Γοδεφρείδος ντε Μπρυγέρ

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Ο Γοδεφρείδος ντε Μπρυγέρ (Geoffroy de Bruyères), αναφερόμενος στην πιο πρόσφατη ξένη βιβλιογραφία Γοδεφρείδος ντε Μπριέλ (Geoffroy de Briel), ήταν γαλλικής καταγωγής ιππότης και βαρώνος της Καρύταινας στο Πριγκιπάτο της Αχαΐας. Η πολυτάραχη ζωή του καλύπτεται εκτενώς στο «Χρονικό του Μορέως». Θεωρούμενος από τους συγχρόνους του ως ο καλύτερος ιππότης του Πριγκιπάτου, συμμετείχε στους πολέμους εναντίων των Βυζαντινών. Πιάστηκε αιχμάλωτος κατά την Μάχη της Πελαγονίας το 1259, και εστάλη πίσω στην Αχαΐα το 1261 κομίζοντας τους όρους των Βυζαντινών. Ο ατίθασος χαρακτήρας του τον οδήγησε να χάσει δυο φορές την κυριότητα της βαρωνίας του, την πρώτη εξαιτίας της αποστασίας του έναντι του θείου του, Πρίγκιπα Γουλιέλμου Β΄ Βιλλεαρδουίνου και τη δεύτερη λόγω της μακρόχρονης απουσίας του από την Πελοπόννησο χωρίς την άδεια του Πρίγκιπα, για να ακολουθήσει μια ερωμένη του στην Ιταλία. Παρότι έλαβε χάρη και τις δυο φορές, κατέληξε να κατέχει τον τίτλο του ως δώρο του Πρίγκιπα, με αποτέλεσμα όταν πέθανε άτεκνος το 1275, η βαρωνία του να μοιραστεί στα δυο.

Καταγωγή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Γοδεφρείδος ήταν γιος του Ούγου ντε Μπριέλ και της Αλίξ (Αλίκης) Βιλλεαρδουίνου, κόρη του Πρίγκιπα της Αχαΐας Γοδεφρείδου Α΄ Βιλλεαρδουίνου.[1] Το ελληνικό «Χρονικό του Μορέως» αναφέρει συγκεκριμένα :

    Ἐκεῖνος υἱὸν ἐγέννησε, μισὶρ Ντζεφρὲ ἐκεῖνον ἀφέντην τῆς Καρύταινας, οὕτως τὸν ὠνομάζαν, ὅπου ἦτον εἰς τὴν Ρωμανίαν ἐξάκουστος στρατιώτης.    

Χρονικόν του Μορέως

Η οικογένειά του καταγόταν από το Μπριέλ-συρ-Μπάρζ της Καμπανίας, και εμφανίζεται με διάφορες παραλλαγές: Μπριέρες ή Πριέρης στα ελληνικά κείμενα, Bruières, Briers, Briel ή Brielle κ.ά. στις λατινικές πηγές.[2] Ο πατέρας του Γοδεφρείδου κληρονόμησε την Βαρωνία της Καρύταινας γύρω στο 1222 από τον αδερφό του, Ρενώ ντε Μπριέλ. Η βαρωνία αυτή ήταν η μεγαλύτερη του Πριγκιπάτου της Αχαΐας μετά τις βαρωνίες της Άκοβας και της Πάτρας, περιλαμβάνοντας 22 ιπποτικά τιμάρια και όντας υπεύθυνη για την επιτήρηση των ανυπότακτων κατοίκων των Σκορτών.[3][4]

Κύριος της Καρύταινας και εξέγερση κατά του Γουλιέλμου Β΄ Βιλλεαρδουίνου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Άποψη της Καρύταινας και του κάστρου της

Ο Γοδεφρείδος γεννήθηκε στην Ελλάδα, πιθανότατα στην Καρύταινα, λίγο μετά την άφιξη του πατέρα του στη χώρα (περ. 1222/3).[5] Ο Ούγος ντε Μπριέλ πέθανε στις αρχές του 1238, προτού καν κλείσει τα σαράντα του χρόνια, και τον διαδέχτηκε ο νεαρός Γοδεφρείδος.[6] Η κύρια πηγή για τη ζωή του Γοδεφρείδου είναι οι διάφορες εκδοχές του «Χρονικού του Μορέως», το οποίο, σύμφωνα με τον Αντουάν Μπον, «αφηγείται με τόση λεπτομέρεια και συμπάθεια» τις «πολλές και γραφικές περιπέτειες» μιας «ιδιαίτερης και γοητευτικής μορφής, πολύ αντιπροσωπευτικής της γενιάς των Φράγκων αρχόντων που γεννήθηκαν στην Ελλάδα.»[7] Το «Χρονικό» αποδίδει στον Γοδεφρείδο το κτίσιμο του κάστρου της Καρύταινας, του «ελληνικού Τολέδο» όπως το ονομάζει ο Ουίλλιαμ Μίλλερ.[4][8] Ο Γοδεφρείδος έχαιρε εξαιρετικής φήμης ως πολεμιστής, και θεωρούνταν ως «ο καλύτερος ιππότης του Μοριά».[9] Σύμφωνα δε με την αραγονική εκδοχή του «Χρονικού του Μορέως», συντηρούσε στο κάστρο της Καρύταινας σχολή ιπποσύνης, όπου οι γιοι των Ελλήνων αρχόντων του Μοριά εκπαιδεύονταν ως ιππότες κατά τα δυτικά πρότυπα.[10]

Παντρεύτηκε με την Ισαβέλλα ντε Λα Ρος κόρη του Γκυ Α΄ ντε Λα Ρος, Μεγακύρη των Αθηνών.[11] Το 1256-58, ενεπλάκη στον Πόλεμο της Ευβοϊκής Διαδοχής, στην αρχή στο πλευρό του θείου του, Πρίγκιπα Γουλιέλμου Β΄ Βιλλεαρδουίνου, ηγούμενος στρατού που δήωσε την Έυβοια και κατέλαβε την Χαλκίδα για λογαριασμό του Πρίγκιπα. Κατόπιν όμως, πέρασε στο στρατόπεδο του πεθερού του Γκυ ντε Λα Ρος, καθώς και των υπολοίπων Φράγκων αρχόντων που αντιτίθενταν στις ηγεμονικές αξιώσεις του Γουλιέλμου. Ο πόλεμος όμως έληξε με την συντριπτική νίκη του Γουλιέλμου στη Μάχη στο Καρύδι το 1258, και οι ηττημένοι άρχοντες κλήθηκαν σε παρλαμά στο Νικλί ώστε να δικαστούν. Ο Γουλιέλμος έδωσε χάρη στον ανιψιό του, και οι κτήσεις του, που είχαν κατασχεθεί, του επιστράφηκαν, όμως πλέον ως δώρο του Πρίγκιπα, και όχι ως κτήση κατακτητικώ δικαιώματι.[12][13][14]

Μάχη Πελαγονίας, βυζαντινή αιχμαλωσία και παραμονή στην Ιταλία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το 1259, ο Γοδεφρείδος συμμετείχε στον πριγκιπικό στρατό που εξεστράτευσε στο πλαίσιο της συμμαχίας Αχαΐας-Ηπείρου-Σικελίας ενάντια στην Αυτοκρατορία της Νίκαιας. Η δυσπιστία και διχόνοια που χαρακτήριζε τον ετερόκλιτο συμμαχικό στρατό οδήγησε σε μια καταστροφική ήττα στην Μάχη της Πελαγονίας. Ο πρίγκιπας Γουλιέλμος και οι περισσότεροι από τους βαρώνους του, συμπεριλαμβανομένου του Γοδεφρείδου, πιάστηκαν αιχμάλωτοι μετά την μάχη.[15]

Οι Φράγκοι άρχοντες έμειναν σε αιχμαλωσία μέχρι το 1261, όταν και, μετά την ανακατάληψη της Κωνσταντινούπολης από την Αυτοκρατορία της Νίκαις, ο αυτοκράτορας Μιχαήλ Η΄ Παλαιολόγος προσφέρθηκε να τους ελευθερώσει με αντάλλαγμα να δώσουν όρκο υποταγής και να του παραχωρήσουν ορισμένα οχυρά στη Λακωνία. Ο Γουλιέλμος συμφώνησε, και ο Γοδεφρείδος τέθηκε ελεύθερος ώστε να μεταφέρει τους όρους του Παλαιολόγου στους ευγενείς του Πριγκιπάτου. Στον παρλαμά που συνεκλήθη, πάλι στο Νικλί, πέρα από τον Γοδεφρείδο, τον καγκελάριο Λεονάρδο του Βέρολι, και τον Γκυ ντε Λα Ρος, οι κύριοι φεουδάρχες, όντας αιχμάλωτοι, αντιπροσωπεύονταν από τις γυναίκες τους. Ο λεγόμενος «παρλαμάς των κυράδων» επικύρωσε την συμφωνία, ο Γοδεφρείδος παρέδωσε τα συμφωνημένα κάστρα στους Βυζαντινούς, και επέστρεψε στην Κωνσταντινούπολη μαζί με ομήρους από το Πριγκιπάτο, επιτρέποντας την απελευθέρωση του Γουλιέλμου και των βαρώνων του.[16][17]

Η παράδοση των οχυρών αυτών σήμανε την απαρχή μιας μακράς περιόδου συγκρούσεων μεταξύ των Φράγκων του Πριγκιπάτου και των Ελλήνων της ανασυσταθείσας Βυζαντινής Αυτοκρατορίας για τον έλεγχο του Μοριά. Ο Πάπας κήρυξε άκυρο τον όρκο υποταγής του Γουλιέλμου, και πόλεμος μεταξύ των Φράγκων και των Βυζαντινών ξεκίνησε σχεδόν αμέσως μόλις επέστρεψε στο Πριγκιπάτο ο Γουλιέλμος.[18] Παρά τον κίνδυνο των Βυζαντινών, ο Γοδεφρείδος επέλεξε να φύγει από τον Μοριά, χωρίς την άδεια του Γουλιέλμου, και να περάσει την περίοδο 1263-65 στην Ιταλία, υποτίθεται για προσκύνημα, στην πραγματικότητα όμως συζώντας με την γυναίκα ενός εκ των υποτελών του, του Ιωάννη Καταβά. Η απουσία του επέτρεψε στους κατοίκους των Σκορτών να εξεγερθούν και να ενωθούν με τα βυζαντινά στρατεύματα, αλλά η βυζαντινή προέλαση ανακόπηκε από τον ίδιο Ιωάννη Καταβά στη Μάχη της Πρινίτσας.[19] Ο Γουλιέλμος για άλλη μια φορά κατάσχεσε την βαρωνία της Καρύταινας από τον Γοδεφρείδο, αλλά σύντομα μετά την επιστροφή του αυτός έλαβε πάλι χάρη και του επεστράφησαν οι τίτλοι του.[20]

Τελευταία χρόνια κι θάνατος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Γοδεφρείδος επανεμφανίζεται στις συγκρούσεις των αρχών της δεκαετίας του 1270, όταν ο Μιχαήλ Παλαιολόγος έστειλε έναν νέο διοικητή στο Μοριά, τον Αλέξιο Δούκα Φιλανθρωπηνό. Το 1270, ο Γοδεφρείδος και ο γείτονάς του, βαρώνος της Άκοβας, με 150 ιππείς και 200 πεζούς ενώθηκαν με τον στρατό του Πρίγκιπα, λεηλάτησαν τα βυζαντινά εδάφη στην Λακωνία, αλλά απέτυχαν να προκαλέσουν τον Φιλανθρωπηνό σε εκ παρατάξεως μάχη.[21] Οι διαπραγματεύσεις για την Ένωση των Εκκλησιών οδήγησαν σε μια προσωρινή παύση των εχθροπραξιών, αλλά το 1275, οι Βυζαντινοί την έσπασαν την ανακωχή. Ο Γουλιέλμος έδωσε 50 ιππείς και 200 τοξότες οπλισμένους με βαλλίστρες στον Γοδεφρείδο, που τους έβαλε να φυλάνε τα περάσματα των Σκορτών, αλλά σύντομα, στο τέλος του έτους, πέθανε από δυσεντερία.[22] Μετά τον θάνατό του, η Καρύταινα έγινε όλο και πιο συχνά στόχος επιθέσεων των Βυζαντινών, ώσπου τελικά έπεσε στα χέρια τους το 1320.[23]

Ο Γοδεφρείδος πέθανε άτεκνος. Η βαρωνία της Καρύταινας, ως πριγκιπικό δώρο, μπορούσε να κληρονομηθεί μόνο από άμεσους απογόνους του Γοδεφρείδου, και έτσι διαιρέθηκε μετά το θάνατό του: η μισή έμεινε στη χήρα του, Ισαβέλλα ντε Λα Ρος, η οποία μετ' ολίγον παντρεύτηκε τον Ούγο, Κόμη της Μπριέν, ενώ η άλλη μισή πέρασε στην πριγκιπική ιδιοκτησία. Δυο διεκδικητές της βαρωνίας εμφανίστηκαν λίγο καιρό μετά: κάποιος Ιωάννης Πεστέλ (Jean Pestel), και ο ανιψιός του Γοδεφρείδου, Γοδεφρείδος ο Νεώτερος, ο οποίος χάρη στην επιμονή του κατάφερε να λάβει το τιμάριο της Μόραινας.[24][25]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Bon (1969), σ. 105, 367, 700
  2. Bon (1969), σ. 105 σημ. 3
  3. Bon (1969), σ. 105, 365–367
  4. 4,0 4,1 Miller (1921), σ. 72
  5. Evergates (1994), σ. 106
  6. Evergates (1994), σ. 104, 106
  7. Bon (1969), σ. 105–106
  8. Bon (1969), σ. 367
  9. Longnon (1969),σ. 258
  10. Δούρου-Ηλιοπούλου (2005), σ. 134
  11. Bon (1969), σ. 106, 367
  12. Bon (1969), σ. 119–120
  13. Longnon (1969), σ. 245–246
  14. Setton (1976), σ. 78–80
  15. Bon (1969), σ. 121–122
  16. Bon (1969), σ. 123–125
  17. Δούρου-Ηλιοπούλου (2005), σ. 31
  18. Bon (1969), σ. 125 κ.ε.
  19. Bon (1969), σ. 130–131
  20. Bon (1969), σ. 106, 368
  21. Bon (1969), σ. 142
  22. Bon (1969), σ. 143
  23. Bon (1969), σ. 368
  24. Bon (1969), σ. 148, 370–371, 700
  25. Evergates (1994), σ. 108

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στο λήμμα αυτό έχει ενσωματωθεί κείμενο από το λήμμα Geoffrey of Briel της Αγγλικής Βικιπαίδειας, η οποία διανέμεται υπό την GNU FDL και την CC-BY-SA 3.0. (ιστορικό/συντάκτες).