Διάναξη

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Επίδειξη καλαφατίσματος σε ναυτικό φεστιβάλ του Παιμπόλ 2009

Η Διάναξη είναι η επίσημη ονομασία της εργασίας που κοινώς λέγεται «καλαφάτισμα» των ξύλινων σκαφών.

Κατά την εργασία αυτή γίνεται πλήρωση (γέμισμα) των μεταξύ των επιγκενίδων (των μαδεριών), είτε πλευρικών είτε καταστρώματος, ανοικτών αρμών με στουπί που οι καλούμενοι διανάκτες, κοινώς «καλαφάτες», εκ του γαλλικού όρου, συστρέφουν με το χέρι σε σχήμα κλώσματος και το εισάγουν μεταξύ των αρμών με τη βοήθεια ειδικού εργαλείου της λεγόμενης σμίλης (κοινώς «καλαφατικό») και μ΄ ένα ξύλινο σφυρί που ονομάζεται τυπόδος (κοινώς «ματσόλα»).

Κατά τη διάναξη δεν γεμίζονται τελείως οι αρμοί, μέχρι της επιφάνειας των σανιδωμάτων, αλλά αφήνεται ένα κενό περίπου ενός δακτύλου. Στη συνέχεια αυτό γεμίζεται με πίσσα, προκειμένου έτσι να διατηρηθεί η στεγανότητα των σανιδωμάτων που, όσο τέλεια και αν είναι η συναρμογή τους, είναι αδύνατον να επιτευχθεί χωρίς τη διάναξη. Με την διάναξη τελικά το σκάφος ως σύνολο στερεώνεται καλλίτερα καθώς και οι αντοχές του μεγαλώνουν.

Η εργασία της διάναξης γίνεται μετά την ανέλκυση του σκάφους στη ξηρά και τον καθαρισμό των υφάλων του και εφόσον το σκάφος έχει πλέον στεγνώσει. Αντίθετα, η εργασία αυτή στο κατάστρωμα μπορεί να γίνει οποτεδήποτε φτάνει να είναι στεγνό.
Η διάναξη είναι η πλέον επίπονη εργασία στα ξύλινα σκάφη και η πιο χαρακτηριστική που παρατηρείται στα καρνάγια.