Γκρότε Ρέμπερ

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Ο Γκρότε Ρέμπερ (Grote Reber, 22 Δεκεμβρίου 191120 Δεκεμβρίου 2002), ήταν Αμερικανός ερασιτέχνης αστρονόμος και ο ένας από τους δύο πρωτοπόρους της Ραδιοαστρονομίας, ως ο μοναδικός άμεσος ακόλουθος και συνεχιστής του έργου του Καρλ Τζάνσκι. Ο Ρέμπερ πραγματοποίησε την πρώτη επισκόπηση του ουρανού στα ραδιοκύματα και υπήρξε ο κατασκευαστής της πρώτης παραβολικής ανακλαστικής κεραίας που χρησιμοποιήθηκε ως ραδιοτηλεσκόπιο. Για σχεδόν μία δεκαετία ήταν ο μοναδικός ραδιοαστρονόμος στον κόσμο[1].

Τα πρώτα χρόνια[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Ρέμπερ γεννήθηκε στο Χουέτον (Wheaton) του Ιλινόι, ένα προάστιο του Σικάγου και απεφοίτησε από το Ινστιτούτο Τεχνολογίας Armour (το σημερινό Ινστιτούτο Τεχνολογίας του Ιλινόι) το 1933 με πτυχίο ηλεκτρολόγου μηχανικού. Στη συνέχεια εργάσθηκε για διάφορους κατασκευαστές ραδιοφωνικού εξοπλισμού στο Σικάγο (ως το 1947), ενώ ταυτόχρονα ήταν ραδιοερασιτέχνης.

Μαθαίνοντας για τη δουλειά του Καρλ Τζάνσκι το 1933[2][3], ο Ρέμπερ αποφάσισε ότι σε αυτό το πεδίο ήθελε να εργασθεί και έκανε αίτηση στα εργαστήρια της "Bell", όπου δούλευε τότε ο Τζάνσκι. Ωστόσο ήταν η περίοδος της μεγάλης οικονομικής ύφεσης και δεν υπήρχαν ελεύθερες θέσεις εργασίας εκεί.

Οι πρώτοι πειραματισμοί[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το καλοκαίρι του 1937 ο Ρέμπερ έχοντας διαβάσει τα άρθρα του Τζάνσκι, αποφασίζει να προσπαθήσει να συλλάβει τα ραδιοσήματα που εξέπεμπε ο Γαλαξίας μας σαν ένα ερασιτεχνικό πείραμα. Αντιλαμβανόμενος ότι χρειαζόταν ειδικό εξοπλισμό, πήρε την απόφαση να σχεδιάσει κάτι που είχε ήδη προταθεί από τον Τζάνσκι: μια παραβολική ανακλαστική κεραία σε σχήμα δίσκου. `Οπως ακριβώς το κοίλο κάτοπτρο ενός κατοπτρικού τηλεσκοπίου ανακλά και συγκεντρώνει τα κύματα του φωτός σε μια εστία στον κεντρικό του άξονα, έτσι και ο ανακλαστήρας του Ρέμπερ θα ανακλούσε με τη μεταλλική του επιφάνεια τα ραδιοκύματα από μια ορισμένη διεύθυνση και θα τα συγκέντρωνε σε μια μικρή ραδιοφωνική κεραία στο κέντρο, η οποία με τη σειρά της θα τροφοδοτούσε ένα δέκτη. Χωρίς να το συνειδητοποιεί, ο Ρέμπερ σχεδίαζε αυτό που με το σχήμα του (η ακριβής ονομασία είναι παραβολοειδές εκ περιστροφής) έμελλε να προσδώσει σε όλα τα σύγχρονα ραδιοτηλεσκόπια τη χαρακτηριστική τους μορφή, και να γίνει μάλιστα κατά την τελευταία εικοσαετία γνώρισμα της συνηθισμένης εικόνας των πόλεων, στη μικρή του κλίμακα, με τις σε σχήμα «πιάτου» κεραίες για τη λήψη των εκπομπών της δορυφορικής τηλεόρασης.

Αφού ολοκλήρωσε τη σχεδίαση, ο νεαρός μηχανικός ζήτησε μια εκτίμηση κόστους από μια εταιρία κατασκευής γεφυρών. Η τιμή τους (7.000 δολάρια της εποχής εκείνης) ήταν υπερβολική για κάποιον που μόλις ξεκινούσε τη σταδιοδρομία του, κι έτσι ο Ρέμπερ αποφάσισε να κατασκευάσει ο ίδιος τον δίσκο του. Με τη βοήθεια δύο ανδρών ύψωσε ένα παράδοξο στην όψη κατασκεύασμα στην αυλή του σπιτιού του, στο Χουέτον. Το κάτοπτρο είχε διάμετρο 9,45 μέτρα και εστιακή απόσταση 6,1 μέτρα. Συναρμολογημένο από 45 τεμάχια γαλβανισμένου μεταλλικού φύλλου, ήταν βιδωμένο σε 72 απλωμένα ακτινικά ξύλινα δοκάρια κομμένα σε παραβολικό σχήμα. Το πρότυπο αυτό ραδιοτηλεσκόπιο αποτελούσε ένα μεσημβρινό αστρονομικό όργανο, δηλαδή μπορούσε να στραφεί μόνο κατά τη διεύθυνση βορρά-νότου. `Οταν έβρεχε, συγκέντρωνε αρκετό νερό το οποίο στράγγιζε από το μικρό άνοιγμα στο κέντρο. Αυτό οδήγησε μερικούς γείτονες στη σκέψη ότι το περίεργο μηχάνημα αποσκοπούσε στον έλεγχο του καιρού, ενώ όταν ένα αεροπλάνο παρουσίασε μηχανικό πρόβλημα πάνω από την κεραία υπήρξε η υπόνοια ότι ήταν μυστικό στρατιωτικό δημιούργημα σχεδιασμένο για αντιαεροπορική δράση!

Τον Σεπτέμβριο 1937, μετά από 4 μήνες εργασίας, ο Ρέμπερ και οι βοηθοί του ολοκλήρωσαν το ραδιοτηλεσκόπιο με κόστος 1.300 δολάρια. Ο μηχανικός άρχισε την προσπάθειά του να καταγράψει ραδιοκύματα από το διάστημα. Εξαιτίας παρεμβολών από τις αναφλέξεις των μηχανών των αυτοκινήτων, έκανε τις παρατηρήσεις του συνήθως από τα μεσάνυκτα μέχρι την αυγή. Επιστρέφοντας από την ημερήσια εργασία του στην εταιρεία του, πήγαινε στο κρεβάτι ενωρίς και κοιμόταν μέχρι τα μεσάνυκτα, οπότε άρχιζε τις παρατηρήσεις του με το ραδιοτηλεσκόπιο. Προμηθεύθηκε λυχνίες από το Πανεπιστήμιο του Σικάγου και τελειοποιούσε σταδιακά τους δέκτες του. Μετά από μερικές προσπάθειες χωρίς αποτέλεσμα στην αρχή, δοκίμασε μικρότερα μήκη κύματος από τα 14,6 μέτρα του Τζάνσκι. Ξεκίνησε με τα βραχύτερα μήκη κύματος που θεώρησε καλό να ερευνήσει (λ = 9 cm) και αύξανε από εκεί και πέρα το μήκος κύματος με μεγάλα βήματα. Το καλοκαίρι του 1938 τον βρήκε στα 33 cm, χωρίς ακόμα να έχει ανιχνεύσει τίποτα. Οι κόποι του ανταμείφθηκαν επιτέλους την άνοιξη του 1939 σε μήκος κύματος 1,87 μέτρο (συχνότητα 160 MHz). Αμέσως βελτίωσε τον εξοπλισμό του και άρχισε να κατασκευάζει ένα ραδιοχάρτη του Γαλαξία μας. Επιβεβαίωσε ότι τα ισχυρότερα ραδιοκύματα προέρχονταν από τον Τοξότη, ενώ εντόπισε άλλες έντονες εκπομπές από τους αστερισμούς Κύκνο, Κασσιόπη και Πρύμνα. Ο Ρέμπερ άρχισε να δημοσιεύει τα ευρήματά του το 1940 (η πρώτη του επιστημονική ερευνητική δημοσίευση, που έγινε στο Astrophysical Journal), αλλά ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος είχε ήδη αρχίσει και ο νέος κλάδος δεν έτυχε, για μια ακόμα φορά, μεγάλης προσοχής, αφού και μεγάλο μέρος του επιστημονικού δυναμικού, ακόμα και των αστρονόμων, ήταν απασχολημένο σε αμυντικά ερευνητικά προγράμματα. (Σύμφωνα πάντως με τον Thorne[4] απέρριψε μία προσφορά θέσεως ερευνητή από το Αστεροσκοπείο Γιέρκς.) Το αποτέλεσμα υπήρξε ότι επί μία σχεδόν δεκαετία ο Γκρότε Ρέμπερ είχε το μοναδικό ραδιοτηλεσκόπιο στον πλανήτη και ο ίδιος ήταν ο μόνος ραδιοαστρονόμος πάνω στη Γη. Η εργασία του πάντως είχε ως αποτέλεσμα την «έκρηξη» της ραδιοαστρονομίας αμέσως μετά τη λήξη του πολέμου.

Κατά την περίοδο αυτή ο Ρέμπερ σημείωσε ένα αίνιγμα που δεν βρήκε την εξήγησή του παρά τη δεκαετία του 1950. Η αρχική θεωρία για την εκπομπή ραδιοκυμάτων από το διάστημα ήταν ότι οφειλόταν σε ακτινοβολία μέλανος σώματος, η οποία εκπέμπεται από όλα τα σώματα. Σε μια τέτοια περίπτωση, αυτή η ακτινοβολία θα ήταν πολύ περισσότερη στο ορατό φως, εξαιτίας της παρουσίας αστέρων και άλλων θερμών σωμάτων. Ωστόσο ο Ρέμπερ διεπίστωσε ότι κάτι τέτοιο δεν ισχύει, ανιχνεύοντας σημαντική ένταση ακτινοβολίας χαμηλής ενέργειας, που αντιστοιχεί στα ραδιοκύματα. Την επόμενη δεκαετία η ακτινοβολία συγχρότρου προτάθηκε ορθώς ως η ερμηνεία αυτών των μετρήσεων.

Το 1943 ο Ρέμπερ απεφάσισε να ξεφύγει από το ασυνήθιστο ωράριο παρατηρήσεων που είχε επιβάλει στον εαυτό του προκειμένου να στρέψει το ραδιοτηλεσκόπιό του προς τον `Ηλιο. Η ένταση των ηλιακών ραδιοκυμάτων ήταν τόση ώστε λίγο έλειψε να προκαλέσει βλάβη στο καταγραφικό του όργανο. Μετά τον πόλεμο θα μάθαινε ότι το 1942 Βρεταννοί επιστήμονες είχαν επισημάνει ισχυρά και συνεχή παράσιτα ενώ εργάζονταν πάνω σε μια νέα στρατιωτική εφεύρεση, το ραντάρ. Νόμισαν τότε ότι τα παρενέβαλλε ο εχθρός ώστε να μη μπορούν να χρησιμοποιήσουν τη συσκευή για την ανίχνευση των αεροπλάνων του, ενώ όπως αποδείχθηκε ο «ένοχος» ήταν ο `Ηλιος. Σήμερα πιστεύεται ότι και ο Τζάνσκι θα μπορούσε να είχε ανιχνεύσει ηλιακές εκλάμψεις στα ραδιοκύματα, αλλά στις αρχές της δεκαετίας 1930-39 ο `Ηλιος βρισκόταν στο ελάχιστο του ενδεκαετούς κύκλου δραστηριότητάς του. Μέχρι και το 1947 ο Ρέμπερ εργάσθηκε πάνω σε βελτιωμένους ραδιοχάρτες του Γαλαξία, ανιχνεύοντας εκπομπές νεφελωμάτων. Το 1948 αποδέχθηκε τη θέση του επικεφαλής του πειραματικού τομέα μικροκυμάτων στο Πανεπιστήμιο της Βιρτζίνια και μετακόμισε με την παραβολική κεραία του στο Στέρλινγκ της πολιτείας αυτής, όπου την πούλησε στο Εθνικό Γραφείο Προτύπων των ΗΠΑ (National Bureau of Standards) και την εγκατέστησε στις εκεί εγκαταστάσεις του Γραφείου, πάνω σε μια περιστρεφόμενη βάση. Αυτό του επέτρεψε να κατευθύνει την κεραία σε οποιοδήποτε πλέον σημείο του ουρανού.

Η υπόλοιπη σταδιοδρομία του[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το 1951 ο Ρέμπερ εξασφάλισε μια ετήσια γενναιόδωρη υποστήριξη από τη Research Corporation της Νέας Υόρκης και μετακόμισε στη Χαβάη. Από τη δεκαετία αυτή στράφηκε σε μία περιοχή που παρέμεινε αγνοημένη καθώς η ραδιοαστρονομία άρχισε να ερευνά όλο και υψηλότερες συχνότητες: αυτή των μεσαίας συχνότητας ραδιοκυμάτων, στο φάσμα των 0,5 ως 3 MHz. Το πρόβλημα εδώ είναι ότι τα κύματα με συχνότητες κάτω των 30 MHz ανακλώνται από το ιονισμένο στρώμα της γήινης ατμόσφαιρας, την ιονόσφαιρα. Το 1954 ο Ρέμπερ προσελήφθηκε από τον Οργανισμό Επιστημονικής και Βιομηχανικής `Ερευνας της Βρεταννικής Κοινοπολιτείας και εγκαταστάθηκε στο Μπόθγουελ (Bothwell) της Τασμανίας, όπου και έζησε το υπόλοιπο της ζωής του, σε ένα σπίτι που σχεδίασε και κατασκεύασε ο ίδιος με ξύλο πεύκου από το Όρεγκον. Συνεργάσθηκε με τον Μπιλ `Ελλις στο Πανεπιστήμιο της Τασμανίας. Στις πολύ ψυχρές και μακρές νύχτες του χειμώνα η ιονόσφαιρα πάνω από το νησί έχανε μεγάλο μέρος από τον ιονισμό της, επιτρέποντας την άφιξη των διαστημικών ραδιοκυμάτων στη διάταξη κεραιών του. Η Τασμανία επίσης προσέφερε χαμηλά επίπεδα ανθρωπογενούς ραδιοθορύβου, πράγμα που επέτρεπε την ανίχνευση ασθενών σημάτων από το διάστημα. Τη δεκαετία του 1960 εγκατέστησε ένα σύστημα κεραιών (διπόλων) στο βοσκοτόπι του Ντένιστουν, περίπου 5 χιλιόμετρα βόρεια του Μπόθγουελ.

`Ηδη από το 1954 Ο Ρέμπερ είχε ξεκινήσει τη χαρτογράφηση του ουρανού στα 2,1 MHz (μήκος κύματος 144 μέτρα). Στις 4 Αυγούστου 1985 το διαστημικό λεωφορείο Challenger (που θα στεκόταν τόσο άτυχο μερικούς μήνες αργότερα) πυροδότησε σκόπιμα περισσότερα από 200 χιλιόγραμμα καυσίμου καθώς περνούσε πάνω από το σύστημα κεραιών του Reber στην Τασμανία. Η ενέργεια αυτή μείωσε την πυκνότητα των φορτισμένων σωματιδίων της ιονόσφαιρας για λίγες ώρες και μέσα από το άνοιγμα αυτό ο Reber ανίχνευσε κοσμικά ραδιοκύματα με μήκος κύματος 176 μέτρα, το μεγαλύτερο που είχε ανιχνευθεί ποτέ από το έδαφος. Οι ερευνητικές του δραστηριότητες συνεχίσθηκαν αμείωτες και κατά την ένατη δεκαετία της ζωής του. Πάντως και μόνο το γεγονός ότι απέρρίπτε τη Θεωρία για τη Μεγάλη Έκρηξη θα ήταν αρκετό για να χαρακτηρισθεί «αιρετικός» από τη σύγχρονη αστρονομική κοινότητα. Συγκεκριμένα, ο Ρέμπερ πίστευε ότι η μετατόπιση προς το ερυθρό του φωτός των μακρινών γαλαξιών οφείλεται σε επανειλημμένη απορρόφηση και επανεκπομπή του φωτός και των υπόλοιπων ηλεκτρομαγνητικών κυμάτων από διαγαλαξιακή σκοτεινή ύλη πολύ μικρής πυκνότητας ή στην αλληλεπίδρασή τους με αυτή με άλλους τρόπους. Τη θεωρία του αυτή την εξέθεσε σε ένα άρθρο του με τίτλο «Σταθερό Σύμπαν χωρίς τέλος και όρια».

Ο Ρέμπερ απεβίωσε στο νοσοκομείο του Ouse District, 30 χιλιόμετρα βορειοανατολικά του Χόμπαρτ της Τασμανίας, δύο ημέρες πριν τα ενενηκοστά πρώτα γενέθλιά του. Το σώμα του αποτεφρώθηκε και οι στάχτες του φυλάσσονται στο κοιμητήριο του Μπόθγουελ, καθώς και στα παρακάτω 17 ραδιοαστεροσκοπεία και ερευνητικά κέντρα ανά τον κόσμο:


Τιμητικές διακρίσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ονομάσθηκαν προς τιμή του[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Ο αστεροειδής 6886 Γκρότε (6886 Grote), που ανακαλύφθηκε το 1942.
  • Το Μετάλλιο Grote Reber, που απονέμεται από το ομώνυμο ίδρυμα.


Πηγές-βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • J.D. Kraus: "Grote Reber - Founder of Radio Astronomy". Journal of the Royal Astron.Soc. of Canada, τ. 82, No. 3 (Ιούνιος 1988), σελ. 107
  • Βασίλειος Ν. Μανιμάνης: «Ραδιοαστρονομία: Απαρχές και σύγχρονες εξελίξεις». Περισκόπιο της Επιστήμης, τεύχος 163 (Ιούνιος 1993), σσ. 19-25
  • Peter L. Manly: Unusual Telescopes. Cambridge University Press, 1995, σελ. 77. ISBN 0-521-48393-X.
  • Joseph L. Spadley: "The First True Radio Telescope". Sky and Telescope, τ.76, αρ.1 (1988) σσ. 3, 28-30
  • W.T. Sullivan: The Early Years of Radio Astronomy. Cambridge University Press, 1984. ISBN 0-521-25485-X.

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Σημειώσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Encyclopedia of World Biography, τόμος 21, σ. 364
  2. John David North: Cosmos: an illustrated history of astronomy and cosmology. University of Chicago Press, 2008, σ.661. ISBN 0-226-59441-6
  3. Kip S. Thorne: Black holes and time warps: Einstein's outrageous legacy. W. W. Norton & Company, 1994, σ. 324. ISBN 0393312763
  4. ό.π., σελ. 327
Στο λήμμα αυτό έχει ενσωματωθεί κείμενο από το λήμμα Grote Reber της Αγγλικής Βικιπαίδειας, η οποία διανέμεται υπό την GNU FDL και την CC-BY-SA 3.0. (ιστορικό/συντάκτες).