Δήμος Ασωπού

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
O Δήμος Ασωπού.

Ο Δήμος Ασωπού ήταν δήμος του νομού Λακωνίας που συστάθηκε με το πρόγραμμα Καποδίστριας από τη συνένωση παλαιότερων κοινοτήτων της περιοχής, που αποτέλεσαν στη συνέχεια τα δημοτικά διαμερίσματα του δήμου. Ο δήμος λειτούργησε την περίοδο 1999 -2010 οπότε και καταργήθηκε με την εφαρμογή του προγράμματος Καλλικράτης και εντάχθηκε στον νέο δήμο Μονεμβασιάς. Ο δήμος είχε συσταθεί από τη συνένωση των πρώην κοινοτήτων Ασωπού, Παπαδιανίκων και Φοινικίου της Επαρχίας Επιδαύρου Λιμηράς του Νομού Λακωνίας το 1996. Έδρα του Δήμου είχε οριστεί ο συνοικισμός Παπαδιάνικα της πρώην κοινότητας Παπαδιανίκων. Το 1997 με το Νόμο 2539 διευρύνθηκε με την προσάρτηση σ΄αυτόν και της κοινότητας της Δαιμονιάς. Στο δήμο Ασωπού περιλαμβάνοντανι: τα Παπαδιάνικα, το ΚαραβοστάσιονΠλύτρα, η Γλύφα (ή Γλυφάδα), η Δαιμονιά, ο Αρχάγγελος, η Παραλία, το Φοινίκι, και η Κρισά.

Διαίρεση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο δήμος περιλάμβανε τα παρακάτω δημοτικά διαμερίσματα και οικισμούς==

Δ.δ. Παπαδιανίκων [ 1.932 ]
Δ.δ. Ασωπού [ 1.272 ]
Δ.δ. Δαιμονίας [ 509 ]
Δ.δ. Φοινικίου [ 474 ]

Ιστορικά στοιχεία της περιοχής του δήμου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η ιστορική πόλη Κυπαρισσία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ως προς την ακριβή θέση της πόλης υπάρχει σύγχυση με τη θέση του Ασωπού. Πιθανότερη πάντως πρέπει να θεωρηθεί η δυτική του ακρωτηρίου Ξυλί (Ξυλί, για τους αρχαίους ήταν ένα είδος δρέπανου) στη σημερινή θέση Μποζάς. Για την ονομασία υπάρχουν δύο εκδοχές. Η μία ότι προέρχεται από αποίκους που ήλθαν από την Κυπαρισσία της Μεσσηνίας και η άλλη από το Ιερό της θεάς Αθηνάς που βρισκόταν σε άλσος κυπαρισσιών. Η ίδρυσή της ανάγεται στους Ομηρικούς χρόνους. Λόγω της εξαιρετικής της θέσης γνώρισε μεγάλη ευημερία. Διεσώζετο μέχρι των Ρωμαϊκών χρόνων οπότε και ερημώθηκε. Ο πιο πιθανός λόγος ανάγεται ίσως στη διαρροή των κατοίκων της προς την ακμάζουσα τότε γειτονική πόλη του Ασωπού.

Η πόλη Αχαιών των Παρακυπαρισσίων[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η πόλη αυτή βρισκόταν στους πρόποδες του βραχώδους ακρωτηρίου Ξυλί. Ο χρόνος ίδρυσής της παραμένει άγνωστος, όπως και ο τόπος προέλευσης των οικιστών της. Μπορούμε να υπολογίσουμε σαν χρόνο ίδρυσής της την Χάλκινη ή και την Νεολιθική εποχή, πριν από την πόλη της Κυπαρισσίας, επειδή στην περιοχή έχουν βρεθεί αντικείμενα που παραπέμπουν στις περιόδους που αναφέραμε.

Υπερτελέατον[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η θέση του εντοπίστηκε από μαρμάρινες και ορειχάλκινες επιγραφές κατά τις ανασκαφές του 1885 από την Ελληνική Αρχαιολογική Εταιρεία αλλά και από τον Παυσανία, που αναφέρει ότι απείχε από τον Ασωπό 50 στάδια (9 περίπου χιλ). Βρισκόταν σε χαράδρα Βόρεια του Φοινικίου σε σημείο του δρόμου που οδηγεί στο χωριό Βελιές. Εκεί είχαν κτιστεί ναοί αφιερωμένοι στον Απόλλωνα και τον Ασκληπιόν τον Υπερτελέατον. Ο ναός του Απόλλωνα σύμφωνα με τις ευρεθείσες επιγραφές ήταν ο κεντρικός βωμός του κοινού των Ελευθερολακώνων. Καθ’όλον το έτος συνέρρεαν στους ναούς πολλοί προσκυνητές από όλες τις πόλεις της Λακωνικής αυτής Ομοσπονδίας. Στο Μουσείο της Σπάρτης υπάρχουν δύο δυσανάγνωστες επιγραφές που βρέθηκαν στην περιοχή.

Σημειώση: Η ύπαρξη ναού του Ασκληπιού δικαιολογεί την ετυμολογία της λέξης Ασωπός που αναφέραμε στην ονομασία του.

Το Φοινίκι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κατά τον Κούρτιον (ιστορία της αρχαίας Ελλάδος σελ. 214) η ονομασία προήλθε από τους Φοίνικες «περί Μαλέαν φαίνεται επιπολάσαντες οι Φοίνικες. ‘Έτι δε και νυν καλείται Φοινίκη το μνημονευθέν χωρίον». Επομένως είναι αρχαιοτάτη. Ο οικισμός θα ιδρύθηκε τότε, που η θάλασσα έφθανε μέχρι εκεί ή και λίγο ψηλότερα πριν η έκταση με τις προσχώσεις μεταβληθεί σε πεδιάδα. Οι Φοίνικες (το 850 π.Χ. περίπου) είχαν ιδρύσει εμπορικό σταθμό για την μονοπωλιακή εκμετάλλευση των εξαιρετικής ποιότητας κοχυλιών πορφύρας, που όπως αναφέρει ο Παυσανίας, υπήρχαν μόνο στα παράλια της Λακωνικής.

Κατά τους Βυζαντινούς χρόνους οι κάτοικοι προτίμησαν την θέση στη σημερινή Κρισά, όπου υπάρχουν ερείπια κτιρίων και διασώζεται η βυζαντινού ρυθμού εκκλησία της Κοιμήσεως της Θεοτόκου με αξιόλογη ομώνυμη εικόνα. Επί Τουρκικής κατοχής οι κάτοικοι μεταφέρθηκαν ψηλότερα στη σημερινή τοποθεσία. Υπήρξε πυκνή εγκατάσταση Τούρκων, που τους προσέλκυσαν τα άφθονα νερά, οι οποίοι φέρθηκαν στους ντόπιους χριστιανούς με καλό τρόπο. Κατά την ελληνική επανάσταση οι κάτοικοι έλαβαν μέρος σε πολλές μάχες, όπως στην πολιορκία της Μονεμβασιάς, και προσέφεραν πολύτιμες υπηρεσίες.

Η Δαιμόνια[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Από αρχαιολογικά ευρήματα πλησίον της σημερινής Δαιμονιάς, συμπεραίνεται ότι υπήρχε πόλη βόρεια της Πλύτρας πλησίον της ακτής με άγνωστο όνομα. Η θέση της δέσποζε του δρόμου από το χωριό Επίδαυρο Λιμηρά και βρισκόταν και στο δρόμο από την πεδιάδα του Ασωπού προς την Νεάπολη. Ίσως πρέπει να την συνδέσουμε με την πόλη Κοτύρτα (την οποία αναφέρει ο Θουκυδίδης) ενώ υπήρχε και η πόλη Αφροδισιάς που κατόπιν ενσωματώθηκε με την πόλη των Βοιών. Η κτίση του χωριού στη σημερινή θέση έγινε κατά τους χρόνους της Τουρκοκρατίας.

Οι κάτοικοι ήλθαν από πολλές περιοχές, οι περισσότεροι μετά την καταστροφή των Ψαρών, με επικρατέστερη την οικογένεια Λύρα. Ήλθαν επίσης από τα Κύθηρα αλλά και από τα Λυρά μετά την καταστροφή τους το 1770 μ.Χ. από τους Τουρκαλβανούς.

Η ιστορική πόλη του Ασώπου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Για την προέλευση της ονομασίας ΑΣΩΠΟΣ υπάρχουν δύο εκδοχές:Η πρώτη προέρχεται από το όνομα κάποιου ήρωα που κατέβηκε στην περιοχή με τους Ηρακλειδείς και η δεύτερη από τον ποταμό που διέσχιζε την πεδιάδα. Πιθανότερη είναι η δεύτερη αφού η ονομασία Ασωπός απαντάται σε πολλούς ποταμούς στην Κορινθία, στην Αττική και στην Βοιωτία και αλλού. Η ετυμολογία της λέξης (κατά το Ομηρικό λεξικό του καθηγητή Πανταζίδη) προέρχεται από το Άσις = Ιλύς και Όψις κάτι που εξηγεί γιατί οι αρχαίοι Έλληνες είχαν θεοποιήσει τον Ασωπό σαν βοηθό του Ασκληπιού, αφού η λάσπη πολλών ποταμών πιστεύεται και σήμερα ότι έχει θεραπευτικές ιδιότητες.

Υπάρχουν δύο απόψεις για τη θέση του αρχαίου Ασωπού. Η μία τον τοποθετεί στη σημερινή θέση Μποζά και η άλλη στη θέση Πλύτρα. Η σύγχυση προήλθε, γιατί στην ίδια περιοχή υπήρχε και άλλη αρχαία πόλη η Κυπαρισσία. Από τα Λακωνικά του Παυσανία, όπου αναφέρει τις αποστάσεις του Ασωπού από τις Ακριές (Κοκκινιά) και το Υπερτελέατον (Βόρ. Φοινικίου) προκύπτει ότι η θέση της Πλύτρας, ήταν η θέση του Ασωπού. Σήμερα στη θέση Κόκκινες στην Πλύτρα και στο βυθό της θάλασσας διακρίνονται τα ερείπια πολλών κτισμάτων, μώλων και κρηπιδωμάτων. Πιθανολογείται ότι η πόλη έπαθε καθίζηση από ισχυρό σεισμό (ίσως το 375 μ.Χ.), στον οποίο οφείλεται και ο χωρισμός του βράχου της Μονεμβασιάς. Κατ΄ άλλους η καθίζηση μπορεί να έγινε κατά την έκρηξη του ηφαιστείου της Σαντορίνης.

Σε συνδυασμό με άλλα ιστορικά γεγονότα της Λακωνικής, ο χρόνος ίδρυσης της πόλης του Ασωπού χάνεται στην προϊστορική εποχή προ της καθόδου των Δωριέων, οι οποίοι, όταν κατέλαβαν την Λακωνία απαγόρευσαν την εγκατάσταση αποίκων.

Η πόλη σημείωσε μεγάλη πρόοδο κατά τους Ρωμαϊκούς χρόνους, όπου μαζί με άλλες 18 παραλιακές πόλεις της Λακωνικής, ήταν μέλος του Κοινού των Ελευθερολακώνων.

Απολάμβανε αυτονομιών, που δεν σήμαιναν βέβαια πλήρη ανεξαρτησία, διοικείτο από ιθαγενή όργανα και λόγω ειδικού προνομίου είχε κόψει και δικά της νομίσματα που στη μια όψη απεικόνιζαν τους θεούς Ποσειδώνα, Άρτεμη και Νέμεση και στην άλλη την επιγραφή ΑΣΩΠΕΙΤΩΝ ή με την κεφαλή του Διονύσου στη μια όψη και στην άλλη τον Ποσειδώνα και την επιγραφή ΑΣΩΠΕΙΤΩΝ. Ένα τέτοιο νόμισμα φυλάσσεται στο Αρχαιολογικό μουσείο Σπάρτης.

Κατά τους βυζαντινούς χρόνους ο Ασωπός είχε αξιόλογη παρουσία. Περί το 450, ο επίσκοπος Θεσσαλονίκης είχε αναδειχθεί έξαρχος της εκκλησίας της Ελλάδος, που την αποτελούσαν 12 Μητροπόλεις. Στη Επισκοπή της Αχαΐας υπαγόταν και η Επισκοπή Ασωπού, που στους τελευταίους βυζαντινούς χρόνους εντάχθηκε στη Μητρόπολη Μονεμβασίας. Με την κατάληψη της Λακωνίας από τους Τούρκους το 1461 μ.Χ. ο Ασωπός περιήλθε σ΄ αυτούς. Ήταν όμως ένα μικρό και άσημο χωριουδάκι. Ο φόβος των πειρατικών επιδρομών ανάγκασε τους κατοίκους του Ασωπού να αποτραβηχτούν ψηλότερα και να χτίσουν το χωριό Καλύβια, που πιθανό να ονομάστηκε έτσι από τις πρόχειρες και μικρές κατοικίες του. Με τον Ενετουρκικό πόλεμο του 1669 μ.Χ. πολλοί Κρητικοί ήλθαν και εγκαταστάθηκαν στην περιοχή, για αυτό πλεονάζουν τα επίθετα σε –άκης. Σε ανάμνηση της πατρίδος τους έδωσαν στο χωριό το όνομα Κοντε – Βιάνικα όπου το δεύτερο συνθετικό παραπέμπει στο Κρητικό τοπωνύμιο Βιάνος.

Περί το 1821 πολλοί κάτοικοι απεχώρησαν και δημιούργησαν το χωριό Παπαδιάνικα, που ονομάστηκε έτσι από την πολυπληθή οικογένεια Παπαδάκη.

Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι ιστορικές πληροφορίες αντλήθηκαν από τα βιβλία:

  • Κορινθιακά και Λακωνικά του Παυσανία.
  • Επαρχία Επιδαύρου Λιμηράς του Αντωνίου Κατσώρη.
  • Η Απιδέα Λακωνίας του Ν. Καλοδήμα.