθεί μιας ομάδας ή να διευθύνει ένα Εκπαιδευτικό Ίδρυμα...". Οι πολιτικές του πεποιθήσεις είναι δημοκρατικές, όπως και της οικογένειάς του, και οι σπουδές του τις ενισχύουν. Ο Εντουάρ αρχίζει να σκέπτεται την ανάμιξή του στην πολιτική και θέτει υποψηφιότητα για Δήμαρχος της Καρπεντράς, αξίωμα στο οποίο και εκλέγεται τον Μάιο του 1912. Αντίθετα με άλλους τοπικούς άρχοντες, ο Νταλαντιέ δεν παραμένει αυστηρά προσηλωμένος στην διοίκηση της μικρής του πόλης, αλλά σκέπτεται και προβληματίζεται με το μέλλον της Γαλλίας και της Ευρώπης. Βλέπει τον "θαυμαστό εξοπλισμό" της Γερμανίας, που τον ανησυχεί, και δηλώνει ότι πρώτο μέλημα της Γαλλίας οφείλει να είναι η διατήρηση της ανεξαρτησίας της. Ο Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος τον βρίσκει στο αξίωμα του Δημάρχου και, αφού λαμβάνει ένα τηλεγράφημα για την επιστράτευση, φροντίζει να εξασφαλίσει τον εφοδιασμό της πόλης με τρόφιμα και φεύγει, για να καταταγεί στη Μονάδα στην οποία είναι επίστρατος. Το ίδιο κάνει και ο μεγαλύτερος αδελφός του.[1] Στον Πόλεμο ξεκινά από τον βαθμό του Λοχία για να καταλήξει Λοχαγός διοικητής λόχου με την λήξη του.

Βουλευτής, Υπουργός, Πρωθυπουργός[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η εμπλοκή του στην πολιτική συνεχίζεται. Ο πρώην καθηγητής του Εντουάρ Εριό είναι επικεφαλής του Ριζοσπαστικού Κόμματος (Parti Radical). Ο Νταλαντιέ προσχωρεί στο Κόμμα, με το οποίο εκλέγεται βουλευτής της Βοκλύζ το 1919. Πολύ σύντομα γίνεται γνωστός στο Παρίσι και, το 1924, συμμετέχει στην πρώτη Κυβέρνηση του Εριό ως Υπουργός Αποικιών. Κατά τα έτη 1924 έως 1928 λαμβάνει επίσης Υπουργικές θέσεις (Υπουργός Πολέμου, Δημοσίων Έργων, Δημοσίων Κατασκευών) στις διάφορες Κυβερνήσεις συνεργασίας[2], ενώ παίζει σημαντικό ρόλο και στη διάσπαση του "Συνασπισμού της Αριστεράς" (Cartel des gauches) μεταξύ Ριζοσπαστών και του Σοσιαλιστικού "Section Française de l'Internationale Ouvrière". Ο Νταλαντιέ εξελίχτηκε σε ηγετικό στέλεχος των Ριζοσπαστών, λαμβάνοντας το προσωνύμιο "ο ταύρος της Βωκλύζ" (torreau de Vaucluse), τόσο λόγω του χονδρού λαιμού του όσο και της αποφασιστικότητάς του. Το 1933 αναλαμβάνει για πρώτη φορά την Πρωθυπουργία και το 1934 για δεύτερη φορά, όμως η υπόθεση Σταβίσκι οδηγεί στην κατάρρευση του δεύτερου "συνασπισμού της αριστεράς". Όταν την εξουσία αναλαμβάνει ο συνασπισμός του Λαϊκού μετώπου, ο Νταλαντιέ γίνεται Υπουργός Πολέμου (1936) και, το 1938, με την κατάρρευση του Λαϊκού μετώπου, αναλαμβάνει εκ νέου την Πρωθυπουργία (10 Απριλίου). Αυτή του η θητεία ήταν η (χρονικά) μακρότερη και σημαντικότερη, καθώς ήταν η εποχή που η Ναζιστική Γερμανία είχε αρχίσει να εκδηλώνει ανοιχτά τις επεκτατικές της βλέψεις. Η Κυβέρνηση, που σχημάτισε τότε, επέζησε μέχρι τις 10 Μαρτίου 1940 και αποτελούνταν από τους εξής:

  • Πρωθυπουργός και Υπουργός Πολέμου: Εντουάρ Νταλαντιέ
  • Αντιπρόεδρος και Υπουργός Συντονισμού: Καμίλ Σοτάν (Camille Chautemps)
  • Εθνικής Οικονομίας: Ρεϊμόν Πατενότρ (Raymond Patenôtre)
  • Δικαιοσύνης: Πωλ Ρεϊνώ (Paul Reynaud)
  • Εσωτερικών: Αλμπέρ Σαρρό (Albert Sarraut)
  • Εξωτερικών: Ζωρζ Μποννέ (Georges Bonnet)
  • Οικονομικών: Πωλ Μαρσαντό (Paul Marchandeau)
  • Πολεμικού Ναυτικού: Σεζάρ Καμπινσί (César Campinchi)
  • Εμπορικού Ναυτικού: Λουί ντε Σαπεντελέν (Louis de Chappedelaine)
  • Αεροπορίας: Γκυ Λα Σαμπρ (Guy La Chambre)
  • Εμπορίου: Φερνάν Ζεντέν (Fernand Gentin)
  • Παιδείας: Ζαν Ζε (Jean Zay)
  • Γεωργίας: Ανρί Κυέιγ (Henri Queuille)
  • Επικοινωνιών και Ταχυδρομείων: Αλφρέντ Ζυλ-Ζυλιέν (Alfred Jules-Julien)
  • Δημοσίων Έργων: Λυντοβίκ-Οσκάρ Φροσάρ (Ludovic-Oscar Frossard). Ανήκε στο Κόμμα Σοσιαλιστικής Ένωσης (Union Socialiste) και αντικαταστάθηκε παραιτούμενος από τον ντε Μονζί (de Monzie)
  • Εργασίας: Πωλ Ραμαντιέ (Paul Ramadier) Ανήκε στο Κόμμα Σοσιαλιστικής Ένωσης (Union Socialiste) και αντικαταστάθηκε παραιτούμενος από τον Πομμαρέ (Pommaret)
  • Υγείας: Μαρκ Ρυκάρ (Marc Rucart)
  • Συντάξεων και Απομάχων: Ωγκύστ Σαμπετιέ ντε Ρίμπ (Auguste Champetier de Ribes)
  • Αποικιών: Ζωρζ Μαντέλ (Georges Mandel)[3]
Ο Νταλαντιέ (δεξιά) και ο Πρεσβευτής Αντρέ-Φρανσουά Πονσέ (André François-Poncet) στην υπογραφή της Συμφωνίας του Μονάχου, 1938

Οι αποφάσεις αυτής της Κυβέρνησης είχαν κεφαλαιώδη σημασία για την μετέπειτα εξέλιξη των γεγονότων στην Ευρώπη και τον Κόσμο. Μια από τις πλέον σημαντικές ευρωπαϊκές συσκέψεις, στις οποίες συμμετείχε ο νέος Πρωθυπουργός ήταν τον Σεπτέμβριο του 1938 στο Μόναχο. Έχοντας αποφασίσει από κοινού με τον Άγγλο Πρωθυπουργό Νέβιλ Τσάμπερλεν να ακολουθήσουν την αποκαλούμενη "πολιτική του κατευνασμού", υπογράφει την Συμφωνία του Μονάχου (29 Σεπτεμβρίου 1938), με την οποία η Γαλλία (όπως και η Αγγλία) υπαναχώρησε απέναντι στην Τσεχοσλοβακία και συμφώνησε στη διάσπασή της και την απόδοση της Σουδητίας στην Γερμανία. Ο Νταλαντιέ δεν είχε αυταπάτες ως προς τις πραγματικές βλέψεις του Χίτλερ και ήδη από τις πρώτες του συναντήσεις με τον Άγγλο ομόλογό του, του είχε επισημάνει ότι "ο Χίτλερ αποβλέπει στην απόλυτη κυριαρχία της Ευρώπης και μάλιστα σε τέτοιο βαθμό, που οι Ναπολεόντειες βλέψεις ωχριούν μπροστά της". Πριν τη σύναψη της Συμφωνίας του Μονάχου του είχε, επίσης, πει: "Σήμερα είναι η σειρά της Τσεχοσλοβακίας. Αύριο θα έρθει η σειρά της Πολωνίας και της Ρουμανίας και, όταν το Τρίτο Ράιχ θα εξασφαλίσει τις προμήθειες σε τρόφιμα και πετρέλαιο που έχει υπολογίσει, θα στραφεί προς Δυσμάς". Τα λεγόμενά του δεν έπεισαν τον Τσάμπερλεν, ο οποίος ήθελε πάση θυσία να αποφύγει ένα πόλεμο. Ο Νταλαντιέ, σκεπτόμενος την τεράστια πληθυσμιακή αιμορραγία που είχε υποστεί η χώρα του κατά τον Πρώτο πόλεμο, υποχώρησε και συνέπλευσε με τους Άγγλους. Επιστρέφοντας στο Παρίσι, περίμενε να βρει ένα έξαλλα αντιτιθέμενο πλήθος. Αντίθετα, βρήκε ένα πλήθος να τον επευφημεί. Η αντίδρασή του ήταν να πει εμπιστευτικά στον βοηθό του, Αλεξίς Λεζέ (Alexis Léger): "Α, τους ανόητους!" [4].

Ωστόσο, οι απόψεις του δεν είχαν μεταβληθεί, όπως αποκαλύπτει το εμπιστευτικό μήνυμα του Αμερικανού Πρεσβευτή στο Παρίσι Ουίλιαμ Κ. Μπούλιτ (William Christian Bulitt) προς τον Αμερικανό Πρόεδρο Φράνκλιν Ρούζβελτ στις 6 Φεβρουαρίου 1939[5]

Στις 23 Αυγούστου 1939 υπογράφεται το Γερμανοσοβιετικό Σύμφωνο μη Επίθεσης. Τόσο οι Άγγλοι όσο και οι Γάλλοι απογοητεύονται σφοδρά από την ενέργεια αυτή. Ο Νταλαντιέ, υπακούοντας στην λαϊκή απαίτηση, θέτει το Γαλλικό Κομμουνιστικό Κόμμα, το οποίο αρνείται να αποκηρύξει την ενέργεια αυτή του Ιωσήφ Στάλιν, εκτός νόμου. Λίγες ημέρες αργότερα (1 Σεπτεμβρίου 1939) η Γερμανία εισβάλλει στην Πολωνία. Ο Νταλαντιέ είναι απρόθυμος να κηρύξει πόλεμο κατά της Γερμανίας και ο Ζωρζ Μποννέ δηλώνει στον Πολωνό Πρεβευτή στο Παρίσι ότι "δεν σκοπεύει να αφήσει να σκοτωθούν για την Πολωνία τα νιάτα της Γαλλίας".[6] Ωστόσο, ο Γάλλος Πρεσβευτής στο Βερολίνο Ρομπέρ Κουλόντρ επιδίδει, την ίδια ημέρα και σχεδόν ταυτόχρονα με τον Άγγλο Πρεσβευτή μια "ευφημιστική κήρυξη πολέμου", δηλώνοντας ότι "αν η Γερμανία δεν αποσύρει αμέσως τα στρατεύματά της από την Πολωνία, η Γαλλία θα βρεθεί στην ανάγκη να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις της απέναντι στην Πολωνία, όπως αυτές προκύπτουν από την συμμαχία των δύο χωρών".[7] Ο Νταλαντιέ δεν κινείται κατά της Γερμανίας, της οποίας οι δυνάμεις είναι απασχολημένες ανατολικά, έχοντας αφήσει αφύλακτα τα δυτικά της σύνορα. Ο Γαλλικός Στρατός, κινητοποιημένος πλήρως, δεν το κουνά από τη θέση του. Η απόφαση της αδράνειας δεν βαρύνει, όμως, μόνο τον Νταλαντιέ, αλλά ολόκληρη την πολιτική και, κυρίως, την στρατιωτική ηγεσία της Γαλλίας. Μόνο στις 7 Σεπτεμβρίου η Γαλλία αποφασίζει να ξεκινήσει μια διείσδυση στις γερμανικές περιοχές. Ο Χίτλερ, μη θέλοντας να εμπλακεί σε διμέτωπο αγώνα, έχει δώσει εντολή στις (πενιχρές) δυνάμεις που βρίσκονται στην περιοχή απλά να αντισταθούν, εκδιώκοντας τους εισβολείς, χωρίς να εμπλακούν περαιτέρω. Η γαλλική εισβολή εξελίσσεται σε μια απλή αψιμαχία, που και αυτή ανακόπτεται όταν διαπιστώνεται ότι η όλη διαδικασία είναι μάταιη για την Πολωνία, καθώς η χώρα έχει, στρατιωτικά και πολιτικά, καταρρεύσει.

Στις 30 Νοεμβρίου 1939 η Σοβιετική Ένωση εισβάλλει στην Φινλανδία. Οι Φινλανδοί αντιτάσσουν εκπληκτική άμυνα και ματαιώνουν τα σταλινικά σχέδια. Η Αγγλία και η Γαλλία θέλουν να βοηθήσουν τους Φινλανδούς, αλλά διστάζουν πολύ και η βοήθεια που στέλνουν στην Φινλανδία είναι από μηδαμινή έως ασήμαντη (η Γαλλία έστειλε μυδράλια - αντίκες του 1915). Ύστερα από αυτή την αποτυχία, ο Νταλαντιέ και η Κυβέρνησή του παραιτούνται (10 Μαρτίου 1940). Τη διακυβέρνηση της Γαλλίας αναλαμβάνει ο Πωλ Ρεϊνώ (Paul Reynaud).

Κατά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Όταν η Γαλλία κατέρρευσε μετά την εισβολή των Γερμανών, τον Ιούνιο του 1940, ο Νταλαντιέ διέφυγε στην Γαλλική Βόρεια Αφρική, προσδοκώντας να υπάρξει συνέχεια της Γαλλικής Κυβέρνησης έξω από το μητροπολιτικό έδαφος. Με εντολή της Κυβέρνησης του Βισύ συλλαμβάνεται στο Μαρόκο και επαναφέρεται στην Γαλλία, όπου, τον Φεβρουάριο του 1942, δικάζεται από την φιλογερμανική Κυβέρνηση για προδοσία. Στο δικαστήριο μέμφεται ανοικτά τον Φιλίπ Πεταίν και την ομάδα του για την ανετοιμότητα των Γαλλικών δυνάμεων στην αντιμετώπιση της γερμανικής εισβολής. Καταδικάζεται σε φυλάκιση και εγκλείεται στην φυλακή μέχρι το 1943, οπότε και παραδίδεται στους Γερμανούς, οι οποίοι τον εγκλείουν στο Στρατόπεδο συγκέντρωσης Μπούχενβαλντ. Παραμένει εκεί μέχρι την λήξη του Πολέμου το 1945.

Μεταπολεμικά[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μετά την απελευθέρωση της Γαλλίας εκλέγεται και πάλι στο Κοινοβούλιο συνεχώς από το 1945 έως το 1958, από τους σημαντικότερους αντιπολιτευτές του Στρατηγού Σαρλ ντε Γκωλ. Εξελέγη, επίσης, Δήμαρχος της Αβινιόν από το 1953 ως το 1958. Απεβίωσε στο Παρίσι στις 10 Οκτωβρίου 1970 και ενταφιάστηκε στο Νεκροταφείο Περ Λασέζ (Père-Lachaise) της πόλης.

Πηγές, Αναφορές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Βιογραφία του Νταλαντιέ από τον Υβόν Λαπακελερί (Yvon Lapaquellerie) στο βιβλίο του Νταλαντιέ "Defense du Pays", αμερ. μετάφρ. και έκδοση Doubleday, Doran & Co, New York, 1939
  2. World at War
  3. Alexander Werth, France and Munich Before and After the Surrender, Read Books, 2007 ISBN 1-4067-0671-X
  4. Ζαν-Πωλ Σαρτρ "Le sursis"
  5. Daladier's Opinion on Britain, Germany and Italy, 6/02/1939 στο " Anthony P. Adamthwaite, The Making of the Second World War, Routledge, 1989, ISBN 0-415-90716-0"
  6. Ρεϊμόν Καρτιέ, Ιστορία του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, Πάπυρος, Αθήνα, 1964, τ. Α΄
  7. Καρτιέ, ό.π.

Δείτε επίσης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • William Shirer, The Collapse Of The Third Republic: An Inquiry into the Fall of France in 1940, De Capo Press, 1969
  • Stanton B. Leeds, These Rule France: The Story of Edouard Daladier and the Men Around Daladier, Kessinger Publishing, LLC, 2007 ISBN 1-4304-9809-9
  • René Rémond, Janine Bourdin, Edouard Daladier, Chef de gouvernement: avril 1938 - septembre 1939, Presses de la Fondation nationale des sciences politiques, 1977, ISBN 2-7246-0377-X