Δονατισμός

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Ο Δονατισμός αποτέλεσε εκκλησιαστικό σχίσμα της τοπικής εκκλησίας της Βορείου Αφρικής, με κεκαλυμμένη αιτία το ζήτημα επιστροφής των πεπτωκότων στην εκκλησία. Το όνομα του σχίσματος δόθηκε από το Μέγα Δονάτο, ο οποίος υπήρξε ευνοούμενος της Λουκίλλας, που ήταν η ηγέτιδα πίσω από την απόσχιση. Ο Δονάτος με την εύνοιά της αλλά και τη συνέργεια τοπικών επισκόπων και πρεβυτέρων εξελέγη σχισματικώς, επίσκοπος Καρθαγένης.

Στην Καρχηδόνα κάποιοι Χριστιανοί, προκειμένου να μη βασανισθούν κατά το διωγμό του Διοκλητιανού (284-305), παρέδιδαν (traditores) για κάψιμο τα χριστιανικά τους βιβλία (τα οποία όμως δεν ήταν αυθεντικά / γνήσια, αλλά των αιρετικών). Τούτο για κάποιους αυστηρούς, με αρχηγούς τον Νουμιδίας Δονάτο και τον Καρχηδόνας Δονάτο τον Μέγα, συνιστούσε έκπτωση από το Χριστιανισμό (αρνούνταν μάλιστα την εγκυρότητα των υπ’ αυτών τελουμένων μυστηρίων[1]). Αντίθετα, ο Καρχηδόνας Μενσούριος και ο αρχιδιάκονός του Καικιλιανός συγχωρούσαν την πράξη αυτή, αρνούμενοι την εισπήδηση στο μαρτύριο[2]. Ο Δονατισμός[3] τελικά καταδικάστηκε από τη Σύνοδο της Αρελάτης (341).

[1] Πρβλ. τη θεωρία του ι. Α υ γ ο υ σ τ ί ν ο υ <ex opere operato>, που ανέπτυξε από αντίδραση ακριβώς στους Δονατιστές.

[2] Από αυτούς προήλθαν αργότερα οι «περιπλανώμενοι» (Circumcelliones), που παρακαλούσαν τους διαβάτες να τους φονεύσουν, ειδάλλως αυτοκτονούσαν.

[3] Οι Δονατιστές, όταν επρόκειτο να μεταλάβουν, κρατούσαν στα χέρια τους ένα ανθρώπινο κόκαλο, το οποίο προηγουμένως ασπάζονταν.

Τα αίτια[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι επίσκοποι Καρθαγένης Μενσούριος και διάδοχός του Καικιλιανός εδέχοντο σε κοινωνία πεπτωκότες μετά από πρόσκαιρη μετάνοια. Στη Βόρεια Αφρική όμως λόγω των Μοντανιστικών επιρροών, οι αυστηρές τάσεις ήσαν ιδιαίτερα διαδεδομένες σε σημείο που πολλοί ζητούσαν επιτακτικά από περαστικούς να τους δολοφονήσουν, ώστε να μαρτυρήσουν για την πίστη τους. Μάλιστα όταν δεν ικανοποιούσαν το αίτημά τους, κινδύνευε η ίδια τους η ζωή. Τόσο ο Μενσούριος, όσο και ο Καικιλιανός, καταδίκαζαν αυτές τις ενέργειες, οι οποίες σε συνδυασμό με την επιείκεια που είχαν εφαρμόσει, σε κάποιους κύκλους επέφερε δυσαρέσκεια. Η πραγματική αιτία όμως του σχίσματος προέκυψε όταν ο Καικιλιανός παρατήρησε τη Λουκίλλα, μια πανίσχυρη πλούσια γυναίκα με σημαντική εκκλησιαστική επιρροή, διότι απέδιδε τιμή σε λείψανα τα οποία δεν είχαν επιτιμηθεί από την εκκλησία. Μετά τη δημόσια παρατήρηση, που η Λουκίλλα εξέλαβε ως προσβλητική, συνάσπισε τους αρχικά απογοητευμένους επισκόπους από την ήττα τους στη εκλογή της επισκοπής, Βότρο και Κελέστιο καθώς και τους επισκόπους Νουμιδίας, που δεν είχαν κληθεί κατά την εκλογή του Καικιλιανού.

Το σχίσμα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι αντίπαλοι του Καικιλιανού συνάχθηκαν και σε σύνοδο το 312, αποκήρυξαν τον Καικιλιανό και αρχικά έθεσαν τον Μαγιορίνο, ευνοούμενο της Λουκίλλας, επίσκοπο Καρθαγένης. Τα αίτια ήταν η επιείκεια στην εκκλησία, αλλά ως κύρια αφορμή έθεσαν την κατηγορία πως ο Φήλικας Απτούγγας, στενός συνεργάτης του Καικιλιανού, είχε παραδώσει ιερά βιβλία στους «εθνικούς». Μετά από τρία χρόνια πέθανε ο Μαγιορίνος και εξελέγη στη θέση του, ο Μέγας Δονάτος, επίσκοπος Μαύρων Καλυβών. Η απήχηση του Δονατισμού ήταν ευρεία και ο Μέγας Κωνσταντίνος, ο οποίος είχε καταστεί στη Δύση απόλυτος κυρίαρχος, προσπάθησε να εξαλείψει τους Δονατιστές, αφού η επιρροή τους έφτασε και στην Ρώμη, είτε αποκλείοντας κάθε οικονομική ενίσχυση, είτε κλείνοντας τις εκκλησίες τους, είτε διώκοντάς τους. Το αποτέλεσμα όμως ήταν όμως αντίθετο των προσδοκιών καθώς οι Δονατιστές επιδείκνυαν ιδιαίτερο ζήλο προς ομολογία. Έτσι ο Μέγας Κωνσταντίνος προσπάθησε να λύσει το θέμα με τη δικονομική Ρωμαϊκή διαδικασία contradictio. Συγκάλεσε σύνοδο στη Ρώμη στην οποία τελικά επικυρώθηκε η κανονικότητα του Καικιλιανού, αφού αθωώθηκε ο στενός συνεργάτης του, Φήλικας Απτούγγας ο οποίος απεδείχθη ότι είχε συκοφαντηθεί από τους Δονατιστές για παράδοση ιερών βιβλίων την περίοδο των διωγμών. Αυτή αποτελούσε την κύρια αποσχιστική αφορμή που προβλήθηκε από τους Δονατιστές, με αποτέλεσμα η σύνοδος να τους θεωρήσει σχισματικούς. Οι Δονατιστές τελικά απέρριψαν την απόφαση του συμβουλίου, αφού ήσαν αρκετά ισχυροί και αυτόνομοι, έχοντας το 330 περίπου 270 επισκόπους.

Οι παραδοχές των Δονατιστών[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι Δονατιστές υποστήριζαν ότι η παράδοση των ιερών βιβλίων αποτελούσε είδος εκπτώσεως από το Χριστιανισμό και μάλιστα όποιος τελούσε μυστήρια, ενώ είχε προβεί σε μια τέτοια ενέργεια, δεν ήταν έγκυρα[1]. Αυτή πιθανώς η λογική εισήχθη, ώστε να μπορέσει να θεμελιωθεί ακόμα καλύτερα η απόσχιση από το κανονικό σώμα της Εκκλησίας. Συνεπώς το μυστήριο εξαρτάτο από την χάρη του κληρικού. Ο ιερός Αυγουστίνος αντιτάχθηκε σε αυτή την παράδοση σημειώνοντας πως το κύρος του μυστηρίου δεν εξαρτάται από την ηθική υπόσταση του ιερέα, αλλά το μυστήριο είναι έγκυρο διότι είναι «έργου ειργασμένου». Επίσης θεωρούσαν άκυρο οποιοδήποτε άλλο βάπτισμα πλην τω Δονατιστών, επέβαλλαν αναβάπτιση, ενώ τέλος εισήγαγαν υποχρεωτικό νηπιοβαπτισμό. Όποιος κληρικός υπέπιπτε σε βαρύ αμάρτημα, καθαιρείτο. Οι Δονατιστές επίσης απέρριπταν κάθε ανάμιξη του κράτους στα εσωτερικά τους. Κατά γενική ομολογία οι Δονατιστές διακρίνονταν για την τυπολατρική προσήλωσή τους σε παλαιότερες μορφές εσωτερικής εκκλησιαστικής πνευματικότητας.

Όλες οι σύνοδοι της Καρθαγένης ασχολήθηκαν ουσιαστικώς με την υπόθεση των Δονατιστών, κατά τον 4ο και 5ο αιώνα. Στόχος ήταν κάποιο σημείο επαφής με τους δονατιστές ώστε να εισέλθουν πάλι στους κόλπους της εκκλησίας. Κάτι τέτοιο όμως δε συνέβη. Ο Δονατισμός σταδιακά άρχισε να μειώνεται όταν η Βόρειος Αφρική έπεσε στα χέρια των Βανδάλων, ενώ εξαλείφθηκαν κατά την εποχή των κατακτητών Αράβων.

Υποσημειώσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Οπτάτος Mιλέβης, De schismate

Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Βλάσιος Φειδάς, «Εκκλησιαστική Ιστορία», Αθήνα: Διήγηση, 2002.