Διαιθυλαιθέρας

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Διαιθυλαιθέρας
Diethyl-ether-2D-skeletal.png
Diethyl-ether-3D-balls.png
Γενικά
Όνομα IUPAC Αιθοξυαιθάνιο
Άλλες ονομασίες Διαιθυλαιθέρας
Διαιθυλοξείδιο
Χημικά αναγνωριστικά
Χημικός τύπος C4H10O
Μοριακή μάζα 74,12 amu
Σύντομος
συντακτικός τύπος
CH3CH2OCH2CH3
Συντομογραφίες Et2Ο, DEE
Αριθμός CAS 60-29-7
SMILES CCOCC
InChI 1/C4H10O/c1-3-5-4-2/h3-4H2,1-2H3
Αριθμός RTECS KI5775000
Αριθμός UN 1033
PubChem CID 3283
ChemSpider ID 3168
Δομή
Διπολική ροπή 1,15 D
Ισομέρεια
Ισομερή θέσης 6
Φυσικές ιδιότητες
Σημείο τήξης −116,3 °C
Σημείο βρασμού 34,6 °C
Πυκνότητα 713,4 kg/m3
Διαλυτότητα
στο νερό
69 kg/m3 (20 °C)
Ιξώδες 0,224 cP (25 °C)
Εμφάνιση Άχρωμο υγρό
Χημικές ιδιότητες
Ελάχιστη θερμοκρασία
ανάφλεξης
-45 °C
Σημείο αυτανάφλεξης 160 °C
Επικινδυνότητα
Hazard F.svg
Εξαιρετικά εύφλεκτος (F+)
Φράσεις κινδύνου R12 R19 R20 R22 R66 R67
Φράσεις ασφαλείας S9 S16 S29 S33
Κίνδυνοι κατά
NFPA 704
NFPA 704.svg
4
2
1
0
Η κατάσταση αναφοράς είναι η πρότυπη κατάσταση (25°C, 1 Atm)
εκτός αν σημειώνεται διαφορετικά

Ο διαιθυλαιθέρας (DiEthylEther, DEE) ή αιθοξυαιθάνιο ή διαιθυλοξείδιο είναι μια οργανική ένωση με χημικό τύπο C4H10O και σύντομο συντακτικό τύπο CH3CH2OCH2CH3, που γράφεται επίσης συντομογραφικά Et2O. Είναι ένας αιθέρας. Στην εμφάνιση, στις συνηθισμένες συνθήκες (θερμοκρασία 25 °C, πίεση 1 atm), είναι ένα άχρωμο υγρό. Έχει τα ακόλουθα έξι (6) ισομερή:

  1. Βουτανόλη-1 ή κανονική βουτανόλη με σύντομο συντακτικό τύπο CH3CH2CH2CH2OH.
  2. Βουτανόλη-2 ή δευτεροταγής βουτανόλη με σύντομο συντακτικό τύπο CH3CH2CH(OH)CH3.
  3. Μεθυλοπροπανόλη-1 ή ισοβουτανόλη με σύντομο συντακτικό τύπο (CH3)2CHCH2OH.
  4. Μεθυλοπροπανόλη-2 ή τριτοταγής βουτανόλη με σύντομο συντακτικό τύπο (CH3)3COH.
  5. Μεθυλοπροπυλαιθέρας ή 1-μεθοξυπροπάνιο με σύντομο συντακτικό τύπο CH3CH2CH2OCH3.
  6. Ισοπροπυλομεθυλαιθέρας ή 2-μεθοξυπροπάνιο με σύντομο συντακτικό τύπο (CH3)2CHOCH3.

Οι πιο συνηθισμένες του εφαρμογές είναι ως διαλύτης και ως γενικό αναισθητικό.

Ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο αλχημιστής Ραϋμούνδος Λούλλους πιστώθηκε με την ανακάλυψη του διαιθυλαιθέρα το 1275, χωρίς όμως επαρκείς ενδείξεις γι' αυτό. Η πρώτη (αναφερόμενη) σύνθεση διαιθυλαιθέρα έγινε το 1540 από τον Βαλέριους Κόρντους, που τον ονόμασε «oleum dulce vitrioli» (δηλαδή «γλυκό έλαιο του βιτριολιού»), ονομασία που αντανακλά το γεγονός ότι παράγεται με συναπόσταξη μίγματος αιθανόλης και θειικού οξέος, που ονομάζονταν τότε «έλαιο του βιτριολιού» ή και απλά «βιτριόλι». Ακόμη, ο Βαλέριους Κόρντους σημείωσε κάποιες φαρμακευτικές ιδιότητες της ένωσης. Ταυτόχρονα, σχεδόν, ο Θεόφραστους Μπομπάστους, περισσότερο γνωστός ως «Παράκελσος», ανακάλυψε τις αναλγητικές ιδιότητες του διαιθυλαιθέρα. Το όνομα «ether» («αιθέρας») δόθηκε στην ένωση το 1730 από τον Αύγουστο Σιεγκμόντ Φρομπένιους, αλλά η ονομασία αυτή, στη σύγχρονη εποχή, επεκτάθηκε σε όλην την κατηγορία των αιθέρων, με αποτέλεσμα πλέον να απαιτείται το πρόθεμα «διαιθυλο», για να αποσαφηνίζεται ότι αναφερόμαστε στη συγκεκριμένη ένωση.

Παραγωγή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Αφυδάτωση αιθανόλης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο διαιθυλαιθέρας παράγεται συνήθως με διαμοριακή αφυδάτωση αιθανόλης[1]:

\mathrm{2CH_3CH_2OH \xrightarrow[140^oC]{\pi.H_2SO_4} CH_3CH_2OCH_2CH_3 + H_2O}

  • Είναι σημαντικό να διατηρηθεί η θερμοκρασία της αντίδρασης κάτω από τους 150°C, γιατί διαφορετικά ευνοείται η ενδομοριακή αφυδάτωση της αιθανόλης, που δείνει αιθένιο:

\mathrm{CH_3CH_2OH \xrightarrow[>150^oC]{\pi.H_2SO_4} CH_2=CH_2 \uparrow + H_2O}

Αιθυλίωση αιθανολικού άλατος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Εναλλακτικά μπορεί να παραχθεί με αιθυλίωση αιθανολικού άλατος (π.χ. CH3CH2ONa) με αιθυλαλογονίδιο (CH3CH2Χ)[2]:

\mathrm{CH_3CH_2OH + Na \xrightarrow{-\frac{1}{2}H_2} CH_3CH_2ONa \xrightarrow{+CH_3CH_2X} CH_3CH_2OCH_2CH_3 + NaX}

Χημικές ιδιότητες και παράγωγα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Αυτοξείδωση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Υπό την επίδραση φωτός (hv) και ατμοσφαιρικού οξυγόνου σχηματίζει ασταθή και εκρηκτικά υπεροξείδια[3]:

\mathrm{CH_3CH_2OCH_2CH_3 + O_2 \xrightarrow{hv} CH_3CH_2OCH(O_2H)CH_3}

Επίδραση οξέων[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Με τη επίδραση οξέων, κλασσικών ή κατά Lewis παράγει διάφορα οξώνια, δηλαδή ασταθή και πολύ δραστικά παράγωγα του τετρασθενή O+[4]:

\mathrm{CH_3CH_2OCH_2CH_3 +  H^+ \xrightarrow{} [(CH_3CH_2)_2OH]^+}
\mathrm{CH_3CH_2OCH_2CH_3 + BF_3 \xrightarrow{} [(CH_3CH_2)_2O][BF_3] \xrightarrow{+RF} [BF_4][(CH_3CH_2)_2O(R)]}

Υδρόλυση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

1. Με επίδραση νερού, σε όξινο περιβάλλον, υδρολύεται προς αιθανόλη[5]:

\mathrm{CH_3CH_2OCH_2CH_3 + H_2O \xrightarrow{H^+} 2CH_3CH_2OH}

2. Με επίδραση ψυχρού υδροϊωδίου (HI) παράγεται αιθανόλη και αιθυλοϊωδίδιο:

\mathrm{CH_3CH_2OCH_2CH_3 + HI \xrightarrow{} CH_3CH_2I + CH_3CH_2OH}

3. Με επίδραση θερμού υδροϊωδίου (HI) παράγεται αιθυλοϊωδίδιο και νερό:

\mathrm{CH_3CH_2OCH_2CH_3 + 2HI \xrightarrow{\triangle} 2CH_3CH_2I + H_2O}

Μετάθεση Wittig[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Με επίδραση αλκυλολιθίου (π.χ. μεθυλολιθίου) έχουμε τη μετάθεση Wittig, με την οποία παράγεται βουτανόλη-2 και αλκάνιο (μεθάνιο αν είχε χρησιμοποιηθεί μεθυλολίθιο)[6]:

\mathrm{CH_3CH_2OCH_2CH_3 + CH_3Li \xrightarrow{-CH_4} CH_3CH_2CH(OLi)CH_3 \xrightarrow{+H_2O} CH_3CH_2CH(OH)CH_3 + LiOH}

Επίδραση καρβενίων[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Παρεμβολή καρβενίων, π.χ. με μεθυλενίου παράγεται αιθυλοπροπυλαιθέρας και αιθυλισοπροπυλοαιθέρας[7]:


\mathrm{CH_3CH_2OCH_2CH_3 + CH_3Cl + KOH \xrightarrow{} \frac{3}{5} CH_3CH_2CH_2OCH_2CH_3 + \frac{2}{5} (CH_3)_2CHOCH_2CH_3 + KCl + H_2O}

Βιοχημική δράση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το ένζυμο κυτόχρωμα P450 έχει προταθεί ότι μεταβολίζει το διαιθυλαιθέρα[8].

Ακόμη, ο διαιθυλαιθέρας αναστέλλει τη λειτουργία του ενζύμου δεϋδρογονάση της αλκοόλης και άρα επιβραδύνει το μεταβολισμό της αιθανόλης[9]. Επίσης αναστέλλει τον μεταβολισμό και άλλων ναρκωτικών που απαιτούν οξειδωτικό μεταβολισμό[10].

Εφαρμογές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Είναι ένας ιδιαίτερα σημαντικός διαλύτης για την παραγωγή πολυμερών κυτταρίνης, όπως η ακετυλοκυτταρίνη.[11] .

Καύσιμο σε κινητήρες εσωτερικής καύσης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο διαιθυλαιθέρας έχει υψηλό βαθμό κετένης (85-96) και χρησιμοποιήθηκε ως καύσιμο εκκίνησης σε κινητήρες βενζίνης και ντίζελ[12], εξαιτίας της μεγάλης πτητικότητάς του και της χαμηλής θερμοκρασίας αυτοανάφλεξης. Για τους ίδιους λόγους χρησιμοποιήθηκε επίσης ως συστατικό καύσιμου μίγματος για μοντέλα κινητήρων με υπερσυμπιεστή.

Σε χημικά εργαστήρια[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο διαιθυλαιθέρας είναι ένας συνηθισμένος εργαστηριακός διαλύτης. Έχει περιορισμένη διαλυτότητα στο νερό και έτσι χρησιμοποιείται συχνά σε εκχύλιση υγρού-υγρού. Είναι λιγότερο πυκνός από το νερό κι επο9μένως το διαιθυλαιθερικό στρώμα είναι συνήθως το πάνω. Ο (απόλυτος) διαιθυλαιθέρας είναι ο συνηθιεμένος διαλύτης για τη σύνθεση και τις αντιδράσεις των οργανομαγνησιακών και άλλων οργανομεταλλικών ενώσεων. Χρησιμοποιήθηκε επίσης στον καθαρισμό της κοκαΐνης και άλλων ναρκωτικών και γι' αυτό είναι στη λίστα των προαπαιτούμενων αυτών της Σύμβασης ενάντια στη διακίνηση ναρκωτικών και ψυχοτροπικών ουσιών των Ηνωμένων Εθνών[13].

Αναισθητικό[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Απόσπασμα σε μνημείο της Βοστώνης (ΗΠΑ) από επίδειξη του Μόρτον για την αναισθητική χρήση του διαιθυλαιθέρα

Ο Γουΐλλιαμ Τ.Τζ. Μόρτον πήρε μέρος σε μια δημόσια επίδειξη της χρήσης του διαιθυλαιθέρα ως αναισθητικό στις 16 Οκτωβρίου του 1846 στο Ether Dome της Βοστώνης, στη Μασσαχουσέτη των ΗΠΑ. Ωστόσο, ο Crawford Williamson Long, M.D. είναι γνωστό ότι επέδειξε σε αξιωματούχους τη χρήση του διαιθυλαιθέρα ως γενικού αναισθητικού σε εγχείρηση στη Γεωργία (ΗΠΑ) στις 30 Μαρτίου 1842, δηλαδή πολύ νωρίτερα.[14].

Ο διαιθυλαιθέρας ήταν προτιμότερος από το χλωροφόρμιο, επειδή έχει υψηλότερη θεραπευτική ικανότητα και επειδή έχει μεγαλύτερη διαφορά μεταξύ της προτινόμενης δόαης και της τοξικής υπερδόσης. Χρησιμοποιείται ακόμη σε αναπτυσσόμενες χώρες επειδή έχει υψηλή θεραπευτική ικανότητα[15] και χαμηλή τιμή.

Επίσης χρησιμοποιήθηκε και σε αναισθητικά μίγματα με άλλα αναισθητικά, όπως το χλωροφόρμιο (το μίγμα χλωροφορμίου - διαιθυλαιθέρα σημειώνται συντομογραφικά CE mix) και η αιθανόλη (το μίγμα αιθανόλης χλωροφορμίου - διαιθυλαιθέρα σημειώνται συντομογραφικά ACE mix).

Τα τελευταία χρόνια ωστόσο, ο διαιθυλαιθέρας σπάνια χρησιμοποιείται. Επειδή είναι εύφλεκτος αντικαταστάθηκε από άφλεκτα αναισθητικά, όπως το 2-βρωμο-1,1,1-τριφθορο-2-χλωροαιθάνιο. Επιπλέον ο διαιθυλαιθέρας έχει πολλές ανεπιθύμητες παρενέργειες μετά την αναισθησία, όπως ναυτία και έμετος. Άλλα σύγχρονα αναισθητικά, όπως ο μεθυλοπροπυλαιθέρας και το 1,1-διφθορο-2,2-διχλωρο-1-μεθοξυαιθάνιο παρουσιάζουν μειωμένες παρενέργειες[14].

Ψυχαγωγία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι αναισθητικές ιδιότητες έκαναν το διαιθυλαιθέρα ένα ψυχαγωγικό ψυχότροπο, αν και όχι και τόσο γνωστό. Εξάλλου ο διαιθυλαιθέρας δεν είναι τόσο τοξικός όσο άλλοι διαλύτες τέτοιων ναρκωτικών.

Μίγματα διαιθυλαιθέρα με αιθανόλη πωλούνταν το 19ο αιώνα ως ψυχαγωγικό ναρκωτικά σε μερικές Δυτικές χώρες. Σε μια εποχή που θεωρούνταν ανάρμοστο για μια γυναίκα να καταναλώνει αλκοολούχα ποτά σε κοινωνικές εκδηλώσεις, μερικές φορές κατανάλωναν διαθυλαιθερούχα ποτά στη θέση τους. Ένα φάρμακο για το βήχα που ονομαζόταν Hoffmann's Drops πωλούνταν το ίδιο διάστημα, σε καψούλες που περιείχαν μίγμα αιθανόλης και διαιθυλαιθέρα[16]. Ο διαιθέρας είναι δύσκολο θεωρούνταν δύσκολο να καταναλωθεί μόνος του, οπότε ήταν συνηθισμένα τέτοια μίγματα με ναρκωτικά όπως η αιθανόλη για ψυχαγωγική χρήση. Ο διαιθυλαιθέρας χρησιμοποιήθηκε επίσης ως ένα εισπνευστικό.

Τον 19ο αιώνα και στις αρχές του 20ού αιώνα η κατανάλωση διαιθυλαιθέρα ήταν λαοφιλής ανάμεσα στους Πολωνούς χωρικούς[17]. Είναι ακόμη παραδοσιακό και σχετικά λαοφιλές ψυχαγωγικό ναρκωτικό στη Λέμκο της Ουκρανίας[18] . Συνήθως καταναλώνεται σε μικρή ποσότητα σε μίγμα με γάλα, νερό με ζάχαρη ή χυμό πορτοκαλιού, σε ποτήρι για σφινάκια.

Ασφάλεια[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο διαιθυλαιθέρας είναι επιρρεπής στο σχηματισμό υπεροξειδίου (βλ. §3.1) και μπορεί να σχηματίσει το εκρηκτικό υπροξείδιο του διαιθυλαιθέρα. Τα υπεροξείδια των αιθέρων έχουν υψηλότερο σημείο βρασμού από τους ίφιους τους αιθέρες, όταν είναι ξηροί (δηλαδή με την απουσία νερού. Για να αποφρυχθεί η παραγωγή του ανεπιθύμητου υπεροξειδίου, ο διαιθυλαιθέρας διατηρείται σε φιάλες με ίχνη του αντιοξειδωτικού BHT (2,6-δι(διμεθυλαιθυλο)-4-μεθυλοφαινόλη), το οποίο μειώνει το σχηματισμό του υπεροξειδίου. Επίσης, αποθήκευση πάνω από ίζημα υδροξειδίου του νατρίου (NaOH) απορροφά τσ ενδιάμεσα προϊόντα της παραγωγής υπεροξειδίου, οπότε παρεμποδίζει το σχηματισμό του ίδιου του υπεροξειδίου. Το νερό και τα υπεροξείδια μπορούν να απομακρυνθούν με συναπόσταξη του αιθέρα με νάτριο και βενζοφαινόνη ή με διέλευσή του μέσα από στήλη ενηεργής αλουμίνας[19].

Ο διαιθυλαιθέρας είναι επίσης εξαιρετικά εύφλεκτος. Η θερμοκρασία αυτοανάφλεξής του είναι μόλίς 170 °C και αυτό σημαίνει ότι μπορεί να αναφλεγεί και απλά με την επαφή ατμών του σε μια θερμή επιφάνεια, χωρίς να απαιτείται φλόγα ή σπινθήρας. Η συνήθης πρακτική στα χημικά εργαστήρια είναι η θέρμανσή του (όταν χρειάζεται, π.χ. κατά την απόσταξή του) μέσω θερμού νερού ή υδρατμού, ώστε να περιοριστεί η μέγιστη θερμοκρασία του διαιθυλαιθέρα το πολύ στους 100°C.

Η διάχυση του διαιθυλαιθέρα στον αέρα είναι 0,918·10−5 m2/s (σε θερμοκρασία 298K και πίεση 101,325 kPa).

Αναφορές και σημειώσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Ασκήσεις και προβλήματα Οργανικής Χημείας Ν. Α. Πετάση 1982, σελ.198, §8.3.2.
  2. Ασκήσεις και προβλήματα Οργανικής Χημείας Ν. Α. Πετάση 1982, σελ.198, §8.3.1.
  3. Ασκήσεις και προβλήματα Οργανικής Χημείας Ν. Α. Πετάση 1982, σελ.200, §8.5.1.
  4. Ασκήσεις και προβλήματα Οργανικής Χημείας Ν. Α. Πετάση 1982, σελ.200, §8.5.2.
  5. Ασκήσεις και προβλήματα Οργανικής Χημείας Ν. Α. Πετάση 1982, σελ.201, §8.5.3.
  6. Ασκήσεις και προβλήματα Οργανικής Χημείας Ν. Α. Πετάση 1982, σελ.201, §8.5.4.
  7. Ασκήσεις και προβλήματα Οργανικής Χημείας Ν. Α. Πετάση 1982, σελ. 155, §6.7.3, R = CH3CH2OCH2CH2.
  8. 109. Aspergillus flavus mutant strain 241, blocked in aflatoxin biosynthesis, does not accumulate aflR transcript. Matthew P. Brown and Gary A. Payne, North Carolina State University, Raleigh, NC 27695 fgsc.net
  9. P. T. Normann, A. Ripel and J. Morland (1987). "Diethyl Ether Inhibits Ethanol Metabolism in Vivo by Interaction with Alcohol Dehydrogenase". Alcoholism: Clinical and Experimental Research 11 (2): 163–166. doi:10.1111/j.1530-0277.1987.tb01282.x. 
  10. Larry K. Keefer, William A. Garland, Neil F. Oldfield, James E. Swagzdis, and Bruce A. Mico (1985). "Inhibition of N-Nitrosodimethylamine Metabolism in Rats by Ether Anesthesia". Cancer Research 45: 5457–60. http://cancerres.aacrjournals.org/cgi/reprint/45/11_Part_1/5457.pdf. 
  11. «Ethers, by Lawrence Karas and W. J. Piel». Kirk‑Othmer Encyclopedia of Chemical Technology. John Wiley & Sons, Inc. 2004. 
  12. «Extra Strength Starting Fluid: How it Works». Valvovine. http://www.valvoline.com/pages/products/product_detail.asp?product=38&section=402. Ανακτήθηκε στις 2007-09-05. 
  13. Microsoft Word - RedListE2007.doc
  14. 14,0 14,1 Hill, John W. and Kolb, Doris K. Chemistry for changing times: 10th edition. Page 257. Pearson: Prentice Hall. Upper saddle river, New Jersey. 2004.
  15. Calderone, F.A. J. Pharmacology Experimental Therapeutics, 1935, 55(1), 24-39, Jpet.aspetjournals.org
  16. Erowid Ether Vaults : Hoffmann's Drops
  17. Zandberg, Adrian (2010). "“Villages… Reek of Ether Vapours”: Ether Drinking in Silesia before 1939". Medical History 54 (3): 387–396. PMID 20592886. PMC 2890321. http://www.ncbi.nlm.nih.gov/pmc/articles/PMC2890321. 
  18. Kaszycki, Nestor (2006-08-30). «Łemkowska Watra w Żdyni 2006 – pilnowanie ognia pamięci» (στα Polish). Histmag.org – historia od podszewki. Kraków, Poland: i-Press. http://histmag.org/?id=349. Ανακτήθηκε στις 2009-11-25. «Dawniej eteru używało się w lecznictwie do narkozy, ponieważ ma właściwości halucynogenne, a już kilka kropel inhalacji wystarczyło do silnego znieczulenia pacjenta. Jednak eter, jak każda ciecz, może teoretycznie być napojem. Łemkowie tę teorię praktykują. Mimo to, nazywanie skroplonego eteru – „kropki” – ich „napojem narodowym” byłoby przesadą. Chociaż stanowi to pewną część mitu „bycia Łemkiem”.» 
  19. W. L. F. Armarego and C. L. L. Chai (2003). Purification of laboratory chemicals. Butterworth-Heinemann. ISBN 978-0750675710. 

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Γ. Βάρβογλη, Ν. Αλεξάνδρου, Οργανική Χημεία, Αθήνα 1972
  • Α. Βάρβογλη, «Χημεία Οργανικών Ενώσεων», παρατηρητής, Θεσσαλονίκη 1991
  • SCHAUM'S OUTLINE SERIES, ΟΡΓΑΝΙΚΗ ΧΗΜΕΙΑ, Μτφ. Α. Βάρβογλη, 1999
  • Ασκήσεις και προβλήματα Οργανικής Χημείας Ν. Α. Πετάση 1982
  • Δημήτριου Ν. Νικολαΐδη: Ειδικά μαθήματα Οργανικής Χημείας, Θεσσαλονίκη 1983.
Commons logo
Τα Wikimedia Commons έχουν πολυμέσα σχετικά με το θέμα
Στο λήμμα αυτό έχει ενσωματωθεί κείμενο από το λήμμα Diethyl ether της Αγγλικής Βικιπαίδειας, η οποία διανέμεται υπό την GNU FDL και την CC-BY-SA 3.0. (ιστορικό/συντάκτες).