Ελληνοτουρκικός πόλεμος του 1897
|
|
Αυτό το άρθρο ή η ενότητα αναφέρει βιβλιογραφία ή πηγές, αλλά δεν περιέχει καθόλου ή επαρκείς εμβόλιμες παραπομπές ώστε να μπορούν να επαληθευτούν οι πηγές του. Μπορείτε να βοηθήσετε την Βικιπαίδεια προσθέτοντας κατάλληλες εμβόλιμες παραπομπές που να υποστηρίζουν το άρθρο. Η σήμανση τοποθετήθηκε στις 11/07/2010. |
Ο Ελληνοτουρκικός Πόλεμος του 1897 ή, διαφορετικά, ο πόλεμος των τριάντα ημερών ή και Μαύρο '97 ήταν πόλεμος μεταξύ του Βασιλείου της Ελλάδας και της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας κατά το έτος 1897, ως απόρροια της τότε έκβασης του Κρητικού προβλήματος. Ο πόλεμος κατέληξε σε ταπεινωτική ήττα της Ελλάδας και επιβολή διεθνούς οικονομικού ελέγχου.
Ο πόλεμος άρχισε στις 6 Απριλίου 1897 και έληξε με την παρέμβαση των Μεγάλων Δυνάμεων στις 7 Μαΐου, αφού οι Τούρκοι είχαν καταλάβει τη Θεσσαλία. Η ειρήνη υπογράφηκε στις 6 Σεπτεμβρίου, σε προσωρινή συνθήκη μετά από πεντάμηνες διαπραγματεύσεις των Μεγάλων Δυνάμεων με το Οθωμανικό κράτος (την Υψηλή Πύλη). Η τελική συνθήκη υπογράφηκε στις 22 Νοεμβρίου 1897[1].
Σημειώνεται ότι ο πόλεμος αυτός του 1897 απετέλεσε την πρώτη πολεμική εμπλοκή της Ελλάδας, κατά την οποία και δοκιμάσθηκε σε εκστρατεία τόσο ο τότε πολεμικός μηχανισμός της όσο και πολεμικό δυναμικό της, 67 χρόνια μετά από την απόκτηση της ανεξαρτησίας της.
Πίνακας περιεχομένων |
[Επεξεργασία] Αίτια και αφορμές
Η Οθωμανική κυβέρνηση είχε ως γνωστό αναγνωρίσει με την Συνθήκη του Βερολίνου (1878) την υποχρέωσή της να εφαρμόσει στην Κρήτη τον οργανικό κανονισμό του 1868, με τις προσδιοριζόμενες μεταρρυθμίσεις (ως Σύμβαση της Χαλέπας). Οι διορισθέντες όμως υπό του Σουλτάνου γενικοί διοικητές της Κρήτης παραβίαζαν την συμφωνία εκείνη με αποτέλεσμα να προκύψουν η Κρητική επανάσταση του 1885, η Κρητική επανάσταση του 1888 και εκείνη Κρητική επανάσταση του 1889.
Το 1894 διοικητής Κρήτης διορίσθηκε ο τέως Ηγεμόνας της Σάμου, ο Καραθεοδωρής πασάς, που πράγματι επέδειξε ιδιαίτερο ζήλο για την εφαρμογή των φιλελεύθερων μεταρρυθμίσεων (Χαλέπας) και που δυστυχώς όμως συνάντησε την έντονη αντίδραση των Τούρκων της νήσου. Των αντιδράσεων εκείνων ακολούθησαν ταραχές που κατέληξαν σε σοβαρή ρήξη μεταξύ Ελλήνων και Τούρκων με αποτέλεσμα δύο χρόνια μόλις μετά να εκραγεί η νέα Κρητική επανάσταση του 1896.
Έτσι τουρκικές ενισχύσεις άρχισαν να φθάνουν και να αποβιβάζονται στη Κρήτη ενώ παράλληλα ελληνικές ομάδες εθελοντών από την Ελλάδα άρχισαν να καταφθάνουν προς ενίσχυση των Ελλήνων επαναστατών. Τότε άρχισαν και να καταπλέουν στα ύδατα της Κρήτης πολεμικά πλοία των Μεγάλων Δυνάμεων, με αποτέλεσμα μέρα με τη μέρα η κατάσταση να χειροτερεύει. Με την επέμβαση όμως των Μεγάλων Δυνάμεων τελικά ο Σουλτάνος παραχώρησε τις ζητούμενες εγγυήσεις, για την εφαρμογή των συμφωνηθεισών μεταρρυθμίσεων, και προσωρινά φάνηκε να είχε αποκατασταθεί η ηρεμία.
Όμως οι Τούρκοι της νήσου δεν φαίνονταν και τόσο ικανοποιημένοι βλέποντας ότι με τις μεταρρυθμίσεις που είχαν επιβληθεί, ουσιαστικά, η διοίκηση της Κρήτης παραδίνονταν στους Έλληνες. Έτσι από τον Ιανουάριο του 1897 ο ερεθισμός αυτός μεταξύ των δύο εντοπίων λαών έφθασε σε μεγάλη ένταση. Δολοφονίες, εμπρησμοί χωριών, φονικές συμπλοκές ακολουθούμενο το ένα του άλλου ξέσπασαν στις πόλεις και τα χωριά προκαλούμενες από τους Τούρκους, αποδεδειγμένα συμπράττοντας σ΄ αυτά και ο εκεί υφιστάμενος τουρκικός στρατός.
Στις 2 Φεβρουαρίου 1897 ο πρόξενος της Γαλλίας στα Χανιά τηλεγραφούσε στην Κυβέρνησή του:
Χθές η πάλη διήρκεσεν όλην την ημέραν και ως λέγεται τα θύματα είναι πολυάριθμα. Οι Χριστιανοί προσδραμόντες αθρόως εκ του εσωτερικού απέκλεισαν τα Χανιά. Κατέχω αποδείξεις ότι η σύγχρονος αυτή εξέγερσις των Μωαμεθανών εν Ηρακλείω, Ρεθύμνω και Χανίοις είναι αποτέλεσμα οδηγιών εκ Κωνσταντινουπόλεως προς πρόκλησιν ταραχών, όπως παρακωλυθή η εφαρμογή των μεταρρυθμίσεων.
Είναι άξιο προσοχής το ότι στο τηλεγράφημα οι Κρήτες διακρίνονται σε Χριστιανούς και Μουσουλμάνους και όχι με εθνικά ονόματα λαών.
Πράγματι οι ταραχές εκείνες έλαβαν μεγάλη έκταση. Οι Τούρκοι έκαψαν την ελληνική συνοικία των Χανίων, ενώ μέγα μέρος του ελληνικού πληθυσμού της πόλης κατέφυγε στα πολεμικά πλοία των Μ. Δυνάμεων. Τότε ακριβώς οι Έλληνες της Κρήτης κήρυξαν νέα επανάσταση ζητώντας πλέον την ένωση με την Ελλάδα καθόσον αγήματα πεζοναυτών από τα ξένα πολεμικά πλοία αποβιβάστηκαν στα Χανιά.
[Επεξεργασία] Υφιστάμενη κατάσταση
Την εποχή εκείνη στα πολιτικά πράγματα της χώρας ήταν η Κυβέρνηση Θεοδώρου Δηλιγιάννη που είχε διαδεχθεί την Κυβέρνηση του Νικόλαου Δεληγιάννη στις 31 Μαΐου του 1895. Ο Πρωθυπουργός Θεόδωρος Δηλιγιάννης καθώς και οι υπουργοί του Αλέξανδρος Σκουζές (υπουργός εξωτερικών) και Νικόλαος Γ. Μεταξάς (υπουργός Στρατιωτικών) δέχονταν τους μύδρους της παράφορης δημαγωγικής ρητορείας του αρχηγού της τότε αντιπολίτευσης Δημητρίου Ράλλη ότι ειδικά ο Πρωθυπουργός είναι ανίκανος να χειριστεί εθνικά ζητήματα. Έφθασε μάλιστα, ο Δ. Ράλλης, στο σημείο ν΄ απειλεί επανάσταση, ακόμη και με κίνδυνο εμφυλίου, δηλώνοντας κατά την συνεδρίαση της Βουλής στις 21 Ιανουαρίου 1897:
Εάν η μοίρα κατεδίκασε την Ελλάδα να υποστή εκ νέου την πολιτική της κυβερνήσως του Θ. Δηλιγιάννη, οίαν υπέστη κατά το παρελθόν, ήθελον τεθή επικεφαλής όπως υψώσω την σημαίαν της επαναστάσεως κατά του καθεστώτος το οποίον εις ουδέν έτερο συντελεί ή να ζημιοί τα εθνικά συμφέροντα.
Συνέπεια των λόγων αυτών ήταν οι επαναλαμβανόμενες οχλαγωγικές συγκεντρώσεις στους δρόμους της Αθήνας που επακολούθησαν. Οι κατηγορίες δε που διαδίδονταν κατά της Κυβέρνησης και κατά του Βασιλιά δεν είχαν προηγούμενο. Ανεύθυνοι εθνοσωτήρες άρχισαν να διαδίδουν και να ενσπείρουν σύγχυση και υποψίες ότι Κυβέρνηση και Βασιλιάς ακολουθούν πολιτική υποτέλειας στην Αγγλία, αφού η Ελλάδα δεν επιθυμούσε στη πράξη ν΄ αναλάβει καμία άμεση αλλά και αποτελεσματική ενέργεια υπέρ του Κρητικού αγώνα.
Ένα επίσης περίεργο και πανίσχυρο τότε σωματείο που είχε δημιουργηθεί, η Εθνική Εταιρεία, με πολυάριθμους οπαδούς στο στρατό, στον πνευματικό χώρο, στο δικαστικό σώμα και στις εφημερίδες άρχισε να επηρεάζει τα δρώμενα. Είχε δε αυτή αποκτήσει τόση δύναμη ώστε να επηρεάζει και τον στρατό και μάλιστα με την αξίωση να ρυθμίζει την εσωτερική και εξωτερική πολιτική της χώρας με κύριο σκοπό τον πόλεμο και μόνο τον πόλεμο προς την Οθωμανική αυτοκρατορία.
Ούτε ο Βασιλιάς αλλά ούτε και η Κυβέρνηση ήλθαν σε σύγκρουση με τις τόσο αντιδραστικές εκείνες δυνάμεις, ικανές να διεγείρουν ακόμη και τον όλεθρο του εμφυλίου αφού ο βαθμός της εξ αυτών διάβρωσης του κρατικού μηχανισμού ήταν άγνωστος, εμπρός στην αναγκαιότητα της συσπείρωσης του λαού εκείνες τις ώρες. Όμως τρεις ημέρες μετά, μέσα στην έξαψη εκείνη του λαού, μόλις έφθασαν οι πρώτες ειδήσεις περί σφαγών και εμπρησμών στη Κρήτη αμέσως συνήλθε συμβούλιο και αποφασίσθηκε, στο δίκαιο της άμυνας και της οφειλόμενης προστασίας, η αποστολή μοίρας ελληνικών πολεμικών πλοίων στη Κρήτη υπό την αρχηγία του δευτερότοκου Πρίγκιπα Γεωργίου, με την εντολή της παρεμπόδισης κάθε περαιτέρω αποβίβασης τουρκικών δυνάμεων στη μεγαλόνησο.
Στις 25 Ιανουαρίου (νέο ημερολόγιο) αποπλέουν τα πρώτα τορπιλλοβόλα, στις 27 Ιανουαρίου το σχεδόν νεότευκτο θωρηκτό ΥΔΡΑ με διοικητή της θωρηκτής μοίρας τον ναύαρχο Αρ. Ράινεκ, ακολουθούμενο από τα ΜΥΚΑΛΗ και ΠΗΝΕΙΟΣ ενώ στις 29 Ιανουαρίου το τορπιλοβόλο ΙΩΝΙΑ με γενικό Διοικητή της τορπιλοβόλου μοίρας τον Πρίγκιπα Γεώργιο και άλλα μεταγωγικά. Με αυτή την ενέργεια, η Ελλάδα προσπαθούσε να δημιουργήσει τετελεσμένο γεγονός για την επίτευξη της ένωσης. Οι σκοποί αυτοί της Ελλάδας έγιναν φανεροί με τη διακοίνωση που επέδωσε στους διπλωματικούς εκπροσώπους της στο εξωτερικό, μετά από τις εξηγήσεις που ζήτησαν οι πρεσβευτές των Μεγάλων δυνάμεων στην Αθήνα.[2]
Όμως και η απόφαση αυτή δεν στάθηκε ικανή τουλάχιστον να περιορίσει τους ρήτορες των οχλαγωγικών εκδηλώσεων αλλά και ούτε την ικανοποίηση της αντιπολίτευσης που κατηγορούσε τώρα την Κυβέρνηση πως ναι μεν, αλλά, δεν διέταξε τον στόλο να βομβαρδίσει τις παράλιες τουρκικές συνοικίες της Κρήτης. Έτσι η πίεση για αποστολή στρατού άρχισε να φουντώνει. O Πρωθυπουργός τότε υπέκυψε και ζήτησε επίσημα από τον Βασιλέα Γεώργιο την αποστολή εκστρατευτικού σώματος, παρόλο ότι αυτό ισοδυναμούσε με πρόκληση πολέμου. Ο Βασιλεύς Γεώργιος αντιστάθηκε στο αίτημα αυτό χαρακτηρίζοντας μια τέτοια επιχείρηση στρατού άνευ διεθνούς κάλυψης ως "ληστοπραξία".
Ο Πρωθυπουργός όμως φοβούμενος, σε περίπτωση ματαίωσης της αποστολής, εξέγερση του λαού επέμεινε και τελικά αποφασίσθηκε η αποστολή μικτού αποσπάσματος από δύο τάγματα πεζικού, ένα λόχο ευζώνων, ένα τάγμα μηχανικού και μια ορειβατική πυροβολαρχία, υπό την διοίκηση του συνταγματάρχη Τιμολέοντα Βάσσου. Σκοπός του αποσπάσματος ήταν να προβεί σε κατοχή του νησιού, δημιουργώντας έτσι τετελεσμένο γεγονός για την ένωση με την Ελλάδα, για να προλάβει τη σχεδιαζόμενη διεθνή κατοχή και αυτονόμηση της Κρήτης.[3]
Το μικτό αυτό απόσπασμα στάλθηκε στις 1 Φεβρουαρίου με το Αλφειός (ατμομιοδρόμων) και το επίτακτο Ιωνία και δύο άλλα πλοία όπου και αποβιβάσθηκε στον όρμο Κολυμπάρι, δυτικά των Χανίων. Στις 7 Φεβρουαρίου άρχισε την επίθεσή κατά του πύργου των Βουκολιών και την επόμενη κατάφερε περίλαμπρη νίκη κατά 4.000 Τουρκοκρητών και τακτικού οθωμανικού στρατού στη μάχη των Λειβαδιών.
Ενοχλημένοι όμως οι Ναύαρχοι των Μεγάλων Δυνάμεων, που είχαν στο μεταξύ αποβιβάσει αγήματα, από την παρουσία αυτή, απαγόρευσαν του λοιπού κάθε κίνηση και πολεμική ενέργεια του ελληνικού μικτού σώματος.
[Επεξεργασία] Ενέργειες Μεγάλων Δυνάμεων
Την ίδια όμως μέρα που απέπλεε το τορπιλλοβόλο με τον Πρίγκιπα Γεώργιο και η δύναμη του μικτού αποβατικού σώματος από 1.200 αξιωματικούς και οπλίτες υπό τον Βάσσο, μέσα σε φρενήρεις και ενθουσιώδεις επευφημίες του λαού, που είχε συρρεύσει στον Πειραιά, οι στόλοι της Γαλλίας (υπό τον ναύαρχο Ποτιέ), Αγγλίας (υπό τον ναύαρχο Χάρρις), Ρωσίας (υπό τον ναύαρχο Άντριεφ), Αυστρίας (υπό τον ναύαρχο Μπράχ), και Ιταλίας (υπό τον ναύαρχο Κανεβάρο), είχαν καταπλεύσει στη Κρήτη. Αποβίβασαν αγήματα στα Χανιά, 50 - 100 ανδρών ανά εθνικότητα, υπό Ιταλό Πλοίαρχο διοικητή αποβατικών δυνάμεων, θέτοντας έτσι την Κρήτη, και με την συγκατάθεση της Τουρκίας, υπό την προστασία τους, απαγορεύοντας κάθε περαιτέρω τουρκική απόβαση. Αμέσως μετά οι σημαίες των παραπάνω Μ. Δυνάμεων υψώθηκαν παράπλευρα της Τουρκικής στο φρούριο των Χανίων. Έτσι όταν έφθασε το ελληνικό μικτό απόσπασμα του Βάσσου, υπό τις συνθήκες αυτές αναγκάσθηκε εκ των πραγμάτων ν΄ αποβιβασθεί στη θέση Κολυμπάρι (24 χλμ. δυτικά των Χανίων).
Την επομένη (2 Φεβρουαρίου) ο συνταγματάρχης Βάσσος από την Μονή Γωνιές (Β. του Κολυμπάρι) εξέδωσε, εν ονόματι του Βασιλιά των Ελλήνων, προκήρυξη προς τον Κρητικό λαό με την οποία και ανήγγειλε την κατάληψη της Κρήτης. Και ενώ αποφασίσθηκε την επομένη, σε συνεργασία και με τον ναύαρχο Ράινεκ η κατάληψη των Χανίων ακολουθώντας παραλιακή οδό, τούτον συνάντησε ένστολος αξιωματικός της διεθνούς χωροφυλακής και του επέδωσε μήνυμα – εντολή του τοποτηρητή ότι αφενός η Κρήτη έχει τεθεί υπό την προστασία των 5 Μεγάλων Δυνάμεων, αφετέρου ο ελληνικός στόλος που έχει καταπλεύσει ν΄ απόσχει κάθε πολεμικής επιχείρησης, το δε μικτό απόσπασμα να παραμείνει εκεί που βρίσκεται χωρίς καμία περαιτέρω ενέργεια.
Παρά την παραπάνω όμως διακοίνωση, ακολούθησαν η μάχη των Βουκολιών και η μάχη των Λειβαδιών μετά τις οποίες το μικρό ελληνικό εκστρατευτικό σώμα ανακλήθηκε, κατά το μήνα Μάρτιο, και ενσωματώθηκε στη δύναμη της Θεσσαλίας.
[Επεξεργασία] Διακοίνωση Δυνάμεων
Στις 18 Φεβρουαρίου / 2 Μαρτίου 1897, οι παραπάνω Μ. Δυνάμεις επέδωσαν στην ελληνική κυβέρνηση διακοίνωση με την οποία κατέστησαν γνωστή την απόφασή τους να παραχωρήσουν στη Κρήτη καθεστώς αυτονομίας υπό την υψηλή κυριαρχία του Σουλτάνου, αφού απέκλεισαν την ένωσή της με την Ελλάδα. Για να τεθούν οι προϋποθέσεις της αυτονομίας (της οποίας οι λεπτομέρειες δεν είχαν συμφωνηθεί ακόμη), έθεταν προθεσμία 6 ημερών προκειμένου η Ελλάδα ν΄ ανακαλέσει το εκστρατευτικό της σώμα από την Κρήτη, ενώ τα τουρκικά στρατεύματα θα μειώνονταν και θα περιορίζονταν στα φρούρια.
Η Υψηλή Πύλη συμφώνησε προς την λύση αυτή, η ελληνική κυβέρνηση όμως την απέρριψε. Στη φάση αυτή η ελληνική κυβέρνηση, κάτω από την πίεση της αντιπολίτευσης και της εκτεταμένης δράσης της Εθνικής Εταιρείας που υποκινούσαν οχλοκρατικές εκδηλώσεις στους δρόμους της Αθήνας αλληλοκατηγορούμενοι οι πάντες για «εσχάτη προδοσία», αν η Κρήτη αυτονομούνταν, αντέκρουσε τη διακοίνωση ζητώντας τη διεξαγωγή δημοψηφίσματος των Κρητών, προκειμένου οι ίδιοι ν΄ αποφασίσουν. Όμως οι Μεγάλες Δυνάμεις δεν συναινούσαν στον τρόπο που εννοούσε η Ελλάδα την αυτονομία. Η Αγγλία και η Ιταλία ήταν πιο δεκτικές σε αυτονομία υπό τον πρίγκηπα Γεώργιο της Ελλάδας αλλά η Γερμανία, που επιθυμούσε την ανατροπή του βασιλιά της Ελλάδας ως αγγλόφιλου και την αντικατάστασή του με τον γερμανόφιλο Διάδοχο Κωνσταντίνο, ήταν βασικός παράγοντας εναντίον κάθε συμβιβασμού.[4] Μαζί της συμπαρατάσσονταν η Ρωσία και η Αυστρία.
Μετά την άρνηση της Ελλάδας να συμμορφωθεί στην περί αυτονομίας της Κρήτης απόφαση των Μεγάλων Δυνάμεων, ήταν ολοφάνερο ότι η Ελλάδα, απομονωμένη από κάθε διεθνή υποστήριξη και με τις Μεγάλες Δυνάμεις να μη της επιτρέπουν να έρθει σε συνεννόηση με την Οθωμανική Αυτοκρατορία, προχωρούσε προς τον πόλεμο. Το ίδιο συνέβαινε και στην αντίπαλη πλευρά, όπου ο σουλτάνος ήταν δέσμιος των πολεμοχαρών υπουργών και στρατιωτικών του.[4] Τελικά, η Οθωμανική κυβέρνηση αποφάσισε τον πόλεμο κατά της Ελλάδας, αφού όμως της δόθηκε αφορμή με την εισβολή των ατάκτων στη Μακεδονία.
[Επεξεργασία] Κατάσταση των εμπολέμων δυνάμεων
Ο ελληνικός στρατός δεν ήταν σε επαρκή κατάσταση ετοιμότητας και η σχετική φράση του πρωθυπουργού Χαριλάου Τρικούπη, στη Βουλή, πριν λίγα χρόνια, ανταποκρινόταν σε μεγάλο βαθμό στην αλήθεια. Οι αξιωματικοί του πεζικού, εκτός ελάχιστων εξαιρέσεων, ήταν εντελώς αμαθείς και ανίκανοι, όπως και αυτοί του ιππικού. Σε κάπως καλύτερη κατάσταση βρίσκονταν οι αξιωματικοί του πυροβολικού και του μηχανικού, έχοντας τουλάχιστον θεωρητική μόρφωση αλλά με σημαντικό πρόβλημα στην πρακτική εκπαίδευση (πολλοί πυροβολητές δεν είχαν ρίξει, πριν τον πόλεμο, ούτε μια βολή). Ακόμη και ο οπλισμός του στρατού υστερούσε, με βασικό όπλο τον γκρα (αργό οπισθογεμές τουφέκι), με φυσίγγια του 1886 ή και παλιότερων εποχών. Αντίθετα, οι Τούρκοι ήταν εξοπλισμένοι με επαναληπτικά τουφέκια τύπου μάουζερ, ενώ το βεληνεκές των τουρκικών πυροβόλων ήταν αρκετά μεγαλύτερο από αυτό των ελληνικών. Μόνο στο ναυτικό ήταν αδιαμφισβήτητη η ελληνική υπεροχή.[5]
| "Δεν έχομεν στρατόν. Ο ελληνικός στρατός της σήμερον είναι αγέλη." |
| Πρωθυπουργός Χαρίλαος Τρικούπης[5] |
Ο τουρκικός στρατός ήταν σε σαφώς καλύτερη κατάσταση. Διέθετε όχι μόνο αριθμητική υπεροχή και καλύτερο οπλισμό αλλά και καλύτερη εκπαίδευση στελεχών, από Γερμανούς αξιωματικούς. Είναι χαρακτηριστικό πως, αν η οθωμανική στρατιωτική διοίκηση δεν έκανε σειρά τακτικών σφαλμάτων, ειδικά κατά τη μάχη των Φαρσάλων, θα είχε επιτύχει την εκμηδένιση του ελληνικού στρατού.[5]
[Επεξεργασία] Τα γεγονότα του πολέμου
Αμέσως μετά την άρνηση της Ελλάδας στη Διακοίνωση των Συμμάχων για την αυτονομία της Κρήτης, την ίδια μέρα δηλαδή της επίδοσης - άρνησης στις 18 Φεβρουαρίου κηρύσσεται επίσημα γενική επιστράτευση (που όμως είχε ξεκινήσει αθόρυβα τρεις μέρες πριν), με πολλές ατέλειες, κατά την οποία κλήθηκαν τελικά 10 κλάσεις εφέδρων. Η τουρκική επιστράτευση είχε ξεκινήσει και εκείνη νωρίτερα, ακανόνιστα όμως και πολύ πιο πρόχειρα, ενώ η έλλειψη οικονομικών μέσων επαύξανε την αταξία επιστράτευσης των Τούρκων.
[Επεξεργασία] Μεθόριος
Το 1897 η ελληνοτουρκική μεθόριος στη Θεσσαλία βρισκόταν στις ΝΑ. προσβάσεις του Ολύμπου και στις νότιες προσβάσεις των Χασίων σχηματίζοντας ένα Υ με τη βάση του μεταξύ των χωριών Γκρίζανος και Ζάρκος, όπως αυτή είχε προσδιοριστεί από την Επιτροπή Καθορισμού Ελληνοτουρκικών Συνόρων (Θεσσαλίας - Ηπείρου), επί σχεδίων που εκπόνησε ο Άγγλος ταγματάρχης Τζών Άρταγκ, που υπογράφηκε στις 20 Ιουνίου του 1882 και ολοκληρώθηκε περί το τέλος του ίδιου έτους, στις 5 Νοεμβρίου του 1882.
Ο ποταμός Πηνειός αποτελούσε για τον Τούρκο Διοικητή προγεφύρωμα για την εκδίωξη των Ελλήνων. Η ελληνική διοίκηση πιστή μέχρι τότε στα γαλλικά πρότυπα πολεμικής τακτικής είχε εμπιστευθεί την οργάνωση της άμυνας στον Γάλλο στρατηγό Βοσσέρ της γαλλικής αποστολής στα υπερκείμενα του Πηνειού περάσματα Μελούνας (Β. του Τυρνάβου) και Ρεβένι (Ν. του Τυρνάβου) αμφότερα δυτικά της Λάρισας.
[Επεξεργασία] Ανάπτυξη μονάδων
[Επεξεργασία] Ελληνικές δυνάμεις
Ο ελληνικός στρατός εκστρατείας που συγκροτήθηκε απετέλεσε τρεις μεραρχίες. Την 1η (Ι Μεραρχία) με Διοικητή τον Μακρή, με στρατηγείο τη Λάρισα και 2η (ΙΙ Μεραρχία) με διοικητή τον συνταγματάρχη Γεώργιο Μαυρομιχάλη με στρατηγείο τα Τρίκαλα, που συγκεντρώθηκαν στη Θεσσαλία και η 3η (ΙΙΙ Μεραρχία) με διοικητή τον συνταγματάρχη Θρασύβουλο Μάνο, στη περιοχή της Άρτας. Αρχηγός του στρατού Θεσσαλίας ορίσθηκε, με Διάταγμα που δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως στις 12/25 Μαρτίου ο Διάδοχος Κωνσταντίνος, που έφθασε στο στρατηγείο του και ανέλαβε στις 17/29 Μαρτίου από τον υποστράτηγο Νικόλαο Μακρή και με αρχηγό του επιτελείου τον συνταγματάρχη πυροβολικού Κωνσταντίνο Σαπουτζάκη και υπασπιστή τον λοχαγό Χατζηπέτρο. Τότε ο Διάδοχος Κωνσταντίνος ήταν ο μοναδικός Έλληνας αξιωματικός με βαθμό στρατηγού. Η σύνθεση της τότε ελληνικής μεραρχίας περιελάμβανε:
- 2 ταξιαρχίες, συγκροτούμενη έκαστη από 2 συντάγματα πεζικού.
- 4 ανεξάρτητα τάγματα ευζώνων.
- 1 σύνταγμα πυροβολικού.
- 1 σύνταγμα ιππικού και
- 2 λόχους μηχανικού.
Έτσι η δύναμη της Ηπείρου ήταν όπως η προαναφερόμενη της Μεραρχίας ενώ της Θεσσαλίας ήταν διπλάσια (2 Μεραρχίες). Η δε δύναμη του στρατού Θεσσαλίας ανέρχονταν σε 38.000, 500 ιππείς και 96 πυροβόλα, ενώ της Άρτας σε 16.000 άνδρες και 40 πυροβόλα.
[Επεξεργασία] Τουρκικές δυνάμεις
Αντίθετα ο τακτικός σουλτανικός στρατός (ο επιλεγόμενος επίσημα "Ασκερί Νιζαμιγιέ Σαχανέ") εκστρατείας που συγκροτήθηκε αντίστοιχα αποτελούνταν από 8 μεραρχίες πεζικού και μία μεραρχία ιππικού (3πλάσιες δυνάμεις των ελληνικών). Εξ αυτών 2 μεραρχίες πεζικού διατέθηκαν στην Ήπειρο ενώ η κύρια δύναμη των 6 μεραρχιών πεζικού και της μεραρχίας ιππικού διατέθηκε στα Θεσσαλικά σύνορα. Η σύνθεση της τότε τουρκικής μεραρχίας ήταν:
- 15-18 τάγματα πεζικού, δηλαδή από 5-6 συντάγματα περίπου
- 3-6 πεδινές πυροβολαρχίες,
- 1 ίλη ιππικού
Η τουρκική μεραρχία ιππικού περιελάμβανε 16 ίλες και 3 έφιππες πυροβολαρχίες. Εκτός όμως της τακτικής αυτής δύναμης ο τουρκικός στρατός Θεσσαλίας διέθετε και γενική εφεδρεία αποτελούμενη από 10 τάγματα πεζικού, 9 πεδινές πυροβολαρχίες και 3 λόχους μηχανικού. Έτσι η συνολική τουρκική δύναμη εις μεν τα Θεσσαλικά σύνορα έφθανε τους 92.500 άνδρες πεζικού, 1300 ιππείς, με 186 πυροβόλα εις δε της Ηπείρου 29.000 άνδρες με 24 πυροβόλα. Επίσης παρά τον τουρκικό στρατό υπήρχε γερμανική εκπαιδευτική στρατιωτική αποστολή υπό τον Γερμανό στρατηγό φον ντερ Γκολτς.
Αρχηγός του τουρκικού εκστρατευτικού στρατού ήταν ο Ετέμ Πασάς που είχε ως σύμβουλό του τον Γερμανό φον Γρούμβκοφ και αρχηγό του επιτελείου τον Σεφκέτ μπέη. Διοικητές των μεραρχιών ήταν οι στρατηγοί Χαϊρή (1ης), Νεσκάτ (2ης), Μεμντούχ (3ης), Χαϊντέρ (4ης), Χακή (5ης), Χαμντή (6ης) και Σουλεϋμάν της του ιππικού.
[Επεξεργασία] Μέτωπο Θεσσαλίας
Στην Θεσσαλία οι Τούρκοι είχαν συγκεντρώσει έξι μεραρχίες με 58.000 πεζούς, 1500 ιππείς και 156 πυροβόλα υπό την διοίκηση του Εντέμ Πασά με αρχηγείο την Ελασσόνα, ενώ μια έβδομη ήρθε αργότερα. Οι Έλληνες ήταν 45.000 πεζοί, 800 ιππείς και 96 πυροβόλα, και διοικούνταν από τον πρίγκηπα Κωνσταντίνο με στρατηγείο τη Λάρισα. Ο ελληνικός στόλος του 1897 πραγματικά κυριαρχούσε στην θάλασσα, αφού ήταν μεγαλύτερος του τουρκικού.
Μία μέρα πριν φθάσει ο Διάδοχος Κωνσταντίνος στο στρατηγείο, 2.600 άτακτοι από την Εθνική Εταιρεία πέρασαν τα σύνορα προσπαθώντας να ξεσηκώσουν σε επανάσταση την Μακεδονία όπου και σημειώθηκαν οι πρώτες αψιμαχίες. Εξ αφορμής αυτού στις 6 Απριλίου ο Εντέμ Πασάς διέταξε γενική επίθεση.
[Επεξεργασία] Επιτελικά σχέδια
Το σχέδιο του Τούρκου αρχηγού (και του γερμανικού επιτελείου του) ήταν να περάσει από την ελληνική αριστερή πλευρά, και το ταχύτερο δυνατόν ή να κυκλώσει τους Έλληνες ή να φθάσει στο Πηνειό όπου με προγεφύρωμα αυτόν ν΄ απωθήσει τους Έλληνες στη Στερεά, πλην όμως στη πράξη συνάντησε σθεναρή πλευρική αντίσταση ενώ το κέντρο του αντίθετα προχώρησε. Έτσι το αρχικό σχέδιο συνέχεια μεταβαλλόταν με συνέπεια τις αργές μετακινήσεις των τουρκικών σχηματισμών.
Το σχέδιο του ελληνικού επιτελείου όπως το είχε παραδώσει ο Γάλλος Βοσσέρ και είχε προηγουμένως επεξεργασθεί και εγκρίνει ο υποστράτηγος Μακρής[5] ήταν κυρίως αμυντικό, βασισμένο όμως στη γαλλική τακτική, δηλαδή της ανάπτυξης ανοικτών πεδίων εμπλοκής με τις γνωστές οδυνηρές ατέλειες, τις ίδιες ακριβώς που είχε αντιμετωπίσει και ο Γεώργιος Καραϊσκάκης στη μάχη του Φαλήρου, ειδικά όταν ο εχθρός είναι αριθμητικά υπέρτερος.[εκκρεμεί παραπομπή] Επιπλέον, δεν είχαν εκπονηθεί αναλυτικά σχέδια ούτε υλοποιηθεί σοβαρά αμυντικά έργα και δεν υπήρχαν εφεδρείες που θα επέτρεπαν το σχηματισμό 2ης αμυντικής γραμμής και την αποστολή ενισχύσεων στα σημεία όπου θα υπήρχε ανάγκη.[5]
Όμως ο Διάδοχος Κωνσταντίνος έκρινε μη ικανοποιητική αυτή τη διάταξη και στις 19 Μαρτίου έδωσε εντολή για αναπροσαρμογή της. Συγκεκριμένα, ο στρατός θα διατασσόταν σε βάθος, αντί της προηγούμενης γραμμικής παράταξης, ώστε να συγκεντρωθεί σε ισχυρότερες μονάδες, στα πιθανά σημεία εισβολής των Τούρκων. Η διαταγή αυτή, λίγες μέρες πριν την έναρξη των εχθροπραξιών, ήταν λογικό να συναντήσει δυσκολίες και να μην έχει προλάβει να συμπληρωθεί στις πρώτες μέρες του πολέμου.[5]
[Επεξεργασία] Εισβολή ατάκτων
Όπως αναφέρθηκε παραπάνω πριν φθάσει στο στρατηγείο της Λάρισας και αναλάβει την διοίκηση των επιχειρήσεων, κατ΄ εντολή της κυβέρνησης, ο Διάδοχος Κωνσταντίνος, περίπου 2.500 – 3.000 άτακτοι εισόρμησαν στην τουρκοκρατούμενη Μακεδονία. Η δύναμη αυτή είχε οργανωθεί από την Εθνική Εταιρεία η οποία, από τον Φεβρουάριο, όπλιζε συρφετούς απολέμων και αμάχων.[6] Φαίνεται πως, σε συνεννόηση με την κυβέρνηση, είχε αποφασιστεί οι άτακτοι να εισβάλλουν από τη δυτικότερη πλευρά των συνόρων στη Μακεδονία, για να διασφαλίσουν το αριστερό άκρο του ελληνικού στρατού και να απειλήσουν το τουρκικό δεξιό.[6]
Σ΄ αυτή τη δύναμη συμπεριλαμβάνονταν ένας λόχος Ιταλών εθελοντών υπό την ηγεσία του σινιόρου Τσιπράνι, (επαναστάτης διεθνούς τότε φήμης) μία δύναμη Ελλήνων που έφεραν τα σύμβολα της Εθνικής Εταιρείας (γράμματα και ρητά) και συγκροτούσαν δύο τάγματα υπό την ηγεσία δύο πρώην υπολοχαγών του ελληνικού στρατού των: Αλέξανδρου Μυλωνά, (πρώην υπ/γός πεζικού από την Υπάτη), και Γεώργιου Καψαλόπουλου, (πρώην υπ/γός οικονομικού από τα Σιάτιστα), με διοικητές έξι λόχων τους: Ιωάννη Χατζηπέτρο (πρώην ανθ/γος οικονομικού), Παρνασσό Μυλωνά (γιατρός, αδελφός του αρχηγού), Κ. Σακελλαρόπουλο (γιατρός από την Καρδίτσα), και τους οπλαρχηγούς από τη Μακεδονία Γιαννούλη Ζέρμα ή Ζέρμο, Παναγιώτη Αλαμάνη και Γεώργιο Νταβέλη.
Διοικητές των 15 διμοιριών, (κοινώς Μπουλουξήδες), που συγκροτούνταν από δύναμη κυρίως Μακεδόνων που είχαν καταφύγει στη Λάρισα, είχαν οριστεί οι Μακεδόνες οπλαρχηγοί 1. Ζήσης Βράκας, 2. Χρήστος Λάζος, 3. Ιωάννης Μανιαμούνιας, 4. Δημήτρης Καντάρας, 5. Ιωάννης Μπάλας, 6. Ιωάννης Λινάρας, 7. Ντίνος Σαράντης, 8. Μήτσος Μακρής, καθώς και οι 9. Ιωάννης Χασιώτης (από τα Χάσια), 10. Παύλος Νεράτζης (από Θεσσαλία), 11. Νικόλαος Ματάλας (από τη Σπάρτη), 12. Νικηταράκος (από τη Μάνη και με ιδιαίτερη σημαία), 13. Γ. Βασιλείου (από τη Πάτρα), 14. Κ. Γεωργάκης (από τα Μέγαρα) και 15. Νικόλαος Περιστεράκης (από την Υπάτη), που ήταν όλοι πασίγνωστοι επαναστάτες, ενώ για τις τουρκικές αρχές λήσταρχοι και αντάρτες. Στη δύναμη αυτή συμμετείχαν επίσης ένας μοναχός από το Άγιο Όρος και ένας ηγούμενος με δύο διακόνους από την Καλαμπάκα.
Όλοι οι παραπάνω αφού συναντήθηκαν στο χωριό Κονισκός, ανατολικά της Καλαμπάκας, το απόγευμα της 25 Μαρτίου (κατ΄ άλλους 7 Απριλίου) και μετάλαβαν, δίνοντας τον όρκο «Ελευθερία ή Θάνατος», στις 02.00 ώρα τη νύκτα πέρασαν τα σύνορα και παρά το χωριό Τσούρκα χωρίστηκαν σε τρεις ομάδες όπου και χτύπησαν τρία τουρκικά φυλάκια: στο Δέντρο, το Φοίνικα και την Περλιάντζια, τα οποία και ανατίναξαν συλλαμβάνοντας οκτώ αιχμαλώτους στη προσπάθειά τους να διαφύγουν, τους οποίους και έστειλαν στη Καλαμπάκα.
Ακούγοντας όμως τις ανατινάξεις ένας Έλληνας διοικητής ελληνικού φυλακίου, που δεν είχε ενημερωθεί σχετικά, εξήλθε του φυλακίου του να δει τι συμβαίνει όταν οι άντρες του απέναντι τουρκικού φυλακίου θεωρώντας ότι αυτός διατάζει επίθεση τον πυροβόλησαν και τον τραυμάτισαν. Το συγκεκριμένο αυτό επεισόδιο είχε ως αποτέλεσμα τη σφοδρή ανταλλαγή πυρών ανάμεσα των δύο φυλακίων όπου μετά από μισή ώρα σταμάτησαν.
Το κύριο σώμα των ατάκτων εισβολέων συνέχισε παρά ταύτα ακάθεκτο προ το Βαλτινό του οποίου η φρουρά αποτελούνταν από δύο λόχους νιζάμ, ή νιζάμηδων, (όπως αποκαλούσαν τότε οι Έλληνες τους στρατιώτες του τακτικού τουρκικού στρατού). Οι νιζάμ παίρνοντας είδηση τον ερχομό των εισβολέων μετά από μερική αντίσταση κλείστηκαν στο στρατώνα τους όπου και παραδόθηκαν στον Μυλωνά. Τότε οι αρχηγοί των εισβολέων εξέδωσαν την ακόλουθη προκήρυξη προς όλους τους Μακεδόνες και Ηπειρώτες για γενική εξέγερση:
- «Αδελφοί
- Στρατιώται του Χριστού και της Ελευθερίας, υψούμεν την Σημαίαν της Ελευθερίας επί των Ελληνικών χωρών.
- Υπό την σκιάν αυτής ας συγκεντρωθώμεν πάντες και ας αγωνισθώμεν εν έχοντες σύνθημα: Ελευθερία ή Θάνατος..
- Το δίκαιον του αγώνος μας αναγνωρίζεται υπό των ελεύθερων λαών και ευλογείται υπό του Θεού.
- Η νίκη ταχέως θα στέψει τα όπλα μας, το κράτος της Τουρκίας δια παντός θα καταλυθή, ισότης δε ελευθερία και αδελφότης θα βασιλεύση εκεί όπου σήμερον αγρία τυραννία κυριαρχεί.
- Εμπρός αδελφοί Έλληνες! Ο Θεός μεθ΄ ημών!
-
-
-
-
-
-
-
-
- Οι Αρχηγοί της εν Μακεδονία επαναστάσεως».
-
-
-
-
-
-
-
-
Στο μεταξύ οι ομάδες συνέχιζαν να προωθούνται καταλαμβάνοντας στη σειρά τα χωριά Βαλεμίτσι, Κηπουριό, Πηγαδίτσα, Ζάλοβο, Σίτοβο, Κριτάδες, Πλίσια, και Κουρνταστζί ανατινάζοντας τα ενδιάμεσα φυλάκια και συλλαμβάνοντας Τούρκους στρατιώτες.
Ειδικότερα στο Βελεμίτσι αποκρούστηκε σύνταγμα των νιζάμ όπου συνελήφθησαν 15 αιχμάλωτοι και διάφορα λάφυρα πυρομαχικά, όπλα και 18 μουλάρια. Στη δε μάχη των Κριτάδων που την υπεράσπιζαν 400 Τούρκοι όπου τραυματίσθηκε ο Μυλωνάς και ανέλαβαν οι Ζέρμος και Λάζος περιήλθαν στους εισβολείς 150 τουφέκια, μεγάλη ποσότητα πυρομαχικών και 25 αιχμάλωτοι, ενώ στις απώλειες περιλαμβάνονταν πέντε Μακεδόνες οπλαρχηγοί ανάμεσα των οποίων και ο διαβόητος Γκερμπάς.
Αυτή ήταν και η τελευταία επιτυχία των εισβολέων αν και η επιδρομή τους μέχρι τότε υπήρξε επιτυχής με πολύ αξιόλογη τακτική[εκκρεμεί παραπομπή]. Δυστυχώς όμως δεν είχαν ούτε την υποστήριξη που ήλπιζαν από τους ντόπιους κατοίκους αλλά ούτε και την βοήθεια που περίμεναν από τη Θεσσαλία, πέραν του ότι και ο καιρός ακόμα ήταν ψυχρός, αφού δύο ημέρες πριν την επιχείρηση είχε χιονίσει.
Τελικά εναντίον αυτών ο Ετέμ Πασάς απέστειλε δύο ενισχυμένα αποσπάσματα τα οποία και διέλυσαν ολοκληρωτικά τη δύναμη αυτή των ατάκτων εισβολέων.
Η εισβολή των ατάκτων προκάλεσε την οργή των ευρωπαϊκών κυβερνήσεων οι οποίες την χαρακτήρισαν ανειλικρινή ενέργεια και έδωσε στην Οθωμανική αυτοκρατορία την αφορμή πολέμου που αναζητούσε.[6]
[Επεξεργασία] Διακοπή διπλωματικών σχέσεων
Η Υψηλή Πύλη διέκοψε τις διπλωματικές σχέσεις με το Βασίλειο της Ελλάδας στις 5/18 Απριλίου 1897. Συγκεκριμένα στις 10.30 το πρωί ο Τούρκος πρέσβης στην Αθήνα Ασήμ Μπέης επέδωσε στον Έλληνα υπουργό εξωτερικών Α. Σκουζέ την διακοίνωση περί διακοπής των διπλωματικών σχέσεων. Το κείμενο της τουρκικής διακοίνωσης είχε ως εξής:
- "Ένεκα της εχθρικής πλέον στάσεως της κυβερνήσεως της Ελλάδος προς την Αυτοκρατορικήν οθωμανικήν κυβέρνησιν, αι διπλωματικαί μεταξύ των δύο κρατών σχέσεις διεκόπησαν και ο εν Κωσταντινουπόλει πρέσβης της Αυτού Μεγαλειότητος (Ελλάδος), καθώς και οι καθ΄ όλην την οθωμανικήν επικράτειαν πρόξενοι (Έλλάδος) διετάχθησαν ν΄ αναχωρήσωσιν, ομοίως δε και ο εν Αθήναις πρέσβης της αυτοκρατορικής οθωμανικής κυβέρνησης και οι απανταχού της Ελλάδος πρόξενοι, (εν. Οθωμανοί), προσεκλήθησαν κατεπειγόντως εις Κωνσταντινούπολιν.
- Συμφώνως προς την ληφθείσαν απόφασιν οι εμπορευόμενοι και οι υπήκοοι Έλληνες οι ευρισκόμενοι εις Αυτοκρατορίαν οφείλουσι να εγκαταλείψωσι το έδαφος αυτής εντός δεκαπενθημέρου προθεσμίας. Ομοίως διετάχθησαν οι εν Ελλάδι υπήκοοι Οθωμανοί να εγκαταλείψωσι το έδαφος του Βασιλείου της Ελλάδος εντός της αυτής προθεσμίας".
Ένα 24ωρο όμως πριν, τη νύκτα της 16ης προς 17η του μηνός, η Τουρκία κατηγόρησε την Ελλάδα για κατάληψη υψωμάτων στις περιοχές Ανάληψη και Πεδίκα. Το πρωί δε της προηγουμένης, δηλαδή στις 17 Απριλίου (ν.η.) το Σουλτανικό υπουργικό συμβούλιο και ο Σουλτάνος αποφάσισαν να διατάξουν τον οθωμανικό στρατό ν΄ απωθήσει τις τελευταίες καταλήψεις των Ελλήνων και να περάσει στην επίθεση ενώ το ίδιο βράδυ οι Τούρκοι παρέδωσαν στο Έλληνα πρέσβη στη Κωνσταντινούπολη Μαυροκορδάτο το διαβατήριό του.
Στην Ελλάδα στο μεταξύ έπεσε η Κυβέρνηση Θ. Δηλιγιάννη και αντικαταστάθηκε από την Κυβέρνηση Δημητρίου Ράλλη του 1897.
[Επεξεργασία] Επιχειρήσεις
Στο Μάτι οι Έλληνες είχαν οχυρωθεί καλύπτοντας τον δρόμο για τον Τύρναβο. Εδώ έγιναν σκληρές μάχες στις 21 και 22 με τους Έλληνες να προσπαθούν να υπερκεράσουν το τουρκικό δεξί πλευρό. Αυτό δεν έγινε δυνατό αλλά στις 23 το αριστερό των Τούρκων έκανε νέα προέλαση και όταν όλες οι τουρκικές δυνάμεις μπόρεσαν να ευθυγραμμιστούν πίεσαν τις ελληνικές πτέρυγες. Το απόγευμα το ελληνικό στρατηγείο διέταξε υποχώρηση δημιουργώντας πανικό. Οι Έλληνες στρατιώτες εγκατέλειψαν τις θέσεις τους και άτακτα υποχώρησαν περνώντας την Λάρισα η οποία και εκκενώθηκε. Η Λάρισα καταλήφθηκε στις 27 αφού οι τουρκικές δυνάμεις δεν καταδίωξαν τις ελληνικές και προχώρησαν αργά.
Κοντά στα Φάρσαλα ο Ελληνικός στρατός επανήλθε σε τάξη και σχημάτισε νέα γραμμή, σχεδιάζοντας αντεπίθεση, όμως το ηθικό των στρατιωτών είχε πέσει. Είχαν περάσει άλλωστε πίσω από τις στρατηγικές θέσεις της Λάρισας και του Βελεστίνο. Τελικά στάλθηκε σιδηροδρομικώς μια μεραρχία στο Βελεστίνο, αλλά έτσι οι ήδη κατώτερες ελληνικές δυνάμεις διαιρέθηκαν σε δύο κομμάτια με απόσταση 60 χιλιομέτρων ανάμεσά τους. Στις 27 Απριλίου, μια τουρκική αναγνωριστική δύναμη αναχαιτίστηκε στο Βελεστίνο και έγιναν μάχες στις 29 και 30 με τους Έλληνες να κρατούν υπό τις διαταγές του Συνταγματάρχη Πυροβολικού Σμολένσκη.
Οι Τούρκοι εν τω μεταξύ έκαναν ετοιμασίες και στις 5 Μαΐου επιτέθηκαν στα Φάρσαλα (Μάχη Φαρσάλων) με τρεις μεραρχίες απωθώντας τις ελληνικές δυνάμεις από τις θέσεις που είχαν πάρει μπροστά από την πόλη. Οι μάχες συνεχίστηκαν μέχρι το βράδυ και ο ελληνικός στρατός συμπτύχθηκε με σχετική τάξη στον Δομοκό. Το Βελεστίνο εγκαταλείφθηκε από τις δυνάμεις του Σμολένσκη, οι οποίες συμπτύχθηκαν στον Αλμυρό μόλις ολοκληρώθηκε με ασφάλεια η ανασύνταξη στον Δομοκό. Οι Έλληνες είχαν τον χρόνο να οχυρωθούν μέχρι τη νέα επίθεση στον Δομοκό από τον Εντέμ Πασά στις 17 Μαΐου, με τρία σημεία κρούσης. Το δεξί αναχαιτίστηκε από το απόσπασμα τού Τερτίπη καί την Λεγεώνα των Φιλελλήνων και τούς Γαριβαλδινούς (συνολικά 3.060 ξένοι, εκ των οποίων 2.783 Ιταλοί, ανάμεσα τους οι Νικόλα Μπαρμπάτο, Ριτσιότι Γαριβάλδη -γιός του πασίγνωστου Γαριβάλδη, Αντόνιο Φράττι-ο οποίος σκοτώθηκε σε αυτή τη μάχη, Φερρούτσιο Τολομέϊ και Τζουζέππε Εβανγκελίστι, Αμιλκάρε Τσιπριάνι ). [7]. Το κέντρο υπέστη σοβαρές απώλειες. Το αριστερό όμως προέλασε μέχρι τις ελληνικές γραμμές, οπότε και αυτή η τοποθεσία εγκαταλείφθηκε την νύχτα, όπως και η Φούρκα την επόμενη. Ο Σμολένσκη έφτασε στις 18 από τον Αλμυρό και διατάχτηκε να κρατήσει το πέρασμα στις Θερμοπύλες. Δεν χρειάστηκε να πολεμήσουν όμως, αφού ο Σουλτάνος διέταξε παύση πυρός στις 20 Μαΐου μετά από προτροπή του Ρώσου Τσάρου.
[Επεξεργασία] Μέτωπο Ηπείρου
Στην Ήπειρο υπήρχαν 15.000 Έλληνες στρατιώτες συμπεριλαμβανομένων ενός συντάγματος ιππικού και πέντε πυροβολαρχίες υπό την διοίκηση του Συνταγματάρχη Μάνου έναντι 28.000 Τούρκων με 48 πυροβόλα υπό τις διαταγές του Αχμέτ Χιφσί Πασά. Οι ελληνικές δυνάμεις είχαν σχηματίσει γραμμή άμυνας από την Άρτα στο Πέτα, ενώ οι Τούρκοι βρίσκονταν στην περιοχή των Ιωαννίνων, στα Πέντε Πηγάδια και μπροστά από την Άρτα. Στις 18 Απριλίου οι Τούρκοι ξεκίνησαν βομβαρδισμό της Άρτας αλλά δεν μπόρεσαν να πάρουν την γέφυρα. Υποχώρησαν και οχυρώθηκαν στην Φιλιππιάδα η οποία καταλήφθηκε στις 23 από τον Συν/χη Μάνο. Οι Έλληνες συνέχισαν μέχρι τα Πέντε Πηγάδια όπου μετά από αψιμαχίες στις 27 και νέες επιθέσεις στις 28 και 29 δεν μπόρεσαν να κάνουν κάτι αφού δεν έρχονταν ενισχύσεις. Στις 12 Μαΐου έγινε νέα Ελληνική επίθεση ενώ Ηπειρώτες εθελοντές προσπάθησαν να αποκόψουν την τουρκική φρουρά στην Πρέβεζα. Το ελληνικό κέντρο επιτέθηκε στις 13 κοντά στην Στρεβίνα με σκοπό να καταλάβει και να κρατήσει μια αμυντική θέση, πράγμα που κατάφερε την επόμενη με ενισχύσεις από την αριστερή πτέρυγα. Τελικά όμως οπισθοχώρησαν στις 15 Μαΐου
[Επεξεργασία] Η συνθηκολόγηση
Τελικά με την μεσολάβηση των ευρωπαϊκών δυνάμεων και της Ρωσίας, στις 20 Σεπτεμβρίου υπογράφηκε ειρήνη. Η Ελλάδα αναγκάστηκε να πληρώσει ένα μεγάλο ποσό σαν πολεμικές αποζημιώσεις, καθώς και να δώσει ένα μικρό κομμάτι της Θεσσαλίας στην Τουρκία. Η ελληνική κυβέρνηση του Δ. Ράλλη για να πληρώσει το ποσό αυτό υποχρεώθηκε να παραχωρήσει στην Επιτροπή του Διεθνούς Οικονομικού Ελέγχου όλες τις θεωρούμενες επαρκείς προσόδους για αποζημίωση. Για την εξόφληση του δημόσιου χρέους εκχωρήθηκαν στο ΔΟΕ τα μονοπώλια άλατος, πετρελαίου, σπίρτων, παιγνιοχάρτων, τσιγαρόχαρτου, ναξίας σμύριδος, ο φόρος κατανάλωσης καπνού, τα τέλη χαρτοσήμου και οι δασμοί του τελωνείου Πειραιώς. Η συνθηκολόγηση αυτή θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως ταπεινωτική για τους Έλληνες και το ελληνικό έθνος, αφού έχασαν προσωρινά (μέχρι το 1908) ορισμένες από τις ελευθερίες για τις οποίες αγωνίστηκαν κατά τη διάρκεια της Επανάστασης.
[Επεξεργασία] Απώλειες
| Σώμα | Ελλάδα | Τουρκία | ||
|---|---|---|---|---|
| Αξιωματικοί | Οπλίτες | Αξιωματικοί | Οπλίτες | |
| Φονευθέντες | 32 | 640 | 52 | 1.059 |
| Τραυματίες | 98 | 2.383 | 91 | 3.238 |
| Αιχμάλωτοι | 1 | 252 | 1 | 15 |
| Τραυματίες από άλλες αιτίες | 5 | 337 | - | - |
| Σύνολο | 136 | 3.612 | 144 | 4.312 |
| Γενικό σύνολο | 3.748 | 4.456 | ||
[Επεξεργασία] Χρονολόγιο γεγονότων
[Επεξεργασία] Δείτε επίσης
[Επεξεργασία] Παραπομπές
- ↑ Τρύφωνος Ε. Ευαγγελίδου (1898). Τα μετά τον Όθωνα : ήτοι ιστορία της μεσοβασιλείας και της βασιλείας Γεωργίου του Α'. (1862-1898). Εν Αθήναις: Εκδοτικόν Κατάστημα Γεωργίου Δ. Φέξη. σελ. 771, 778. http://anemi.lib.uoc.gr/metadata/6/6/8/metadata-01-0000333.tkl.
- ↑ Ιστορία Ελληνικού Έθνους, σ. 119
- ↑ Ιστορία Ελληνικού Έθνους, σ. 120
- ↑ 4,0 4,1 Ιστορία Ελληνικού Έθνους (1977), σ. 125
- ↑ 5,0 5,1 5,2 5,3 5,4 5,5 Ιστορία Ελληνικού Έθνους (1977), σ. 126
- ↑ 6,0 6,1 6,2 Ιστορία Ελληνικού Έθνους, σ. 127
- ↑ [Γεώργιος Ρούσος, Τό Μαύρο 97 , Φυτράκης 1974, σ.177]
[Επεξεργασία] Πηγές
- ΔΕΚ/ΓΕΣ "Στρατιωτική Ιστορία Νεώτερης Ελλάδος" Αθήναι 1980
- "Νεώτερον Εγκυκλοπαιδικόν Λεξικόν Ηλίου" τομ.6ος, σελ.662.
- "Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια" τομ.ΙΑ΄, σελ.13.
- Κ. Παπαρρηγόπουλος «Ιστορία του Ελληνικού Έθνους» τομ.8ος.
- Σ. Μαρκεζίνης "Πολιτική Ιστορία της Νεωτέρας Ελλάδος".
- Douglas Dakin «Η Ενοποίηση της Ελλάδας 1770-1923» Μεταφρ. Α. Ξανθόπουλου, Β΄έκδοση, Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης (ΜΙΕΤ) - Αθήνα 1984.
- Κ. Ρος (πολεμικός αταποκριτής): "1897 - Με τους Έλληνες στη Θεσσαλία" Λονδίνο 1897, επανέκδοση στην ελληνική 1997.
- Ιστορία Ελληνικού Έθνους, Εκδοτική Aθηνών, Αθήνα 1977, τ. ΙΔ'.
[Επεξεργασία] Προτεινόμενη βιβλιογραφία
[Επεξεργασία] Ελληνική
- Γ. Ασπρέας «Διηγήματα από την καταστροφήν» Αθήναι 1900
- Γ. Ασπρέας «Πολιτική Ιστορία της Νεοτέρας Ελλάδος» Β΄ έδοση Αθήναι 1930.
- Α. Βερναρδάκης «Τα μετά την καταστροφήν, τι εστοίχισεν ο πόλεμος και τι ποιητέον δια την ανόρθωσίν μας» Αθήναι 1898.
- Π. Βρυζάκης «Πολεμικαί εικόνες» - Αθήναι 1904.
- Μ. Γονζάγα «Ο Ελληνοτουρκικός πόλεμος του 1897 εν Θεσσαλία» Αθήναι 1906.
- Βίκτωρ Δούσμανης «Απομνημονεύματα, Ιστορικές σελίδες που έζησα» Αθήναι 1946.
- Στέφανος Δραγούμης «Σταυρωθήτω – Η Ελλάς μετά την προκαταρτικήν» Αθήναι 1899.
- Τρύφων Ευαγγελίδης «Ο Ελληνοτουρκικός πόλεμος» Αθήναι 1897.
- Διον. Ζαφειρόπουλοςν «Απομνημονεύματα» Κέρκυρα 1898.
- Κάδμιος «Πολεμικές επιχειρήσεις παρά την Πρέβεζαν» 1900.
- Ιωσήφ Γ. Κασσεσιάν «Ο "άτυχος" Ελληνοτουρκικός Πόλεμος του 1897» - Αθήνα 1997 (βασισμένο σε αρχικές δημοσιεύσεις).
- Καθημερινή 7 Ημέρες, Αφιέρωμα, τ. 11/05/1997.
- Καραπάνος «Η κατάστασις της χώρας» Αθήναι 1898.
- Μανούσος Κούνδουρος «Ιστορικαί και Διπλωματικαί αποκαλύψεις» Αθήναι 1921 (σπουδαία πηγή)
- Αριστ. Κυριακός «Ιστορία του ελληνοτουρκικού πολέμου» Αθήναι (χωρίς έτος έκδοσης).
- Λυγηράκης «Ιστορία του Ελληνοτουρκικού Πολέμου» (χωρίς τόπο και έτος έκδοσης)
- Αλεξ. Αινιάν Μαζαράκης «Ιστορική μελέτη 1821-1897 και ο πόλεμος του 1897» Αθήναι 1950.
- Θρ. Μάνος «Έκθεσις περί της πολεμικής ενεργείας εν Ηπείρω» (χωρίς τόπο και έτος έκδοσης)
- Ηλίας Οικονομόπουλος «Ιστορία του Ελληνοτουρκικού Πολέμου» Αθήναι 1898 (σπουδαία πηγή της δράσης των ατάκτων).
- Θ. Πάγκαλος «Τα Απομνημονεύματά μου» Αθήναι 1950.
- Αμαλία Παπασταύρου «Η φοβερά νυξ της φυγής της Λαρίσης» Αθήναι 1897.
- Α. Ρυκάκης «Η Κρήτη και ο ελληνοτουρκικός πόλεμος» Αθήναι 1898.
- Αντ. Σπηλιωτόπουλος «Ιστορία του Ελληνοτουρκικού πολέμου» Αθήναι
- Γ. Φιλάρετος «Ξενοκρατία και Βασιλεία εν Ελλάδι» Αθήναι 1897.
[Επεξεργασία] Αγγλική
- Ashmead-Bartlett Elis. "The Battlefields of Thessaly", London 1897.
- Bingham Clive "With the Turkish Army in Thessaly", London-New York 1897.
- Brailsford H. N. "The Broom of the War God", London 1898.
- Gladstone W. E. "The Easter Crisis", London 1897.
- Nevinson "Scenes in 30 Days War between Greece and Turkey", London 1897.
- Nikolas, Prince of Greece and Danmark "My Fifty Years", London 1927.
- Northop, Henry Davenport "The Turko-Grecian War and the Armenian Massacres", New York 1897.
- Palmer Frederic "Going to War in Greece", New York 1897.
- Rose W. Kinnaird "With the Greeks in Thessaly", London 1897.
- Ekinci, Mehmet Uğur. The Unwanted War: The Diplomatic Background of the Ottoman-Greek War of 1897. Saarbrücken: VDM, 2009. ISBN 978-3-639-15456-6.
[Επεξεργασία] Γαλλική
- Becker "La Guerre Contemporaine dans les Balkans - Dissertations sur la Guerre Turko-grecque" Paris 1897.
- Douchy, Capitaine, "La Guerre Gréco-turque", Paris 1897.
- Fuster Luis "Guerre Gréco-turque. Journal d' un Volontaire, Montpellier 1897.
- Richemond Odysée "Le Crime de l' Europe", Paris 1897.
- Lami M. "La Débandade", Montpellier 1897.
- Tsokopoulos G. "Histoire de la guerre gréco-turque", New York 1914.