Γιόζεφ Χόφμαν

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Ο Γιόζεφ Χόφμαν το 1902
Γιόζεφ Χόφμαν: Οικία Στόκλετ (Palais Stoclet), Βρυξέλλες.

Ο Γιόζεφ Χόφμαν (Josef Hoffmann, 15 Δεκεμβρίου 1870 Πίρνιτς/Pirnitz Μοραβία - 7 Μαΐου 1956 Βιέννη, Αυστρία) ήταν Αυστριακός αρχιτέκτονας και βιομηχανικός σχεδιαστής, πρωτοπόρος του κινήματος της «νέας τέχνης» (Jugendstil), το έργο του οποίου έπαιξε σημαντικό ρόλο στην ανάπτυξη της μοντέρνας αρχιτεκτονικής στην Ευρώπη.

Βιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Γιόζεφ Χόφμαν σπούδασε αρχικά στην Κρατική Σχολή Εφαρμοσμένων Τεχνών στο Μπρνο (Brno) και συνέχισε σπουδές στην αρχιτεκτονική στην Ακαδημία Καλών Τεχνών της Βιέννης (1892 – 1895), με καθηγητές του το Βαρόνο Καρλ φον Χαζενάουερ (Karl von Hasenauer, 1833 - 1894) και τον Ότο Βάγκνερ (Otto Wagner, 1841 - 1918), από όπου αποφοίτησε το 1895 με το Βραβείο της Ρώμης (Prix de Rome).

Συμμετοχή σε καλλιτεχνική ομάδα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

To 1897, ο Χόφμαν συμμετείχε, μαζί με τους καλλιτέχνες Γκούσταφ Κλιμτ (Gustav Klimt, 1862 - 1918) και Κόλομαν Μόζερ (Koloman Moser, 1868 - 1918 ) στην ίδρυση της «Απόσχισης της Βιέννης» ή αλλιώς Ζετσεσιονισμός (Wiener Sezession), καλλιτεχνικής ομάδας, η οποία ήταν επηρεασμένη από το κίνημα της Αρ Νουβό και έκανε το ντεμπούτο του το 1898 με έπιπλα από ένα δωμάτιο στη πρώτη έκθεση της «Απόσχισης της Βιέννης» δίνοντας αμέσως ενδείξεις του ενδιαφέροντός του στην εσωτερική διακόσμηση. Από το 1899 ως το 1937, άρχισε να διδάσκει στη Σχολή Τεχνών και Χειροτεχνίας (Kunstgewerbeschule) της Βιέννης. Το 1900 αντικατέστησε τον Γιόζεφ Μαρία Όλμπριχ ως επικεφαλής αρχιτέκτονας της «Απόσχισης της Βιέννης», σχεδιάζοντας το πρώτο του έργο με τη τεχνοτροπία της αγγλικής ελεύθερης αρχιτεκτονικής για τον Κόλομαν Μόζερ. Από την εποχή της έκθεσης της «Απόσχισης» στη Βιέννη το 1900, ο Χόφμαν είχε ήδη διαμορφώσει ένα στυλ επίπλωσης με εκλεπτυσμένες ευθύγραμμες μορφές. Αυτό ήταν και το πρώτο βήμα απομάκρυνσης από την καμπύλη μορφή του καταστήματος Apollo που είχε χτιστεί στη Βιέννη τον προηγούμενο χρόνο. Ήδη από το 1902 είχε αρχίσει να κινείται προς την κατεύθυνση ενός τρόπου έκφρασης περισσότερο επίπεδου και κλασικού, βασισμένου σε μεγάλο βαθμό στο έργο της περιόδου μετά το 1898 του Ότο Βάγκνερ. Μαζί με τον Μόζερ και άλλους οπαδούς της «Απόσχισης της Βιέννης» άρχισε να ενδιαφέρεται για τη χειροτεχνική παραγωγή διακοσμητικών αντικειμένων και αντικειμένων εφαρμοσμένης τέχνης.

Το 1902, διαμορφώνοντας τον χώρο για το άγαλμα του Μπετόβεν, κατάφερε να εκφράσει το προσωπικό του αφηρημένο στιλ που έδινε έμφαση σε ορισμένες καμπύλες ή αναλογίες μέσα από τη χρήση σφαιροειδών προεξοχών και συνθέσεων με μικρά τετράγωνα. Με τον τραπεζίτη Fritz Wärndorfer και τον καλλιτέχνη Κόλομαν Μόζερ καθιέρωσε το Βιενέζικο Εργαστήριο (Wiener Werkstätte), με στόχο το σχεδιασμό, την παραγωγή και τη διακίνηση οικιακών αντικειμένων υψηλής ποιότητας. Τόσο η εταιρεία όσο και τα προϊόντα της απέκτησαν παγκόσμια φήμη, μέχρι τη στιγμή που ο Χόφμαν, ξαφνικά και ανεξήγητα σταμάτησε τη λειτουργία της το 1933. Σχεδίασε πολλά προϊόντα για το Βιενέζικο Εργαστήριο, όπως καρέκλες, λαμπτήρες και γυαλικά. Εν τω μεταξύ, εκπλήρωνε μια σειρά από αρχιτεκτονικά έργα, αρκετά σπίτια ευγενών μέσα και γύρω από τη Βιέννη.

Σημαντικά έργα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ένα σημαντικό πρώιμο έργο του Χόφμαν στο οποίο είχε πλησιάσει πλέον την τεχνοτροπία του δασκάλου του Ότο Βάγκνερ ήταν το «Σανατόριο Πούρκερσντορφ» (Sanatorium Purkersdorf, 1903) στα περίχωρα της Βιέννης που θα ασκούσε σοβαρή επίδραση στα πρώτα βήματα του Λε Κορμπυζιέ. Εδώ, παρασυρμένος από τη φύση του έργου του ο Χόφμαν απλοποίησε το αρχικό κτίριο όσο περισσότερο μπορούσε. Το τελικό κτίριο ήταν ένα σύστημα από λιθοποιία επιχρισμένη με λευκό κονίαμα, στεγασμένο με απλή πλάκα και διακοπτόμενη από μια σειρά από παράθυρα με ποικιλία στα σχήματα. Μια μίξη από μπλε και άσπρα καρώ πλακάκια διατρέχουν κάθε άκρο για να δώσουν το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα της μεταφοράς του όγκου πάνω στο επίπεδο. Αυτό το κτίριο συχνά θεωρείται ως μια πρόβλεψη του ορθολογισμού, αλλά από μόνο του μπορεί να οριστεί ακριβώς στα όρια της μεθόδου που ακολουθούσε ο Ότο Βάγκνερ και ήταν ένα από τα πιθανά αποτελέσματα της διαδικασίας της χρωματικής αντιγραφής των παραδοσιακών μοντέλων- δεν μπορεί να κριθεί χωρίς την αναφορά στη παράδοση. Αυτό μπορεί να φανεί από το άκαμπτο γεωμετρικό σχέδιο, την προσεγμένη σχέση μεταξύ των μερών, τη φροντίδα που διαπιστώνεται στη διαφοροποίηση των δαπέδων με την ποικιλία στα σχήματα και τις διαφορετικές αποστάσεις μεταξύ των ανοιγμάτων. To 1905, άρχισε να δουλεύει το πρώτο αριστούργημά του, την οικία Στόκλετ (Palais Stoclet, 1905 - 1911) που χτίστηκε στις Βρυξέλλες το διάστημα 1905-1910 και που σχεδίασε για τον εύπορο τραπεζίτη Αντόλφ Στόκλετ. Η περιορισμένη του κλασική διακόσμηση ήταν συγκαλυμμένα υποταγμένη στη συμβολική αισθητική της Μπελ Επόκ.

Η οικία Στόκλετ είναι ουσιαστικά ατεκτονικό έργο: η επένδυσή του από λευκό μάρμαρο με τους μεταλλικούς αρμούς έχει την ίδια περίτεχνη κομψότητα με ένα χειροποίητο αντικείμενο του Βιενέζικου Εργαστηρίου σε μεγάλη κλίμακα. Είναι μια συνειδητή άρνηση του της δομής και του όγκου. Στην οικία Στόκλετ υπάρχουν ισοδύναμες οριζόντιες και κατακόρυφες γραμμές, τεκτονικά ουδέτερες. Έχει κανείς την αίσθηση ότι οι τοίχοι δεν είναι μια βαριά κατασκευή, αλλά μεγάλες επιφάνειες από πολύ λεπτό υλικό, που συναρμόζονται στις γωνίες με μεταλλικές λωρίδες που προστατεύουν τις ακμές. Οι λωρίδες αυτές ξεκινούν από την κορυφή του πύργου του κλιμακοστασίου, όπου τέσσερις ανδρικές φιγούρες στηρίζουν έναν σεσεσιονιστικό θόλο με δάφνες και θυμίζουν αμυδρά τα τυποποιημένα κυμάτια-ελίγματα του Wagner, καθώς δε κυλούν προς τα κάτω, καλύπτοντας τις γωνίες, ενοποιούν ολόκληρο το κτίριο μέσα από την εντύπωση της συνέχειας των αρμών.

Το 1907 ανέλαβε την εσωτερική διακόσμηση του διάσημου καμπαρέ «Νυχτερίδα» (Fledermaus) στη Βιέννη. Το 1911, η «κλασικοποίηση» του στιλ της «Απόσχισης της Βιέννης» ήταν πια γεγονός. Σχεδίασε επίσης διάφορα περίπτερα εκθέσεων (Κολωνία 1914, Μπιενάλε Βενετίας 1934). Εκπροσώπησε την Αυστρία στην Διεθνή Έκθεση Τέχνης της Ρώμης εκείνου του χρόνου,παρουσιάζοντας το σχέδιο ενός περιπτέρου που, με τον ατεκτονικό του κλασικισμό, αποτέλεσε τον πρόδρομο της ρητορικής μνημειακότητας της Νέας Ρώμης του Μουσολίνι. Το 1920 διορίστηκε αρχιτέκτονας της πόλης της Βιέννης και στα 1924/1925 εκπόνησε διάφορες οικιστικές μελέτες για την πόλη.

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Εγκυκλοπαίδεια Πάπυρος-Λαρούς-Μπριτάνικα, λήμμα «Χόφμαν, Γιόζεφ», τόμος 61, σελ. 251, Εκδόσεις Πάπυρος, Αθήνα, 1996.
  • Klaus – Juergen Sembach: “Art Nouveau”, p. 210, Benedikt Taschen, Koeln, 1991.
  • Gabriele Fahr – Becker: “Art Nouveau”. p. 400, Tandem Verlag GmbH/h.f. ullmann, 2007.
  • “Art Nouveau”, SCALA Group S.p.A./Ελευθερουδάκης Α. Ε., 2009.
  • Μοντέρνα Αρχιτεκτονική, Kenneth Frampton, Εκδόσεις Θεμέλιο.
  • History of modern architecture, Benevolo, Volume 1, The tradition of Modern Architecture.
  • The Sources of Modern Architecture and Design, Nikolaus Pevsner, World of Art.
  • Hoffmann, August Sarnitz,TASCHEN