Γ΄ Επιστολή Ιωάννη

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
(Ανακατεύθυνση από Γ' Επιστολή Ιωάννη)
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Η Γ' Επιστολή Ιωάννη είναι μία από τις επτά Καθολικές επιστολές που περιέχονται στην Καινή Διαθήκη.

Περιεχόμενο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Προοιμιακά ο Ιωάννης χαιρετίζει τον Γάϊο για τη φιλοξενία που παρείχε σε απεσταλμένους-περιοδεύοντες χριστιανούς αδελφούς του και που ενημέρωσαν τον συντάκτη της επιστολής γι΄αυτή του τη φιλοξενία. Τον προτρέπει να συνεχίσει να τους βοηθά σε κάθε τι που χρειάζονται στην περιοδεία τους. Έπειτα μνημονεύει μια συστατική επιστολή που απέστειλε στην τοπική εκκλησία με την οποία σύστηνε τους περιοδεύοντες αδελφούς του, όμως κάποιος από εκείνη την τοπική Εκκλησία ονόματι Διοτρεφής προβάλει εμπόδια στο έργο τους μη φιλοξενώντας τους και εμποδίζοντας να τους φιλοξενήσουν άλλοι. Ο ίδιος ο συντάκτης της επιστολής υπόσχεται όταν θα έλθει εκεί να αποκαλύψει την δράση του Διοτρεφούς. Στη συνέχεια της επιστολής συστήνει τον Δημήτριο στον Γάϊο για τον οποίο εγγυώνται και άλλοι ενώ του υπόσχεται πως θα τον επισκεφθεί κι ο ίδιος.

Ο συντάκτης της επιστολής[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Επειδή ο συντάκτης της αυτοαποκαλείται ‘’πρεσβύτερος’’ αντί ‘’απόστολος’’ ο Ιερώνυμος αμφισβήτησε πως είναι ο Ευαγγελιστής Ιωάννης, αλλά ο πρεσβύτερος Ιωάννης, πρόσωπο διακριτό από τον προηγούμενο Ιωάννη. Αλλά και η στάση του Διοτρεφούς προς τον συντάκτη της επιστολής, στάση απαξίωσης και περιφρόνησης, δεν θα ίσχυε αν ήταν ένας ευαγγελιστής.[1] Όμως δεν είναι κάτι το ιδιαίτερο να αυτοαποκαλείται ‘’πρεσβύτερος’’ ο Ευαγγελιστής Ιωάννης μια και άλλοι το έκαναν, όπως οι επίσκοποι της Ρώμης και ο Πέτρος.[1] Έτσι είναι ο ίδιος με τον συντάκτη και των δύο άλλων καθολικών επιστολών και του τέταρτου Ευαγγελίου. Κι αυτό λόγω της ομοιότητας των θεμάτων (αγάπη ως κατάσταση της ζωής των χριστιανών), της γλώσσας και του ύφους αυτών.[2]

Τόπος και χρόνος συγγραφής[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το ότι ο επικεφαλής μίας μικρής Εκκλησίας περιφρονεί τον αποστολέα της επιστολής και αρνείται να δεχθεί τους απεσταλμένους συνεργάτες του δεν δικαιολογεί τη στάση του έναντι μιας αυθεντίας όπως ο Ευαγγελιστής Ιωάννης άρα, σύμφωνα με μερίδα νεώτερων ερευνητών, πρέπει να μετατεθεί η εποχή συγγραφής της στον 2ο αιώνα μ.Χ. Όμως κάτι τέτοιο δεν ισχύει αφού και ο Παύλος έχει ανάλογα προβλήματα σε εκκλησιαστικές κοινότητες όπως στην Κόρινθο.[3] Πιθανολογείται ο τόπος συγγραφής της να είναι η Έφεσος και μετά τη σύνταξη του 4ου Ευαγγελίου, την πενταετία 95-100 μ.Χ.[4]

Παραλήπτες της επιστολής[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Παραλήπτης της είναι ο ‘’πρεσβύτερος Γάϊος’’. Δύσκολα ταυτίζεται με κάποιο ιστορικό πρόσωπο, πάντως πρόκειται για ένα όνομα κοινότατο στις Πράξεις και τις επιστολές του Παύλου. Ο συντάκτης της επιστολής τον εκτιμά ιδιαίτερα για την συμπεριφορά του. Πρόκειται για τον προϊστάμενο μιας κοινότητας που ανήκει στην επιρροή του συντάκτη της επιστολής. Το ότι βρίσκεται σε συνεχή επαφή μαζί τους o Ιωάννης, φαίνεται από την αποστολή σε αυτούς των περιοδευόντων αδελφών του, της επιστολής που λέει πως τους έστειλε, στο στίχο 9, κι από την υπόσχεση που τους δίνει να τους επισκεφθεί στο εγγύς μέλλον.[5] Η κοινότητα στην οποία απευθύνεται βρίσκεται κάπου στην Μικρά Ασία.[6]

Ο χαρακτήρας της επιστολής[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Πρόκειται για μία επιστολή καθαρώς ιδιωτική. Οι νουθεσίες που περιλαμβάνει σχετικά με τη χριστιανική και την εκκλησιαστική ζωή, της προσδίδουν και χαρακτήρα διδακτικό-παραινετικό, ενώ το ότι συστήνει τους περιοδεύοντες αδελφούς αλλά και τον Δημήτριο στον Γάϊο, την χαρακτηρίζει και ως συστατική.[7] Η συντομία της οφείλεται στην επικείμενη επίσκεψη του συντάκτη της στους παραλήπτες της.[8]

Η αφορμή για τη συγγραφή της επιστολής και η ταυτότητα του Διοτρεφούς[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Διοτρεφής εμφανίζεται στην επιστολή να μην δέχεται τους περιοδεύοντες αδελφούς που απέστειλε ο συντάκτης της επιστολής, αλλά και να διώχνει από την Εκκλησία όσους τους δέχονται. Αυτή είναι η αφορμή. Κατηγορείται ως ‘’φιλοπρωτεύων’’, ως κάποιος δηλαδή που σφετερίζεται για τον εαυτό του την ηγεσία της τοπικής εκκλησίας. «Πρόκειται για θέμα κανονικής τάξεως».[9]

Η εκκλησιαστική παράδοση για την επιστολή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Λόγω του έντονα ιδιωτικού της χαρακτήρα δεν αναφέρεται συστηματικά από τους Εκκλησιαστικούς συγγραφείς. Φέρεται ως υπομνηματιστής της ο Κλήμης Αλεξανδρείας, χωρίς να μας έχει σωθεί το σχετικό πόνημά του. Οι Ωριγένης και Ευσέβιος Καισαρείας την κατατάσσουν στις αμφιλεγόμενες. Τέλος η Σύνοδος της Ρώμης του 382 μ.Χ. τη θεωρεί κανονική όχι όμως και αποστολική.[4]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. 1,0 1,1 Αγουρίδης, σελ. 394.
  2. Καραβιδόπουλος, σελίδες 444, 446.
  3. Αγουρίδης, σελ. 393, δείτε για τα ιστορικά περιστατικά της Β προς Κορινθίους, και Παναγόπουλος, σελ. 225–228.
  4. 4,0 4,1 Παναγόπουλος, σελ. 390.
  5. Παναγόπουλος, σελ. 389.
  6. Καραβιδόπουλος, σελ. 447.
  7. Παναγόπουλος, σελ.388.
  8. Αγουρίδης, σελ. 393.
  9. Παναγόπουλος, σελ. 388–389, Καραβιδόπουλος, σελ. 446.

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Wikisource logo
Στη Βικιθήκη υπάρχει υλικό που έχει σχέση με το θέμα:
  • Αγουρίδης, Σάββας (1991). Εισαγωγή εις την Καινήν Διαθήκην. Αθήνα: εκδόσεις Γρηγόρης. σελ. 391–395. 
  • Καραβιδόπουλος, Ιωάννης (2004). Εισαγωγή στην Καινή Διαθήκη. Θεσσαλονίκη: Π.Πουρναράς. σελ. 446–447. ISBN 978-960-242-162-8. 
  • Παναγόπουλος, Ιωάννης (1995). Εισαγωγή στην Καινή Διαθήκη. Αθήνα: Ακρίτας. σελ. 388–391.