Γρηγόριος Ακίνδυνος

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Ο Γρηγόριος Ακίνδυνος γεννήθηκε στον Πρίλαπο της άνω Μακεδονίας περί το 1300.

Βιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μετά την ολοκλήρωση των βασικών σπουδών στην Πελαγονία εγκαταστάθηκε στη Θεσσαλονίκη, όπου συνέχισε τις σπουδές του κοντά στον Θωμά Μάγιστρο και τον αρχιδιάκονο Βρυέννιο. Κατά την παραμονή του στη Θεσσαλονίκη συνδέθηκε με τον Βαρλαάμ τον Καλαβρό και το Γρηγόριο Παλαμά. Λίγο πριν την έναρξη της Ησυχαστικής έριδας επιχείρησε να εγκαταβιώσει στη Μεγίστη Λαύρα, στο Άγιο Όρος, με τη μεσολάβηση του Γρηγορίου Παλαμά, χωρίς όμως να γίνει δεκτός από τους άλλους μοναχούς. Το ίδιο αποτέλεσμα είχαν και οι προσπάθειές του αργότερα να μονάσει στις μονές Φιλοθέου, Ιβήρων και Σιμωνόπετρας, με τη μεσολάβηση αυτή τη φορά του Καλλίστου, του μετέπειτα πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως (1350-1353, 1355-1363), για να επιστρέψει τελικά άπρακτος στη Θεσσαλονίκη.Οι λόγοι οι οποίοι συνετέλεσαν ώστε να μην γίνει δεκτός εις στο Άγιον Όρος παραμένουν άγνωστοι.

Όταν ξέσπασε η σύγκρουση Παλαμά-Βαρλαάμ, ο ίδιος ο κοινός φίλος και των δύο προσπάθησε ανεπιτυχώς να συμβιβάσει τα πράγματα, βρισκόμενος εγγύτερα προς τον Βαρλαάμ όσον αφορά το θέμα της διακρίσεως θείας ουσίας και ενεργειών, αλλά υποστηρίζοντας από την άλλη την ησυχαστική μέθοδο προσευχής. Ο ρόλος του μέχρι τη σύνοδο της 10 Ιουνίου 1341 ήταν συμβιβαστικός, επιδιώκοντας την ειρηνική επίλυση της διαφοράς. Μετά όμως την καταδίκη των ιδεών του Βαρλαάμ και τη φυγή του τελευταίου στη Δύση, ο Ακίνδυνος, ο οποίος κατά τη διάρκεια της Συνόδου είχε διαφωνήσει ανοιχτά με τον Παλαμά στο θέμα της διάκρισης ενεργειών και ουσίας, αρνήθηκε να υπογράψει το Συνοδικό Τόμο, αναλαμβάνοντας στην ουσία τον αγώνα κατά του Παλαμά και των ιδεών του. Η κατάσταση επέβαλλε τη σύγκληση νέας συνόδου, δύο μόλις μήνες μετά την πρώτη, για την οριστική διευθέτηση του ζητήματος. Έτσι αὖθις δὲ στάσεως κατὰ τὴν ἐκκλησίαν ἀναφυομένης͵ ἐν δεινῷ τιθέμενος ὁ πατριάρχης͵ εἰ διὰ τήν τινων φιλονεικίαν νοσοίη καὶ ταράττοιτο τὰ τῆς ἐκκλησίας͵ σύνοδον καὶ αὖθις δευτέραν συναθροίζει κατὰ τὸν αὐτὸν τῆς θεοῦ Σοφίας νεὼν… ἐπεὶ ὁ Ἀκίνδυνος ἐφαίνετο τὰ ἴσα Βαρλαὰμ καὶ λέγων καὶ φρονῶν͵ ψῆφος μὲν ἐξενήνεκται κοινὴ ἐπισκόπων τε καὶ τῶν συγκλη τικῶν κατὰ Ἀκινδύνου καὶ τῶν αὐτῷ φρονούντων ἴσως. Τελικά η Σύνοδος υπό την προεδρία του Αυτοκράτορα Ιωάννη Καντακουζηνού, παρά την αντίθεση του Πατριάρχη Ιωάννη Καλέκα, επιδοκίμασε για άλλη μια φορά τον Παλαμά, καταδίκασε προσωπικά πλέον τον Βαρλαάμ και υποχρέωσε τον Ακίνδυνο να υπογράψει την απόφαση, απειλώντας τον με αφορισμό σε αντίθετη περίπτωση.

Το ξέσπασμα της ένοπλης σύγκρουσης μεταξύ Καντακουζηνού και μιας ομάδας αξιωματούχων γύρω από τον Πατριάρχη και την Άννα της Σαβοΐας λίγους μήνες αργότερα έθεσε την ησυχαστική διαμάχη σε νέα βάση. Ο Γρηγόριος Παλαμάς είχε εξ αρχής υποστηρίξει τα δικαιώματα του Καντακουζηνού στην αντιβασιλεία, ενώ ο Ακίνδυνος μετά την καταδίκη του από τον Καντακουζηνό επιχείρησε να ανακινήσει τη συζήτηση για το θέμα της διάκρισης Ουσίας και Ενεργειών, κατηγορώντας τον Παλαμά για διθεΐα, με την υποστήριξη του Πατριάρχη, που επίσης εχθρευόταν τον Παλαμά για την πολιτική του τοποθέτηση. Την ίδια περίοδο συνδέθηκε με την Ειρήνη Χούμναινα, ηγουμένη του Φιλανθρώπου Χριστού, μάλιστα έγινε εξομολόγος της, ενώ εκείνη ανεδείχθη σε προστάτη και χορηγό του. Τελικά οι Ακίνδυνος-Καλέκας πετυχαίνουν, στις 4 Νοεμβρίου 1344 τη σύγκληση συνόδου που καταδικάζει τον Παλαμά και τη διδασκαλία του. Την ίδια περίοδο ο Καλέκας επιχείρησε να προωθήσει τον Ακίνδυνο στο μητροπολιτικό θρόνο Θεσσαλονίκης, χωρίς όμως να το πετύχει, λόγω της καθολικής αντίδρασης και της άρνησης της αυτοκράτειρας Άννας.

Μετά τη σύνοδο του 1344, ο Πατριάρχης προώθησε πολλούς οπαδούς του Ακίνδυνου σε επισκοπικές έδρες και κατόρθωσε να χειροτονήσει τον ίδιο πρεσβύτερο. Όμως την παραμονή της επικράτησης του Καντακουζηνού και της εισόδου του στην Πόλη, η αυτοκράτειρα Άννα σε μια προσπάθεια να κερδίσει τους ησυχαστές στη μάχη της εναντίον του, συγκάλεσε νέα σύνοδο με την οποία καταδίκασε και καθαίρεσε τους Καλέκα-Ακίνδυνο, οι οποίοι εξορίστηκαν. Μετά την οριστική του ήττα ο Ακίνδυνος εγκατέλειψε την Πόλη, για να πεθάνει τελικά λίγο αργότερα στην εξορία. Η οριστική καταδίκη του από την Εκκλησία ήλθε στα 1351, όταν με νέα σύνοδο αφορίσθηκε μαζί με τον Βαρλαάμ. Λίγο αργότερα (1352) η καταδίκη του εισήχθη στους αναθεματισμούς του Συνοδικού της Ορθοδοξίας.