Εισόδημα

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Δημόσια Οικονομικά
Assorted United States coins.jpg

Το παρόν αποτελεί μέρος της σειράς:
Χρηματοοικονομικά και Φορολογία

Φορολογία
Φόρος εισοδήματος
Φόρος μισθωτών υπηρεσιών
Φόρος Υπεραξίας
Τέλος χαρτοσήμου
Τέλος ακίνητης περιουσίας
ΦΠΑΔασμός
Φορολογικός παράδεισος
Φορολογική επιβάρυνση
Ποσοστό φορολόγησης
Αναλογικός φόρος
Προοδευτικός φόρος
Μειούμενος φόρος
Φορολογικό πλεονέκτημα
Οικονομική πολιτική
Νομισματική πολιτική
Κεντρική τράπεζαΠροσφορά χρήματος
Απόθεμα χρυσού
Δημοσιονομική πολιτική
Κυβερνητικές δαπάνες
ΈλλειμμαΧρέος
Εμπόριο
ΔασμόςΣυμφωνία κυρίων
Χρηματοοικονομικά
Χρηματοοικονομική αγορά
Συμμετέχοντες
Εταιρικά χρηματοοικονομικά
ιδιωτικά χρηματοοικονομικά
Δημόσια χρηματοοικονομικά
Νομοθεσία
Τραπεζική
Μερικά τραπεζικά αποθέματα
Πλήρη τραπεζικά αποθέματα
Ανοιχτή τραπεζική
 προβ.  συζ.  επεξ. 

Οι πηγές εισοδήματος σύμφωνα με το άρθρο 4 του Κώδικα Φορολογίας Φυσικών & Νομικών Προσώπων είναι οι εξής:

  • Α-Β: Εισόδημα από Ακίνητα
  • Γ: Εισόδημα από Κινητές Αξίες
  • Δ: Εισόδημα από Εμπορικές Επιχειρήσεις
  • Ε: Εισόδημα από Γεωργικές Επιχειρήσεις
  • ΣΤ: Εισόδημα από Μισθωτές Υπηρεσίες
  • Ζ: Εισόδημα από Υπηρεσίες Ελευθέρων Επαγγελμάτων και Λοιπές Πηγές

Ο φόρος επιβάλλεται στο εισόδημα που προέρχεται από κάθε πηγή ύστερα από την αφαίρεση των δαπανών που έγιναν για την απόκτησή του. Συμψηφισμός ζημιών από εμπορικές, γεωργικές, βιομηχανικές, βιοτεχνικές, μεταλλευτικές και ξενοδοχειακές επιχειρήσεις γίνεται διαδοχικώς στα επόμενα 5 έτη. Δεν αναγνωρίζονται για έκπτωση από το ακαθάριστο εισόδημα ο φόρος εισοδήματος, τα πρόστιμα και οι πρόσθετοι φόροι.

Εισόδημα και πλούτος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το εισόδημα όπως περιγράφεται πιο πάνω μπορεί να αντιπαρατεθεί με την έννοια του περιουσιακού στοιχείου. Για παράδειγμα η πώληση περιουσιακού στοιχείου συνήθως δεν θεωρείται τρέχον εισόδημα, αφού μπορεί πχ να είναι αξίες που προήλθαν από συσσωρευμένα εισοδήματα προηγούμενων χρήσεων.

Πραγματικό εισόδημα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Πραγματικό ονομάζεται το εισόδημα που πραγματικά απόκτησε ο φορολογούμενος, κατά την περίοδο για την οποία υποχρεούται σε υποβολή δήλωσης, και προσδιορίζεται βάσει πραγματικών στοιχείων, όπως οι βεβαιώσεις αποδοχών, το εισόδημα που προκύπτει από τα βιβλία της επιχείρησης που εκμεταλλεύεται, οι τόκοι καταθέσεων, η πρόσοδος από ενοίκια ακινήτων, και κάθε άλλο εισόδημα, το οποίο προκύπτει από πραγματικά στοιχεία.

Ωστόσο, αυτό που περιγράφεται παραπάνω είναι το εισόδημα σε χρήμα. Μια άλλη δυνατή (εξαρτάται από τις λογιστικές παραδοχές που είναι διατεθειμένος να ακολουθήσει κανείς) περιγραφή του πραγματικού εισοδήματος θα μπορούσε να περιλαμβάνει ως εισόδημα ολόκληρο το εισόδημα μιας οικονομικής μονάδας (επιχείρησης, νοικοκυριού, κ.ο.κ.), δηλαδή και το χρηματικό εισόδημα, και το μη-χρηματικό εισόδημα. Δηλαδή το συνολικό πραγματικό εισόδημα θα ισούται με τη συνολική πραγματική κατανάλωση (ή η διαφορά εισοδήματος και κατανάλωσης θα ισούται με τη μεταβολή στην καθαρή θέση). Για παράδειγμα, για κάποιο νοικοκυριό που διαθέτει αγρόκτημα και παράγει ντομάτες τις οποίες και το ίδιο καταναλώνει, οι ντομάτες αυτές είναι ένα πρόσθετο πραγματικό εισόδημα, έστω κι αν δεν είναι εισόδημα σε χρήμα. Ομοίως, για παράδειγμα, ένα νοικοκυριό που κατοικεί σε ιδιόκτητη οικία πραγματοποιεί πραγματικό εισόδημα ίσο με το ενοίκιο που θα πλήρωνε αν δεν ήταν ιδιόκτητη. Διότι είναι φανερό ότι σε σχέση με άλλο νοικοκυριό που πληρώνει ενοίκιο υπάρχει άμεση σε κάθε χρήση διαφορά εισοδήματος ίση με το νοίκι.

Δείτε επίσης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]