Δικυνόδοντας

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Δικυνόδοντες
Χρονικό πλαίσιο απολιθωμάτων:
268–105 Ma
Μέση Πέρμια έως Πρώιμη Κρητιδική[1]
Λυστρόσαυρος, ένα από τα λίγα είδη δικυνοδόντων που επεβίωσαν του γεγονότος εξαφάνισης της Πέρμιας-Τριαδικής περιόδου.
Λυστρόσαυρος, ένα από τα λίγα είδη δικυνοδόντων που επεβίωσαν του γεγονότος εξαφάνισης της Πέρμιας-Τριαδικής περιόδου.
Συστηματική ταξινόμηση
Βασίλειο: Ζώα (Animalia)
Συνομοταξία: Χορδωτά (Chordata)
Ομοταξία: Συναψίδια (Synapsida)
Τάξη: Θηριαψιδωτά (Therapsida)
Υποτάξη: Ανομοδόντια(Anomodontia)
Ανθυποτάξη: Δικυνόδοντες
Όουεν, 1859

Οι Δικυνόδοντες είναι μια ομάδα θηριαψιδωτών. Οι Δικυνόδοντες ήταν μικρά έως μεγάλα φυτοφάγα ζώα με δύο χαυλιόδοντες, απ’ όπου προκύπτει και το όνομά τους. Ήταν τα πιο διαδεδομένα μη θηλαστικά θηριαψιδωτά, με πάνω από 70 γένη γνωστά, με μέγεθος από αυτό ενός αρουραίου έως αυτό ενός βοδιού.

Χαρακτηριστικά[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Απολιθώματα δικυνόδοντα

Το κρανίο του δικυνόδοντα είναι πολύ ειδικευμένο: είναι ελαφρύ αλλά δυνατό με τα κροταφικά ανοίγματα να είναι μεγάλα, για μεγαλύτερους μασητικούς μύες.

Το μπροστινό μέρος του κρανίου και η κάτω σιαγόνα είναι στενά και, σε όλα εκτός από τους πρωτόγονους δικυνόδοντες, χωρίς δόντια. Αντιθέτως, το μπροστινό μέρος είναι εξοπλισμένο με ένα κερατόμορφο ράμφος, όπως έχουν οι σημερινές χελώνες. Τα σαγόνια ήταν ειδικά ανεπτυγμένα για να παράγουν μια δυνατή κοπτική κίνηση (Crompton and Hotton 1967), που επέτρεπε στους δικυνόδοντες να τρώνε και σκληρή φυτική τροφή.

Το σώμα είναι κοντό, δυνατό και σε σχήμα βαρελιού, με δυνατά μέλη. Σε μεγάλα γένη, όπως ο Δινοδοντόσαυρος, τα πίσω πόδια ήταν όρθια, αλλά τα μπροστινά δίπλωναν στον αγκώνα. Και η ωμοπλάτη και η λεκάνη ήταν μεγάλες και δυνατές. Η ουρά είναι κοντή.


Εξελικτική ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Εοδικυνόδοντας ήταν ένας πρωτόγονος δικυνόδοντας

Οι δικυνόδοντες εμφανίστηκαν κατά το τέλος της πέρμιας περιόδου και υπέστησαν μια γρήγορη ακτινωτή εξέλιξη και έγιναν τα πιο επιτυχημένα και άφθονα χερσαία φυτοφάγα στο τέλος της πέρμιας εποχής. Κατά τη διάρκεια αυτής της εποχής υπήρχαν σε πολλές διαφορετικές μορφές όλων των μεγεθών.

Μεγάλος δικυνόδοντας που έζησε στην Πολωνία

Μόνο δύο οικογένειες επέζησαν την εξαφάνιση της Πέρμιας περιόδου, μία από τις οποίες, οι Λυστροσαυρίδες, ήταν τα πιο κοινά φυτοφάγα στην αρχή της τριασικής περιόδου. Ήταν ζώα μετρίου μεγέθους που εξελίχθηκαν και αντικαταστάθηκαν από τις καννεμεγιεριίδες που ήταν ζώα με μέγεθος ανάμεσα σε αυτό του χοίρου και του βοδιού. Αυτά τα ζώα τελικά αντικαταστάθηκαν από τους τραβερσοδοντίδες κυνόδοντες και τους ρινόσαυρους και, τελικά, στο τέλος της τριασικής περιόδου παρήκμασαν και το ρόλο των μεγάλων φυτοφάγων τον ανέλαβαν οι δεινόσαυροι.

Με την παρακμή και την εξαφάνιση των κανεμεγιεριδών, δεν εμφανίστηκαν άλλα μεγάλα συναψίδια μεχρι το μέσο του Παλαιοκαίνου πριν 60 εκατομμύρια χρόνια όταν τα θηλαστικά, απόγονοι των κυνόδοντων, άρχισαν να διαφοροποιούνται μετά την εξαφάνιση των δεινοσαύρων.

Κάποτε θεωρούταν ότι οι δικυνόδοντες εξαφανίστηκαν στο τέλος της τριασικής περιόδου, όμως πρόσφατα βρέθηκαν απολιθώματα που δείχνουν ότι οι δικυνόδοντες επέζησαν στην κρητιδική περίοδο στη νότια Γκοντβάνα στο σημερινό Κουίνσλαντ στην Αυστραλία.

Ταξινόμηση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κινγκόρια, ένας μικρός δικυνόδοντας

Φυλογένεση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το κλαδόγραμμα που παρουσιάζεται εδώ είναι σύνθεση από το Mikko's Phylogeny Archive.

Δικυνόδοντες 

Ηωδικυνόδων




Κολοβοδέκτης




Ενδοθιοδοντίδαι




Κινγκορίδαι


 Διικτοδόντια 

Ρομπερτοειδή



Θηριόδοντα



Εμυδοποιειδή

 


 Πριστεροδόντια 

Πριστεροδοντίδαι




Ουδενοδοντίδαι




Προπελανομόδων




Γκεϊκίδαι




Οδοντοκύκλωψ




Λυστροσαυρίδαι




Δικυνοδοντίδαι




Δινανομόδων


 Κανεμεγιερίμορφα 

?Σανσιοδοντίδαι



?Σταλεκερίδαι



Καννεμεγιερίδαι

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. *Thulborn, T. & Turner, S. 2003. The last dicynodont: an Australian Cretaceous relict. Proceedings of the Royal Society of London B 270, 985-993. Abstract.

Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Carroll, R. L. (1988), Vertebrate Paleontology and Evolution, WH Freeman & Co.
  • Colbert, E. H., (1969), Evolution of the Vertebrates, John Wiley & Sons Inc (2nd ed.)
  • Cox, B., Savage, R.J.G., Gardiner, B., Harrison, C. and Palmer, D. (1988) The Marshall illustrated encyclopedia of dinosaurs & prehistoric animals, 2nd Edition, Marshall Publishing
  • Crompton, A. W, and Hotton, N. 1967. Functional morphology of the masticatory apparatus of two dicynodonts (Reptilia, Therapsida). Postilla, 109:1–51.
  • King, Gillian M., "Anomodontia" Part 17 C, Encyclopedia of Paleoherpetology, Gutsav Fischer Verlag, Stuttgart and New York, 1988
  • -- -- , 1990, the Dicynodonts: A Study in Palaeobiology, Chapman and Hall, London and New York
  • Thulborn, Tony και Turner, Susan, 2003, "The last dicynodont: an Australian Cretaceous relict" Proceedings: Biological Sciences Vol 270, No 1518 / 7 Μαΐου, 2003; pp 985 - 993

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στο λήμμα αυτό έχει ενσωματωθεί κείμενο από το λήμμα Dicynodont της Αγγλικής Βικιπαίδειας, η οποία διανέμεται υπό την GNU FDL και την CC-BY-SA 3.0. (ιστορικό/συντάκτες).