Διάσκεψη της Τεχεράνης

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Στάλιν, Ρούζβελτ, Τσώρτσιλ. Τεχεράνη, 1943

Η διάσκεψη της Τεχεράνης ήταν διάσκεψη κορυφής μεταξύ των ηγετών των Συμμάχων υπό το κωδικό όνομα EUREKA (= Εύρηκα). Διεξήχθη στην Τεχεράνη του Ιράν από τις 28 Νοεμβρίου έως την 1η Δεκεμβρίου 1943. Σε επίπεδο ηγετών συμμετείχαν ο Αμερικανός Πρόεδρος Φράνκλιν Ρούζβελτ, ο Βρετανός Πρωθυπουργός Ουίνστον Τσώρτσιλ και ο ηγέτης της Σοβιετικής Ένωσης Ιωσήφ Στάλιν. Ακολούθησε χρονικά τη διάσκεψη του Καΐρου, η οποία έληξε στις 27 Νοεμβρίου 1943 χωρίς την παρουσία του Στάλιν αλλά με παρουσία του Τσανγκ Κάι Σεκ[1]. Ουσιαστικά ήταν η πρώτη διάσκεψη στην οποία συμμετείχαν και οι τρεις ηγέτες. Οι αποφάσεις που λήφθηκαν στη διάσκεψη της Τεχεράνης ήταν προοίμιο των αποφάσεων που απλά επικυρώθηκαν στη Διάσκεψη της Γιάλτας το 1945 και υπό αυτή την άποψη θεωρείται μια από τις πιο σημαντικές διασκέψεις του Πολέμου.

Ιστορικό υπόβαθρο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Από την είσοδο της Σοβιετικής Ένωσης στον Πόλεμο το 1941 ο Στάλιν δεν έπαυε να ζητά από τους δυτικούς συμμάχους του τη δημιουργία ενός δεύτερου μετώπου στην Ευρώπη. Οι δυτικοί αντέτειναν ότι η δημιουργία ενός παρόμοιου μετώπου θα είχε ως συνέπεια βαρύτατες απώλειες και, κατά συνέπεια, έπρεπε να τηρηθεί στάση αναμονής μέχρι να εξασφαλιστούν οι απαραίτητες προϋποθέσεις για παρόμοια εκστρατεία. Οι φόβοι του Στάλιν δεν ήταν απόλυτα αδικαιολόγητοι: Η ΕΣΣΔ αντιμετώπιζε τεράστια πίεση από πλευράς Ναζιστικής Γερμανίας και, μέχρι την αποφασιστική νίκη της στο Στάλινγκραντ τυχόν αποχώρηση των δυτικών συμμάχων από τη σύρραξη σήμαινε ότι η ΕΣΣΔ αντιμετώπιζε ισχυρά το φάσμα της ήττας. Η δυσπιστία του Στάλιν οφειλόταν στο γεγονός ότι ο ίδιος πίστευε πως οι δυτικές "καπιταλιστικές" δυνάμεις αντιπαθούσαν τον κομμουνισμό και η καθυστέρηση στο άνοιγμα δευτέρου μετώπου στην Ευρώπη ήταν απλά πρόφαση, ώστε να δοθεί στους Ναζί ο χρόνος για να καταστρέψουν τη Σοβιετική Ένωση.[2]

Την εποχή διεξαγωγής της διάσκεψης η κατάσταση στον πλανήτη εμφανίζεται ως εξής:

  • Ευρώπη: Ολόκληρη η κεντρική και νότια Ευρώπη πλην Ιβηρικής χερσονήσου και βρετανικών νήσων εξακολουθεί να κατέχεται - ή να κυριαρχείται - από τις δυνάμεις του Άξονα. Στην Ιταλία έχει αρχίσει η εισβολή των Συμμάχων αλλά αντιμετωπίζει ισχυρή αντίσταση.
  • Βόρεια Αφρική: Έχει καταληφθεί εξ ολοκλήρου από τους Συμμάχους
  • Ανατολικό μέτωπο: Ύστερα από την ήττα στο Στάλινγκραντ, οι δυνάμεις του Άξονα έχουν υποχωρήσει σημαντικά αλλά εξακολουθούν να κατέχουν μεγάλο τμήμα της Ευρωπαϊκής Ρωσίας, τη Λευκορωσία, τμήμα της Ουκρανίας (όπου διεξάγονται σφοδρές μάχες για την κυριαρχία του Κιέβου έως τα τέλη Δεκεμβρίου) και τις Βαλτικές δημοκρατίες.
  • Μέτωπο Ειρηνικού: Η Ιαπωνία έχει αποσυρθεί από μεγάλο μέρος του Ειρηνικού, εξακολουθεί όμως να κατέχει τις Φιλιππίνες και όλες τις κτήσεις της στη νοτιοανατολική Ασία. Έχει περάσει στη φάση της άμυνας, καθώς οι πάσης φύσεως πόροι της έχουν αρχίσει να εξαντλούνται. Αυτό που προσπαθεί πλέον είναι να μη παραβιαστεί η "ζώνη άμυνας" που έχει περιχαράξει.

Οργάνωση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ύστερα από την κατάσταση που έχει ήδη διαμορφωθεί, κρίνεται απαραίτητη μια συνάντηση των "τριών μεγάλων" (the Big Three, όπως αποκαλούνται οι σύμμαχοι ηγέτες) για τη διαμόρφωση της περαιτέρω στάσης και πολιτικής που έπρεπε να ακολουθήσουν.

Ο Αμερικανός Πρόεδρος επιθυμούσε ήδη από την εποχή της επίθεσης στο Περλ Χάρμπορ μια συνάντηση με τους άλλους δύο ηγέτες, ώστε να συντονίσουν καλύτερα τις πολεμικές τους ενέργειες. Χρειάστηκε να περιμένει δύο χρόνια για να εκπληρωθεί αυτή του η επιθυμία. Όταν όμως ήρθε η στιγμή της συνάντησης, τα ενδιαφέροντα είχαν μεταβληθεί: Η επέκταση των δυνάμεων του Άξονα είχε μπει κάτω από έλεγχο ενώ ήδη διαφαινόταν η νίκη των Συμμάχων σε στρατιωτικό επίπεδο. Τον Ρούζβελτ πλέον τον απασχολούσαν τα πολιτικά προβλήματα που θα προέκυπταν μετά το τέλος του Πολέμου. Επιπλέον, η Συμμαχία είχε αρχίσει να παρουσιάζει ρωγμές καθώς ανέκυπταν όλο και περισσότερες διαφωνίες που απαιτούσαν την άμεση προσοχή των ηγετών, ενώ ο Ρούζβελτ πίστευε ότι θα μπορούσε να συνεννοηθεί καλύτερα με τον Στάλιν σε σχέση με τον Τσώρτσιλ.[3]

Ήδη από το Μάιο του 1942 ο Ρούζβελτ είχε προτείνει στον Στάλιν, μέσω του Χάριμαν, μια μεταξύ τους συνάντηση κάπου στο Βερίγγειο πορθμό ή στην Ισλανδία. Ο Στάλιν έχασε την ευκαιρία, αν και επιθυμούσε μια συνάντηση, γιατί φοβόταν τα αεροπορικά ταξίδια.[4] Τον Ιούλιο ο Στάλιν έγραψε προς τον Ρούζβελτ ότι "τα μεγάλα στρατηγικά ζητήματα δεν είναι δυνατό να επιλυθούν μόνον από τους στρατιωτικούς". Ακολούθησε βροχή ανταλλαγής μηνυμάτων και προτάσεων, κυρίως μεταξύ Ρούζβελτ και Τσώρτσιλ πριν τελικά καταστεί δυνατή η συνάντηση στην Τεχεράνη.

Ύστερα από την δήλωση του Στάλιν "περί στρατιωτικών ζητημάτων" ο Ρούζβελτ αποφάσισε, όποτε κι αν γινόταν η διάσκεψη, να μη πάρει μαζί του τον Υπουργό των Εξωτερικών Κόρντελ Χαλ (Kordel Hull). Ο βασικός λόγος γι' αυτό δεν ήταν οι επισημότητες, όπως έλεγε στους άλλους δύο, αλλά ο Πρόεδρος φοβόταν τις παρεμβάσεις του υπουργού του, ο οποίος συνέχεια του υπενθύμιζε ότι "δίνει πολλά στους Ρώσους" και δεν ήθελε να έχει κανένα πλάι του να τον συμβουλεύει τι να κάνει και τι να πει. Ωστόσο ο Χαλ δεν ήταν δυνατό να αγνοηθεί: Είχε δεχθεί να αναλάβει το Υπουργείο Εξωτερικών υπό την προϋπόθεση ότι "θα συμμετείχε με κάθε δυνατό τρόπο στη χάραξη και την εφαρμογή της εξωτερικής πολιτικής". Προέβαλε, επίσης, το επιχείρημα ότι "τα μεγάλα στρατιωτικά ζητήματα είναι αδύνατο να επιλυθούν χωρίς να προκαλέσουν παρέμβαση της πολιτικής". Ο Χαλ αρχικά είχε υποχωρήσει στην επιθυμία του Προέδρου, μέχρι τη στιγμή που έμαθε ότι ο Βρετανός ομόλογός του, Άντονι Ήντεν, θα συμμετείχε στην προγραμματιζόμενη διάσκεψη. Όταν το ανέφερε στον Ρούζβελτ, αυτός του απάντησε ότι "το αμερικανικό και το βρετανικό σύστημα διακυβέρνησης είναι τελείως διαφορετικά". Ο Χαλ τελικά ενέδωσε στην επιθυμία του Προέδρου.

Ο Ρούζβελτ επιθυμούσε, επίσης, να μην υπάρχουν εκπρόσωποι του τύπου στη διάσκεψη. Φυσικά, επρόκειτο να συζητηθούν θέματα μεγάλης σπουδαιότητας και μυστικότητας και ο Ρούζβελτ ήταν βέβαιος ότι ο Στάλιν δε θα μιλούσε ανοικτά και καθαρά αν ήσαν και δημοσιογράφοι παρόντες. Παράλληλα, δεν ήθελε να δώσει λαβές σε όσους επέκριναν την πολιτική του στα ζητήματα του Πολέμου.[3]

Η επιλογή της Τεχεράνης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στο ενδιάμεσο διάστημα είχαν γίνει άπειρες προτάσεις για επιλογή του ακριβούς σημείου συνάντησης και είχαν προταθεί σχεδόν όλα τα σημεία της υδρογείου. Ο Ρούζβελτ ήταν ήδη σε κακή κατάσταση από πλευράς υγείας και η στάση του Στάλιν δε βοηθούσε καθόλου: Ο Σοβιετικός επέμενε η διάσκεψη να γίνει στη Μόσχα, κάτι που είχε ήδη εκνευρίσει τον Τσώρτσιλ. Ο Χαλ είχε ήδη πάει στη Μόσχα για να κανονίσει τη συνάντηση και ο Ρούζβελτ είχε ήδη απορρίψει την Τεχεράνη. Όταν ο Ρούζβελτ πρότεινε άλλα σημεία συνάντησης, ο Στάλιν απάντησε, μάλλον υπεροπτικά, ότι "ήταν επικεφαλής ενός μεγάλου έθνους και δε μπορούσε να λείψει από την πατρίδα του όσο αυτή πολεμούσε". Ο Αμερικανός του απάντησε, μάλλον στον ίδιο τόνο, ότι και αυτός ήταν ηγέτης ενός μεγάλου έθνους που πολεμούσε και επίσης δε μπορούσε να λείψει επί μακρόν, καθώς το Σύνταγμα τον υποχρέωνε να επικυρώνει με την υπογραφή του κάθε νόμο που ψήφιζε το Κογκρέσο μέσα σε δέκα ημέρες. Απλά η διαδρομή προς Μόσχα ήταν πολύ μακρά και πρότεινε να "μοιράσουν την απόσταση". Ο Στάλιν είναι αμετακίνητος. Μόσχα, Τεχεράνη ή αναβολή της συνάντησης για το 1944. Ο Χαλ πιστεύει πως το τελευταίο θα είναι αυτό που θα εγκρίνει ο Πρόεδρος, η ανυπομονησία του όμως είναι πολύ πιο ισχυρή: Ο Ρούζβελτ υποχωρεί και δέχεται να πάει στην Τεχεράνη Ουσιαστικά, ο Στάλιν πρότεινε αυτή την πόλη γιατί εκεί μπορούσε να φτάσει χωρίς να χρησιμοποιήσει αεροπλάνο, δεδομένης της αεροπλανοφοβίας του. Επιπλέον, η πόλη είχε άμεση τηλεφωνική σύνδεση με τη Μόσχα.[4]

Πριν οι δυο δυτικοί ηγέτες αναχωρήσουν προς την Τεχεράνη, πέρασαν από το Κάιρο, όπου συνάντησαν τον Κινέζο ηγέτη Τσανγκ Κάι Σεκ.

Η διεξαγωγή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η στάση του Ρούζβελτ χαρακτηρίζεται αρκετά περίεργη, για τέτοιας φύσεως σύμμαχο, όπως η Βρετανία. Πιστεύει ότι με τον Στάλιν μπορεί να συζητήσει πολύ πιο εύκολα και να πάρουν από κοινού τις μεγάλης σημασίας αποφάσεις - δεν πιστεύει το ίδιο για τον Τσώρτσιλ. Ο λόγος είναι ότι ο Βρετανός είναι συντηρητικός έως αναχρονιστικός: Είναι προσηλωμένος στη Μοναρχία, φανατικός αντικομμουνιστής, σαφώς αποικιοκράτης. Η Βρετανική Αυτοκρατορία, της οποίας είναι υπέρμαχος, είναι η πεμπτουσία της καταπίεσης και για το λόγο αυτό δε θα πρέπει να επιζήσει ύστερα από τον Πόλεμο. Αντίθετα, θεωρεί τον Στάλιν "μέσα στο ρεύμα της Ιστορίας" και αντιτίθεται ισχυρότατα στις απόψεις των συμβούλων του - και μάλιστα ανθρώπων που γνωρίζουν πράγματα και καταστάσεις, όπως οι στρατιωτικός ακόλουθος των ΗΠΑ στη Μόσχα, που του εκφράζει ανοιχτά την άποψη πως θεωρεί "πιθανή συμμαχία ΗΠΑ - Μπολσεβίκων τουλάχιστον περίεργη".[4]

Η διάσκεψη αρχίζει την Κυριακή 28 Νοεμβρίου. Ο Τσώρτσιλ αντιμετωπίζει την ενωμένη εχθρότητα Στάλιν και Ρούζβελτ. Η συμπεριφορά των δύο ηγετών προς το Βρετανό είναι περισσότερο απαξιωτική παρά ισότιμη. Όπως είναι φυσικό, ο Ρούζβελτ αρνείται να παράσχει κάθε βοήθεια στο Μεσογειακό θέατρο του πολέμου, με αποτέλεσμα η Βρετανία να αποπειραθεί μόνη της την κατάληψη των νησιών του Αιγαίου. Η απόπειρα αποτυγχάνει παταγωδώς, μια βρετανική ταξιαρχία αιχμαλωτίζεται στη Λέρο και βυθίζονται έξι βρετανικά αντιτορπιλικά.

Στο δείπνο της 29ης Νοεμβρίου λαμβάνει χώρα ένα σοβαρό επεισόδιο: Ο Στάλιν, στην πορεία της συζήτησης, εκφράζει την άποψη ότι οι 50.000 - και ίσως 100.000 - ηγετικές φυσιογνωμίες της Γερμανίας στους τομείς των ενόπλων δυνάμεων, της επιστήμης, της τεχνολογίας και της οικονομίας θα πρέπει να εκτελεστούν με συνοπτικές διαδικασίες. Ο Τσώρτσιλ απαντά, με οξύτατο τόνο, ότι εκφράζει την απόλυτη άρνησή του πάνω σε τέτοιες πρακτικές. Ναι, ασφαλώς οι εγκληματίες πολέμου πρέπει να δικαστούν και να υποστούν τις συνέπειες των πράξεών τους, το έχει πει και γράψει και ο ίδιος, αλλά η Βρετανία αρνείται να "βάλει στο ίδιο τσουβάλι" με τους εγκληματίες τους στρατιώτες που πολέμησαν για την πατρίδα τους. Αρνείται να συμμετάσχει σε εκτελέσεις που γίνονται για πολιτικούς λόγους.[5] Ο Στάλιν υποστηρίζεται από ένα νεαρό Αντισυνταγματάρχη, που καταχράται την ιδιότητά του: Το γιο του Προέδρου Ρούζβελτ. Ο Βρετανός θυμώνει σε τέτοιο βαθμό που δηλώνει ότι προτιμά να εκτελεστεί ο ίδιος τώρα στην αυλή της Σοβιετικής Πρεσβείας παρά να συναινέσει σε τέτοια ενέργεια.[6] Αφήνει την πετσέτα και το πιρούνι του και σηκώνεται από το τραπέζι βγαίνοντας έξω. Ο Στάλιν σηκώνεται με τη σειρά του και επαναφέρει το Βρετανό στο τραπέζι και τη συζήτηση, βεβαιώνοντάς τον ότι απλά αστειευόταν.[4]

Η διάσκεψη επιβεβαιώνει αυτό που επισημάνθηκε από τους ιστορικούς των συμμαχικών διασκέψεων: Η πρωτοκαθεδρία δεν ανήκει πλέον στο Βρετανό Πρωθυπουργό. Χωρίς να παραγκωνίζεται, δεν είναι αυτός που θέτει τους όρους και πείθει τους υπόλοιπους να τους ακολουθήσουν (όπως έγινε στην Καζαμπλάνκα). Επιπλέον, ο Στάλιν θέλει επειγόντως ένα δεύτερο μέτωπο στην Ευρώπη - αυτό της Ιταλίας δεν τον καλύπτει. Βρίσκει την ευκαιρία να το εκμαιεύσει από τους συμμάχους του. Επιπλέον, σε αντάλλαγμα για την αμέριστη υποστήριξη της ΕΣΣΔ στους Αμερικανούς και Βρετανούς στον πόλεμο κατά του Χίτλερ, ζητά - και λαμβάνει τη διαβεβαίωση - ότι οι αντάρτες της Γιουγκοσλαβίας θα λάβουν υποστήριξη και ότι η ΕΣΣΔ θα έχει εκεί την πρωτοκαθεδρία.

Σύμφωνα με το περιοδικό "Time" ο Στάλιν, κάνοντας μια επίσημη πρόποση σε κάποιο από τα δείπνα της διάσκεψης είπε: "Τα Ενωμένα Έθνη δεν θα είχε γίνει ποτέ δυνατό να κερδίσουν αυτό τον Πόλεμο χωρίς την πολεμική παραγωγή των ΗΠΑ".[7]

Αποτελέσματα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στη διάσκεψη πάρθηκαν οι εξής αποφάσεις[8]

Γενικά[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το κείμενο των γενικών θέσεων στο οποίο κατέληξε η διάσκεψη ήταν το εξής:

Εμείς, ο Πρόεδρος των ΗΠΑ, ο Πρωθυπουργός της Μεγάλης Βρετανίας και ο ηγέτης της Σοβιετικής Ένωσης συναντηθήκαμε τις τέσσερις τελευταίες ημέρες στην πρωτεύουσα του συμμάχου μας Ιράν, Τεχεράνη, και διαμορφώσαμε και επιβεβαιώσαμε την κοινή μας πολιτική.

Εκφράζουμε την αποφασιστικότητά μας ότι τα έθνη μας πρέπει να συνεργαστούν τόσο στον Πόλεμο όσο και στην ειρήνη που θα ακολουθήσει.

Τα επιτελεία μας παρέστησαν στις συναντήσεις στρογγυλής τραπέζης και καταστρώσαμε τα σχέδια για την καταστροφή των γερμανικών δυνάμεων. Καταλήξαμε σε πλήρη συμφωνία τόσο ως προς τους σκοπούς όσο και ως προς το συγχρονισμό των επιχειρήσεων που θα αναληφθούν από την ανατολή, τη δύση και το νότο.

Η αλληλοκατανόηση την οποία επιτύχαμε εγγυάται ότι η νίκη θα είναι δική μας.

Ως προς τη μεταπολεμική ειρήνη είμαστε βέβαιοι ότι η ομόνοιά μας θα εξασφαλίσει μια ειρήνη με διάρκεια. Αναγνωρίζουμε πλήρως την υπέρτατη ευθύνη που επωμιζόμαστε εμείς και τα Ηνωμένα Έθνη για την εγκαθίδρυση μιας ειρήνης που θα δεσπόζει της καλής θέλησης των λαϊκών μαζών του κόσμου και θα εξοβελίσει την οδύνη και τον τρόμο του πολέμου για πολλές γενεές.

Μέσω των Διπλωματικών μας συμβούλων ερευνήσαμε τα προβλήματα του μέλλοντος. Θα αναζητήσουμε τη συνεργασία και την ενεργή συμμετοχή όλων των εθνών, μικρών ή μεγάλων, των οποίων οι λαοί, όπως οι δικοί μας, έχουν ψυχή τε και σώματι αφιερωθεί στην εξάλειψη της σκλαβιάς και της τυρρανίας, της καταπίεσης και της καταδυνάστευσης. Θα τους καλωσορίσουμε, όποτε αποφασίσουν να συμμετάσχουν, σε μια παγκόσμια οικογένεια δημοκρατικών εθνών.

Καμία δύναμη στον κόσμο δε μπορεί να μας εμποδίσει να καταστρέψουμε τις γερμανικές στρατιές από ξηράς, τα U-boote από θαλάσσης και τα πολεμικά εργοστάσια από αέρος. Η επίθεσή μας θα είναι αμείλικτη και επαυξανόμενη.

Από αυτές τις από καρδιάς διασκέψεις προσβλέπουμε με εμπιστοσύνη την ημέρα κατά την οποία όλοι οι λαοί του κόσμου θα μπορούν να ζουν ελεύθερα, ανέγγιχτοι από την τυραννία και σύμφωνα με τις ποικίλες επιθυμίες και τη δική τους συνείδηση.

Ήλθαμε εδώ με ελπίδα και αποφασιστικότητα. Αναχωρούμε από εδώ ως φίλοι στην πράξη, στο πνεύμα και στο σκοπό.

Φ. Ντ. Ρούζβελτ, Ουίνστον Τσώρτσιλ, Ιωσήφ Στάλιν

Στρατιωτικός τομέας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Η Γιουγκοσλαβία και οι αντάρτες της θα υποστηριχτούν με εφόδια και εξοπλισμό στο μέγιστο δυνατό βαθμό καθώς και από επιχειρήσεις κομμάντος
  • Από στρατιωτικής απόψεως είναι προτιμητέο η Τουρκία να προσχωρήσει στους Συμμάχους και να εμπλακεί στον πόλεμο ει δυνατόν πριν από το τέλος του έτους
  • Εγκρίθηκε η πρόταση του Στρατάρχη Στάλιν ότι αν η Τουρκία εμπλακεί σε πόλεμο με τη Γερμανία και, ως συνέπεια, η Βουλγαρία της κηρύξει πόλεμο ή της επιτεθεί, αυτόματα η ΕΣΣΔ θα βρεθεί σε εμπόλεμη κατάσταση με τη Βουλγαρία. Σημειώνεται επίσης ότι αυτή η δήλωση θα εκφραστεί με σαφήνεια στις επερχόμενες διαπραγματεύσεις που θα εμπλέξουν την Τουρκία στη σύρραξη.
  • Η διάσκεψη ενέκρινε την έναρξη της επιχείρησης "Overlord" (κωδική ονομασία της απόβασης της Νορμανδίας το Μάιο του 1944, σε συνδυασμό με επιχείρηση στη νότια Γαλλία. Η τελευταία αυτή επιχείρηση θα διεξαχθεί με όση ισχύ επιτρέψουν τα διαθέσιμα αποβατικά σκάφη. Η διάσκεψη έλαβε επίσης υπόψη της τη δέσμευση του Στρατάρχη Στάλιν ότι οι Σοβιετικές δυνάμεις θα εξαπολύσουν αντεπίθεση κατά το ίδιο χρονικό διάστημα, ώστε να αποτρέψουν τη μεταφορά γερμανικών δυνάμεων από το ανατολικό στο δυτικό μέτωπο.
  • Συμφωνήθηκε τα στρατιωτικά επιτελεία των Τριών Δυνάμεων να παραμείνουν εφεξής σε στενή επαφή μεταξύ τους για τον καλύτερο συντονισμό των επιχειρήσεων στην Ευρώπη. Ιδιαιτέρως συμφωνήθηκε ότι τα επιτελεία θα συνεργαστούν ώστε να τηρηθεί απόλυτη μυστικότητα επί του συγκεκριμένου σχεδίου και θα εκπονήσουν ένα σχέδιο παραπλάνησης του εχθρού.

Τα σημεία αυτά προσυπέγραψαν και οι Τρεις Μεγάλοι (Ρούζβελτ, Τσώρτσιλ, Στάλιν).

Σχετικά με το Ιράν[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Διάσκεψη της Τεχεράνης: Στάλιν και Μολότωφ με το Σάχη του Ιράν (κέντρο)

Ύστερα από συναντήσεις με τον Ιρανό πρωθυπουργό, οι Τρεις Μεγάλοι συμφώνησαν σε αμοιβαία καλές σχέσεις με το Ιράν, καθώς οι κυβερνήσεις των χωρών τους αναγνώρισαν τη συμβολή της χώρας στον πόλεμο κατά του κοινού εχθρού και ιδιαίτερα στις διευκολύνσεις που παρείχε στη διαμεταγωγή προμηθειών από το εξωτερικό στη Σοβιετική Ένωση. Κατά τη μεταπολεμική περίοδο οι κυβερνήσεις των ΗΠΑ, της ΕΣΣΔ και του Ην. Βασιλείου συμφώνησαν με την Ιρανική κυβέρνηση ότι τυχόν οικονομικά προβλήματα που θα αντιμετωπίσει η χώρα θα εξεταστούν ενδελεχώς, μαζί με αντίστοιχα άλλων μελών των Ηνωμένων Εθνών μέσω διασκέψεων ή διεθνών αντιπροσωπειών που υφίστανται ή θα δημιουργηθούν με θέμα την αντιμετώπιση διεθνών οικονομικών θεμάτων. Και οι τρεις Κυβερνήσεις επιθυμούν, όπως και η Ιρανική κυβέρνηση, η χώρα να διατηρήσει την ανεξαρτησία της, την εθνική κυριαρχία της και την εδαφική της ακεραιότητα. Στηρίζονται στη συμμετοχή του Ιράν, όπως και κάθε ειρηνόφιλου έθνους, στην εγκαθίδρυση διεθνούς ειρήνης, ασφάλειας και ευημερίας μετά τη λήξη του Πολέμου, σύμφωνα με τις αρχές της Χάρτας του Ατλαντικού, στην οποία συμμετέχουν και οι τέσσερις Κυβερνήσεις.


Τα σημεία αυτά προσυπέγραψαν και οι Τρεις Μεγάλοι (Ρούζβελτ, Τσώρτσιλ, Στάλιν).

Συνέπειες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι διακηρύξεις της διάσκεψης περιέχουν εν σπέρματι τη δημιουργία του ΝΑΤΟ (πρόγονος του οποίου ήταν η οργάνωση που προέβλεπε η Χάρτα του Ατλαντικού) και τη δημιουργία του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών. Από καθαρά στρατηγική άποψη η σημαντικότερη, ίσως, απόφαση, ήταν ο προγραμματισμός της Επιχείρησης "Overlord", όπως αποκλήθηκε η Απόβαση της Νορμανδίας.


Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Columbia Encyclopedia στο Answers.com
  2. Spartacus SchoolNet, UK
  3. 3,0 3,1 Paul D. Mayle, Eureka summit: agreement in principle and the Big Three at Tehran, 1943, University of Delaware Press, 1987
  4. 4,0 4,1 4,2 4,3 Ρεϊμόν Καρτιέ, Ιστορία του Β' Παγκοσμίου Πολέμου, τ. Β', Πάπυρος, Αθήνα, 1964, σελ. 127 - 128 και 130 - 132
  5. Teaching American History: Documents
  6. Teaching American History.org
  7. Time, φύλλο της 13ης Δεκεμβρίου 1943
  8. Πανεπιστήμιο Γέιλ: The Avalon Project