Γκαγκαούζοι

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Γκαγκαούζοι νέοι με παραδοσιακές φορεσιές

Οι Γκαγκαούζοι ή Γκαγκαβούζηδες θεωρούνται από Τούρκους ιστορικούς ως τουρκικό φύλο, το οποίο έχει εκχριστιανιστεί. Έλληνες ιστορικοί τους χαρακτηρίζουν ως Μικρασιάτες τουρκόφωνους και τους εντάσσουν στους Καραμανλήδες (Τουρκόφωνοι Ορθόδοξοι Χριστιανοί) της Μικράς Ασίας.

Σύμφωνα με ιστορικές πηγές στις οποίες όλοι συμφωνούν, η εθνογένεσή τους θα πρέπει να τοποθετηθεί το 1243, όταν το Σελτζούκικο κράτος της Μ. Ασίας διαλύθηκε από τους Μογγόλους μετά τη μάχη του Κουσεντάγ. Σουλτάνος του Ικονίου ήταν τότε ο Ιτζεδίν Καϊκαβούζ, ο οποίος κατέφυγε στην αυλή των Βυζαντινών αυτοκρατόρων στην Κωνσταντινούπολη. Εικάζεται ότι η μητέρα του ήταν χριστιανή.

Είναι γεγονός ότι αυτή την ιστορική περίοδο έχουμε πολλές μετακινήσεις λαών από τα βάθη της Ασίας προς την Μικρά Ασία και την Ευρώπη. Από την άλλη πλευρά στο Βυζάντιο επικρατούσε ένα σκληρό φορολογικό σύστημα, Φεουδαρχικό, με αποτέλεσμα οι αγροτικοί πληθυσμοί να αλλάζουν συχνά στρατόπεδο. Στην προκείμενη ιστορική περίοδο έπαιρναν το μέρος των Σουλτάνων και των Χαλίφηδων, οι οποίοι τους υπόσχονταν καλύτερη ζωή. Η εμφάνιση του Ισλαμισμού ως νέας θρησκείας που υποσχόταν καλύτερη ζωή, η διαλλακτική στάση των Σουλτάνων που είχε ως σκοπό να αυξήσουν το στρατό τους επέδρασε πάνω στους πληθυσμούς της Μικράς Ασίας, που εύκολα άλλαζαν πολιτικό στρατόπεδο, αλλά δεν άλλαζαν θρησκευτικό στρατόπεδο. Το φαινόμενο των βίαιων εξισλαμισμών εμφανίστηκε αργότερα με την επικράτηση των Οθωμανικών και Οσμανικών τουρκικών φύλων.

Έτσι με αυτό τον τρόπο φαίνεται ότι ο Σουλτάνος του Ικονίου είχε πολλούς χριστιανούς υπηκόους, οι οποίοι τον επηρέαζαν ως προς την στάση του απέναντι στο Βυζάντιο. Υπάρχει και η παραδοχή που μας μεταφέρεται από ορισμένους ιστορικούς ότι ο Βυζαντινός αυτοκράτορας Μιχαήλ Η' Παλαιολόγος έδωσε άδεια εγκατάστασης του Σουλτάνου και του λαού του στα εδάφη της αυτοκρατορίας, επειδή είχε σωθεί από τον Σουλτάνο όταν είχε λιποτακτήσει από το βυζαντινό στρατό μετά από μια αποτυχημένη προσπάθεια κατάληψης της εξουσίας και του θρόνου. Το 1259 περίπου εγκαταστάθηκαν στην Βόρεια Βουλγαρία, στην περιοχή της Βάρνας-Μπάλτζικ και Καβάρνας, όπου δημιουργήθηκε το Δεσποτάτο της Καβάρνας.

Η εγκατάσταση σε αυτό το χώρο έγινε εσκεμμένα από τον Βυζαντινό αυτοκράτορα διότι επιθυμούσε να διαφυλάξει τα βόρεια σύνορα του από τις συνεχείς επιδρομές Κουμάνων και Πετζενέκων. Έτσι ξεπλήρωσε την υποχρέωση που είχε απέναντι στον Σουλτάνο και είχε ήσυχο το κεφάλι του για 124 χρόνια τουλάχιστον από τις επιδρομές αυτές στα βόρεια σύνορα της αυτοκρατορίας. Το Δεσποτάτο διαλύθηκε από τους Οθωμανούς Τούρκους το 1383. Στο Δεσποτάτο υπήρχαν 68 χωριά στα οποία κατοικούσαν Γκαγκαβούζηδες. Μετά τη διάλυση του Δεσποτάτου ένα τμήμα πληθυσμού των Γκαγκαούζων ακολούθησε τους πρίγκιπές του και εγκαταστάθηκαν στα χωριά της Νέας Ζίχνης Σερρών και στα περίχωρα της Βέροιας, ενώ οι υπόλοιποι διασκορπίστηκαν στη Βουλγαρία και στην Ανατολική Θράκη.

Οι επιδρομές των Οθωμανών και αργότερα των Κιρκάσιων συνεχίστηκαν με μοναδικό σκοπό να τους αλλάξουν τη θρησκευτική πίστη. Η αντίσταση των Γκαγκαβούζηδων περιγράφεται στο "Αι εν τη κωμοπόλει Καβάρνη και τοις πέριξ ελληνικοίς χωρίοις υπό των Κιρκασίων σφαγαί", έπος που γράφτηκε από τον Δ.Κ. Κραχτόγλου το 1878. Αργότερα συμμετείχαν στους Ρωσοτουρκικούς πολέμους στο πλευρό των Ρώσων. Για το λόγο αυτό κυνηγήθηκαν από τους Οθωμανούς και διασκορπίστηκαν στη Βουλγαρία (Πάζαρτζικ, Γιάμπολ) και στην Ανατολική Θράκη, στην περιοχή Χάψας-Αδριανούπολη, όπου εγκαταστάθηκαν σε 15 χωριά. Ο μεγαλύτερος πληθυσμός των Γκαγκαβούζηδων ακολούθησε τον Ρωσικό στρατό για να αποφύγει τα αντίποινα των Οθωμανών και εγκαταστάθηκε στη Βεσσαραβία, στην σημερινή Νότια Μολδαβία.

Κατά την απελευθέρωση της Ανατολικής Θράκης από τον ελληνικό στρατό το 1919 συγκρότησαν το πρώτο σύνταγμα του ελληνικού στρατού με 700 άνδρες και σύμφωνα με τον Γενικό Διοικητή της Θράκης Γεραγά διακρίθηκαν για την ανδρεία τους. Με τη συνθήκη της Λωζάνης θεωρήθηκαν από τους Τούρκους ανταλλάξιμοι ως φανατικοί Έλληνες και υποχρεώθηκαν να εγκαταλείψουν τις εστίες τους και να εγκατασταθούν στην επαρχία Ορεστιάδας και Διδυμότειχου σε 21 χωριά. Ο κύριος όγκος τους είναι εγκαταστημένος στα χωριά: Οινόη, Σαγήνη, Κλεισώ, Αμμόβουνο, Θούριο, Λεπτή, Κέραμος, Καναδάς, κλπ.