Διερμηνευμένη γλώσσα

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Στον προγραμματισμό, διερμηνευμένη γλώσσα (interpreted language) είναι μια γλώσσα προγραμματισμού η υλοποίηση της οποίας συνήθως αποτελείται από έναν διερμηνέα. Θεωρητικά, οποιαδήποτε γλώσσα μπορεί να είναι είτε μεταγλωττισμένη είτε διερμηνευμένη, έτσι ο διαχωρισμός αυτός εφαρμόζεται μόνο με βάση την συνήθη πρακτική υλοποίησης, και όχι κάποια συγκεκριμένη ιδιότητα μιας γλώσσας.

Πολλές γλώσσες έχουν υλοποιηθεί τόσο με χρήση μεταγλωττιστών όσο και με διερμηνείς, όπως η Lisp, η Pascal, η C, η BASIC και η Python. Η γλώσσα Java μεταφράζεται σε μια μορφή που προορίζεται συνήθως για διερμήνευση, αν και συχνά χρησιμοποιείται η μεταγλώττιση ακριβώς-στην-ώρα (just-in-time compilation) για να παράγει κώδικα μηχανής πριν την εκτέλεση. Οι γλώσσες .Net της Microsoft μεταγλωττίζονται στην CIL από την οποία συνήθως μεταγλωττίζονται στη συνέχεια σε κώδικα μηχανής, αν και υπάρχει εικονική μηχανή που μπορεί να διερμηνεύσει τη CIL.