Δίκαιο του περιβάλλοντος

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Το Δίκαιο του Περιβάλλοντος είναι ο κλάδος του Δικαίου που έχει ως στόχο την προστασία του φυσικού περιβάλλοντος από τις ανθρώπινες δραστηριότητες. Αποτελείται από εθνικούς νόμους, διεθνείς συνθήκες, κανονισμούς και οδηγίες της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η προστασία αυτή μπορεί να επιτυγχάνεται:

  • με μέτρα κανονιστικού χαρακτήρα που καθορίζουν την ποσότητα και το είδος των επιπτώσεων των ανθρώπινων δραστηριοτήτων (για παράδειγμα, μέσω της θέσπισης ορίων εκπομπών από τις βιομηχανίες), και
  • με μέτρα προληπτικού χαρακτήρα με τα οποία επιχειρείται να γίνει αξιολόγηση των πιθανών επιπτώσεων που θα έχουν ενδεχόμενες ανθρώπινες δραστηριότητες στο περιβάλλον (όπως για παράδειγμα η μελέτη περιβαλλοντικών επιπτώσεων).

Ιστορία του Δικαίου του Περιβάλλοντος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το δίκαιο προστασίας του περιβάλλοντος ως αυτόνομος κλάδος του δικαίου άργησε να εμφανιστεί. Μάλιστα αρχικά αναπτύχθηκε κυρίως στις μεγάλες βιομηχανικές οικονομίες και δυστυχώς μετά από σημαντικές οικολογικές καταστροφές. Χαρακτηριστικά είναι τα ακόλουθα παραδείγματα:

  • η συντριβή του πετρελαιοφόρου Tore Canyon στις ακτές της Κορνουάλης που είχε ως αποτέλεσμα τη μόλυνση των αγγλικών και γαλλικών ακτών με 100.000 τόνους ακάθαρτου πετρελαίου (ακολούθησε η συνθήκη των Βρυξελλών της 29/11/1969 για την παρέμβαση στα ανοιχτά της θάλασσας σε περίπτωση ατυχήματος υπογράφτηκε το 1967),
  • το ατύχημα στο Σεβέζο της Ιταλίας, το 1976, όταν από εργοστάσιο της βιομηχανίας Hoffman – La Roche διέρρευσε διοξίνη (λόγω του ατυχήματος αυτού ψηφίστηκε από την Ευρωπαϊκή Ένωση μία Οδηγία για την αντιμετώπιση των κινδύνων μεγάλων ατυχημάτων σχετιζόμενων με επικίνδυνες ουσίες γνωστή ως Οδηγία SEVESO),
  • το ατύχημα της Union Carbide στο Bhopal της Ινδίας το 1984,
  • το 1986 η μόλυνση του Ρήνου από αγροχημικά προϊόντα της βιομηχανίας Sandoz, και
  • το 1986 το ατύχημα στο πυρηνικό εργοστάσιο του Τσερνομπίλ που κατέδειξε τον κίνδυνο διάδοσης της ρύπανσης σε πολύ μεγάλες αποστάσεις.

Οι περιβαλλοντικές ανησυχίες που άρχισαν να εκδηλώνονται κυρίως κατά τις τελευταίες δεκαετίες του εικοστού αιώνα είχαν ως αποτέλεσμα την ανάπτυξη του Δικαίου του Περιβάλλοντος. Αυτό αντικατοπτρίζεται μάλιστα στον αριθμό των νόμων για την προστασία του περιβάλλοντος, ο οποίος για τις ανεπτυγμένες χώρες παρουσίασε κατακόρυφη αύξηση από το 1970 και μετά, χωρίς αυτό βέβαια να σημαίνει ότι στις χώρες αυτές έχουν εξαλειφθεί τα σοβαρά περιβαλλοντικά προβλήματα που απαιτούν άμεσες λύσεις.

Διάκριση Δικαίου του Περιβάλλοντος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το Δίκαιο του Περιβάλλοντος μπορεί να διακριθεί σε:

  • πρωτογενές (ή άμεσο): περιλαμβάνονται οι διατάξεις εκείνες που σχετίζονται με την πρόληψη ή την καταστολή των βλαβερών επενεργειών στο φυσικό περιβάλλον,
  • δευτερογενές (ή έμμεσο): σχετίζεται με τον προγραμματισμό, τη διαχείριση, κτλ, και
  • τριτογενές: περιλαμβάνονται εκείνα τα στοιχεία του δικαίου που δεν έχουν ως άμεσο στόχο την προστασία του περιβάλλοντος, αλλά τα οποία μπορούν να χρησιμοποιηθούν κατά περίπτωση για το σκοπό αυτό (για παράδειγμα αγωγές ιδιοκτητών ή γενικώς ατόμων που έχουν έννομο συμφέρον και οι οποίες θεμελιώνονται σε κανόνες του αστικού δικαίου).

Χαρακτηριστικά του Δικαίου του Περιβάλλοντος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]