Διαβολικοί Εραστές

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Διαβολικοί Εραστές
Έμμονο Πάθος
Ossessione.jpg
Σκηνοθεσία Λουκίνο Βισκόντι
Παραγωγή Industrie Cinematografiche Italiane
Σενάριο Τζουζέπε ΝτεΣάντις
Τζάνι Πουτσίνι
Μάριο Αλικάτα
Λουκίνο Βισκόντι
Τζέιμς Μ. Κέιν (Μυθιστόρημα)
Πρωταγωνιστές Μάσιμο Τζιρότι
Κλάρα Καλαμάι
Χουάν ΝτεΛάντα
Κυκλοφορία 1943
Πρώτη προβολή Country flag 16/5/1943
Μουσική Τζουζέπε Ροζάτι
Διάρκεια 140 λεπτά
Γλώσσα Ιταλικά
Σελίδα IMDb
Σελίδα Cine.gr

Η ταινία Διαβολικοί Εραστές (Ιταλ. Ossessione), γνωστό και ως Έμμονο Πάθος, είναι νεορεαλιστικό δράμα παραγωγής 1943 σε σκηνοθεσία Λουκίνο Βισκόντι. Πολλοί ιστορικοί του κινηματογράφου έχουν χαρακτηρίσει την ταινία ως το πρώτο δείγμα του Ιταλικού Νεορεαλισμού, αν και οι απόψεις για το χαρακτηρισμό αυτό διίστανται.

Υπόθεση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η μοίρα οδηγεί έναν πλανώδιο αλήτη τον Τζίνο Κόστα (Μάσιμο Τζιρότι) σε ένα πανδοχείο στην επαρχία της Φερράρας. Εκεί γνωρίζεται με την Τζοβάνα (Κλάρα Καλαμάι) τη νεαρή σύζυγο του γέρου ιδιοκτήτη του πανδοχείου Τζουζέπε Μπραγκάνα (Χουάν Ντε Λάντα). Οι δυο νέοι ερωτεύονται, ενώ ο αφελής σύζυγος της Τζοβάνα προσφέρει φιλοξενία στο νεαρό. Ο Τζίνο δεν μπορεί να αντέξει τη συμπεριφορά του Τζουζέπε απέναντι στη Τζοβάνα και της προτείνει να το σκάσουν. Οι δυο τους ξεκινούν, αλλά η Τζοβάνα αλλάζει δρόμο και επιστρέφει στο σύζυγό της. Μέρες αργότερα οι δυο εραστές συναντιούνται ξανά τυχαία στην Ανκόνα και σχεδιάζουν τη δολοφονία του Τζουζέπε. Μετά το έγκλημα, το ζευγάρι επιστρέφει στη Φερράρα και αποξενώνεται. Οι τύψεις κυριεύουν τους δυο εραστές, οι οποίοι αντιδρούν με διαφορετικό τρόπο προκειμένου να ξεχάσουν αυτό που έκαναν. Στο μεταξύ η αστυνομία συνεχίζει τις έρευνες πάνω στο θάνατο του Μπραγκάνα κι όλα δείχνουν ότι σύντομα οι φονιάδες θα πρέπει να δώσουν λόγο για τα κρίματά τους.

Πληροφορίες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Πρώτο σκηνοθετικό εγχείρημα του Λουκίνο Βισκόντι, βασισμένο στο αστυνομικό μυθιστόρημα του Τζέιμς Μ. Κέιν Ο ταχυδρόμος χτυπάει πάντα δυο φορές. Η ταινία πέρα από το γεγονός ότι αποτελεί την πρώτη κινηματογραφική μεταφορά του μυθιστορήματος του Κέιν, αποτελεί επίσης και τον πρόδρομο του Ιταλικού Νεορεαλισμού. Η προβολή της προκάλεσε σκάνδαλο σε μια Ιταλία εν καιρώ πολέμου και υπό το φασιστικό καθεστώς του Μουσολίνι, λόγω των αριστερών ιδεών που περνούσε μέσα από τις περιπέτειες του κατατρεγμένου παράνομου ζευγαριού. Τρία χρόνια αργότερα προβλήθηκε και η πρώτη χολυγουντιανή μεταφορά του μυθιστορήματος του Κέιν με τους Τζον Γκάρφιλντ και Λάνα Τάρνερ ενώ υπήρξε και άλλη μια μεταφορά με τον Τζακ Νίκολσον και τη Τζέσικα Λανγκ το 1980. Η ατμόσφαιρα της ταινίας του Βισκόντι είναι ξεχωριστή καθώς ο σκηνοθέτης κατάφερε να μεταμορφώσει το αστυνομικό μυθιστόρημα του Κέιν σε νεορεαλιστικό δράμα, με πρωταγωνιστές τα φυσικά τοπία της πεδιάδας του Πάδου, που εκτείνεται από την επαρχία της Εμίλια-Ρομάνια ως και την επαρχία των Μάρκε, καθώς και τη φωνή της συνείδησης των πρωταγωνιστών, οι οποίες παίρνουν σάρκα και πίσω από τη μορφή του Ισπανού και της Ανίτα. Η κρίση των δυο αυτών χαρακτήρων (και κυρίως του Ισπανού) πάνω στις πράξεις των πρωταγωνιστών περνούν άμεσα την ιδέα της αλλαγής ενός σκοτεινού καθεστώτος που κυριάρχησε στην Ιταλία μια περίπου εικοσαετία.

Ο υπουργός πολιτισμού Γκαετάνο Πολβερέλι, κατά την περίοδο του πολέμου, μετά από δυο απανωτές προβολές της ταινίας, κατέκρινε το φιλμ ως ανήθικο, λόγω των ρεαλιστικών ερωτικών σκηνών μεταξύ της Κλάρα Καλαμάι και του Μάσιμο Τζιρότι. Ο Βισκόντι πέρα από τη λογοκρισία που υπέστη η ταινία του, είχε να αντιμετωπίσει κι άλλες δυσκολίες κατά την παραγωγή της. Ο σκηνοθέτης ήθελε αρχικά να γυρίσει μια ταινία βασισμένη σε μυθιστόρημα του Τζοβάνι Βέργκα, αλλά οι φασιστικές αρχές του κράτους του το απαγόρευσαν. Έπειτα κατά τη συνεργασία του στη Γαλλία με τον Ζαν Ρενουάρ, είχε την ευκαιρία να διαβάσει το μυθιστόρημα του Κέιν, σε γαλλική μετάφραση. Την ίδια περίοδο έτυχε να δει την ταινία του Πιερ Σέναλ Ο τελευταίος γύρος (Le dernier tournant, 1939), μια ελεύθερη κινηματογραφική μεταφορά του "Ο ταχυδρόμος χτυπάει πάντα δυο φορές". Επιστρέφοντας το 1939 στην Ιταλία και επηρεασμένος από τον γαλλικό ρομαντισμό, αποφάσισε να μεταφέρει το μυθιστόρημα του Κέιν στη μεγάλη οθόνη. Έτσι με τη βοήθεια μιας ομάδας διανοούμενων που έγραφαν άρθρα για το ιταλικό περιοδικό "Σινεμά" (μεταξύ των οποίων ήταν και ο Αλμπέρτο Μοράβια) έγραψε το σενάριο. Η πολιτική κατάσταση στην Ιταλία καθώς και ο πόλεμος δεν του επέτρεψαν να αποσπάσει τα δικαιώματα για το ρομάντζο του Κέιν, γι' αυτό το λόγο το όνομα του Κέιν δεν αναφέρεται στους τίτλους έναρξης.

Πρώτη επιλογή του για το ρόλο της Τζοβάνα ήταν η Άννα Μανιάνι, η οποία λόγω της εγκυμοσύνης της δεν μπόρεσε να συμμετάσχει στην ταινία και τη θέση της πήρε η πανέμορφη Κλάρα Καλαμάι. Η ταινία γυρίστηκε μεταξύ του 1942 και του 1943 και έκανε πρεμιέρα στη Ρώμη την άνοιξη του 1943, προκειμένου να περάσει από έλεγχο από το γραφείο λογοκρισίας. Η ταινία προκάλεσε τρομερή σύγχυση και ανώτατα κρατικά στελέχη που ήθελαν να διαφυλάξουν τόσο τη ζωή τους όσο και την καρέκλα τους, την κατηγόρησαν για ανηθικότητα, αλλά στη συνέχεια υπέκυψαν λόγω του γεγονότος ότι το φιλμ δεν επιτίθεται άμεσα στο φασιστικό κίνημα και έδωσαν την άδεια για την προβολή του. Μήνες αργότερα η ταινία προβάλλεται στις κινηματογραφικές αίθουσες και ένα χρόνο αργότερα φτάνει στο Μιλάνο που βρίσκεται υπό γερμανική κατοχή. Η προβολή του διακόπτεται λόγω των αντιδράσεων των Γερμανών και της εκκλησίας και τελικά καταστρέφεται από τη "Δημοκρατία του Σαλό". Ο Βισκόντι όμως καταφέρνει να κρύψει ένα αντίγραφο των αρνητικών, η οποία θα δει το φως μετά το τέλος του πολέμου. Λόγω του γεγονότος ότι ο Βισκόντι δεν έχει κατοχυρώσει τα δικαιώματα του μυθιστορήματος του Κέιν, η ταινία έφτασε τις αμερικανικές αίθουσες 30 χρόνια αργότερα, το 1976. Οι "Διαβολικοί εραστές" δεν ήταν η μόνη ταινία της οποίας η προβολή απαγορεύτηκε από το φασιστικό καθεστώς κατά τη διάρκεια του πολέμου, μια σειρά ταινιών από Το ανθρώπινο κτήνος του Ζαν Ρενουάρ, ως και το Ξημερώνει του Μαρσέλ Καρνέ είχαν την ίδια τύχη.

Εξωτερικοί Σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Bacon, Henry, Visconti: Explorations of Beauty and Decay, Cambridge: Cambridge University Press, 1998.
  • Bondanella, Peter E., Italian Cinema: From Neorealism to the Present, New York: Continuum, 2001.
  • Korte, Walter F., Jr. “Marxism and Formalism in the Films of Luchino Visconti”, Cinema Journal, Vol. 11, No. 1, Autumn, 1971, pp. 2–12.
  • Lopate, Phillip. “The Operatic Realism of Luchino Visconti”, Totally, Tenderly, Tragically: Essays and Criticism From a Lifelong Love Affair with the Movies, New York: Anchor Books, 1998. pp. 101–114
  • Nochimson, Martha P., “The Melodramatic Neorealism of Luchino Visconti”, Cineaste, Vol. 28, No. 2, Spring, 2003, pp. 45–48.
  • Pacifici, Sergio J., “Notes Toward a Definition of Neorealism”, Yale French Studies, No. 17, Art of the Cinema, 1956, pp. 44–53. Pacifici discusses the term Neorealism and examines several popular movies which came out of the movement.
  • Poggi, Gianfranco, “Luchino Visconti and the Italian Cinema”, Film Quarterly, Vol. 13, No. 3, Spring, 1960, pp. 11–22. Poggi discusses Visconti and his work in the context of neorealism and the Italian cinema of the time.
  • Servadio, Gaia, Visconti: A Biography, New York: F. Watts, 1983.
  • Shiel, Mark, Italian Neorealism: Rebuilding the Cinematic City, Wallflower Press, 2005 ISBN 9781904764489 ISBN 1904764487