Γεώργιος Μανιάκης

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Ο Γεώργιος Μανιάκης ήταν Βυζαντινός στρατηγός που έδρασε κατά το β’ τέταρτο του 11ου αιώνα. Από πολλούς νεώτερους ιστορικούς θεωρείται συνεχιστής της «Μακεδονικής εποποιίας», δηλαδή των στρατιωτικών επιτευγμάτων των αυτοκρατόρων-στρατηλατών Νικηφόρου Β' Φωκά, Ιωάννη Α' Τσιμισκή και Βασιλείου Β' Βουλγαροκτόνου. Υπό την ηγεσία τού Μανιάκη τα βυζαντινά όπλα θριάμβευσαν στο ανατολικό (Συρία) και δυτικό (Κάτω Ιταλία, Σικελία) μέτωπο κατά την περίοδο παρακμής που ακολούθησε τον θάνατο του Βουλγαροκτόνου. Όμως, η συνεχής υπονόμευσή του από την αυτοκρατορική αυλή, τον εξώθησε σε ανταρσία με άδοξο τέλος. Οι επιτυχίες του ήταν από τα ελάχιστα δείγματα δυναμισμού του Βυζαντίου εκείνης της περιόδου, καθώς η επιπολαιότητα και η κακοδιοίκηση της κεντρικής εξουσίας οδήγησαν στην συρρίκνωση της αυτοκρατορίας, που ανεστάλη με την άνοδο του Αλεξίου Α' Κομνηνού στον αυτοκρατορικό θώκο.


Αρχική σταδιοδρομία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η πολιορκία της Έδεσσας από τον στρατό του Μανιάκη (1032). Οι Βυζαντινοί απεικονίζονται να έχουν καταλάβει ένα τμήμα της πόλης, ενώ παράλληλα δέχονται επίθεση από αραβικές ενισχύσεις. Μικρογραφία από χειρόγραφο του Ιωάννη Σκυλίτζη.

Ο Μανιάκης εμφανίζεται στο ιστορικό προσκήνιο κατά τα έτη 1029/30 ως στρατηγός-κυβερνήτης των ακριτικών πόλεων στην περιοχή της βυζαντινής Μεσοποταμίας. Δεν είναι γνωστός ο χρόνος γέννησής του, αλλά εικάζεται ότι την εποχή εκείνη ήταν μεταξύ είκοσι και τριάντα ετών. Τα ίδια έτη, η βυζαντινή αυτοκρατορία υπέστη δύο βαριές ήττες από τους Άραβες του Χαλεπίου της Συρίας. Στη δεύτερη περίπτωση μάλιστα, η πολυπληθής βυζαντινή στρατιά οδηγείτο από τον ίδιο τον αυτοκράτορα Ρωμανό Γ' Αργυρό. Άμεση απάντηση έδωσε ο Μανιάκης, που με τέχνασμα εξολόθρευσε ένα αραβικό απόσπασμα 800 ανδρών. Ο αυτοκράτορας αναγνωρίζοντας την αξία του νεαρού στρατηγού, τον διόρισε κατεπάνω Κάτω Μηδίας και αρχιστράτηγο των βυζαντινών δυνάμεων του ανατολικού μετώπου. Από τη θέση αυτή, ο Μανιάκης ανέλαβε τον αγώνα του Βυζαντίου κατά του Ισλάμ. Το 1032 κατέλαβε τη σημαντική και πλούσια πόλη της Βόρειας Συρίας, Έδεσσα αφού εξανάγκασε τους υπερασπιστές της σε παράδοση. Στην πόλη αυτή ανακαλύφθηκε ένα σπουδαίο χριστιανικό κειμήλιο, η ιδιόγραφη (απόκρυφη) επιστολή του Ιησού Χριστού προς τον τότε ηγεμόνα της Έδεσσας η οποία εστάλη στην Κωνσταντινούπολη με τιμές. Η κατάληψη της Έδεσσας είχε ως συνέπεια σημαντικές εδαφικές παραχωρήσεις εκ μέρους των Αράβων προς την αυτοκρατορία, ο δε Μανιάκης τοποθετήθηκε κυβερνήτης της πόλης και από την νέα του θέση σταθεροποίησε την βυζαντινή εξουσία και επιρροή στην περιοχή. Το 1034/35 διορίστηκε κυβερνήτης των περιοχών της Βαασπρακανίας (Βασπουρακάν) στο απώτατο ανατολικό σύνορο της αυτοκρατορίας, ίσως λόγω εμφάνισης των Σελτζούκων Τούρκων.

Οι εκστρατείες στην Δύση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Πρώτη εκστρατεία (Σικελία)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι επιτυχίες του Μανιάκη στην ανατολή οδήγησαν τον αυτοκράτορα Μιχαήλ Δ' να στείλει τον δοκιμασμένο στρατηγό στην Σικελία, όπου τα βυζαντινά εδάφη απειλούντο από τους Άραβες. Μάλιστα ο τελευταίος διορίστηκε «στρατηγός αυτοκράτωρ», ενώ στην εκστρατεία έλαβε μέρος ο μετέπειτα βασιλιάς της Νορβηγίας Χάραλντ Χαρντράαντε και πολλοί ακόμη μισθοφόροι από την Δυτική και Βόρεια Ευρώπη. Οι βυζαντινές δυνάμεις αποβιβάστηκαν στο Ρήγιο της Νότιας Ιταλίας το 1038 και το ίδιο έτος πολιορκήθηκε και κατελήφθη η Μεσσήνη. Ακολούθησε ταχεία επέλαση και κατάληψη της ανατολικής Σικελίας. Οι Άραβες της νήσου στην προσπάθειά τους να οργανώσουν αντίσταση, παραμέρισαν τις μεταξύ τους διαφορές και έλαβαν ενισχύσεις από την Αφρική. Συγκέντρωσαν έτσι ένα πολυάριθμο στράτευμα το οποίο έσπευσε να αντιμετωπίσει του αυτοκρατορικό στρατό. Οι δύο στρατοί συγκρούστηκαν στην Ραμέττα, όπου οι αραβικές δυνάμεις υπέστησαν πανωλεθρία. Πριν οι Άραβες προλάβουν να συνέλθουν, ο Μανιάκης κατέλαβε κατά την περίοδο 1038/39 άλλες 13 σικελικές πόλεις. Συνάμα φρόντιζε να ισχυροποιεί τις θέσεις των Βυζαντινών επισκευάζοντας τα οχυρωματικά έργα στις πόλεις που καταλάμβανε ή χτίζοντας οχυρά σε διάφορες σημαντικές θέσεις. Το 1040, ισχυρή αραβική στρατιά, ενισχυμένη ακόμα μια φορά από την μουσουλμανική Βόρεια Αφρική, επεχείρησε να ανακαταλάβει τα χαμένα εδάφη. Η αποφασιστική μάχη δόθηκε στην πεδιάδα των Δραγγίνων κοντά στην Αίτνα, όπου οι Άραβες συνετρίβησαν εκ νέου. Άμεσο αποτέλεσμα της μάχης των Δραγγίνων ήταν η θριαμβευτική είσοδος των Βυζαντινών στις Συρακούσες. Έμμεσο αποτέλεσμα ήταν η συνθήκη ειρήνης που υπεγράφη μεταξύ Βυζαντίου και Φατιμιδών της Αιγύπτου, καθώς η περιφανής νίκη και γενικότερα οι επιχειρήσεις του Μανιάκη στη Σικελία είχαν προκαλέσει αίσθηση στον μουσουλμανικό κόσμο.

Οι Βυζαντινοί υπό τον Μανιάκη αποβιβάζονται στη Σικελία και πολιορκούν αραβοκρατούμενη πόλη. Μικρογραφία από χειρόγραφο του Ιωάννη Σκυλίτζη

Τότε όμως έφτασε από την Πόλη διαταγή ανάκλησης του νικηφόρου στρατηγού, συνέπεια συκοφαντίας από τον ναύαρχο Στέφανο, [1] που τελούσε υπό τις διαταγές του Μανιάκη στη Σικελία. Η διένεξη των δύο ανδρών άρχισε όταν μετά τη μάχη των Δραγγίνων ο Στέφανος επέδειξε αμέλεια καθήκοντος, με συνέπεια αρκετοί Άραβες να διαφύγουν στην Αφρική εκμεταλλευόμενοι την αδράνεια του βυζαντινού στόλου. Γι’ αυτή του την ενέργεια προσεβλήθη δημοσίως από τον Μανιάκη, ο τελευταίος μάλιστα χειροδίκησε επί του ναυάρχου. Εις αντεκδίκησιν, ο Στέφανος σε επιστολή του προς τον αυτοκράτορα, εξέπεμψε κατηγορίες περί συνομωσίας του Μανιάκη κατά του στέμματος. Έτσι ο στρατηγός ανεκλήθη στην Κωνσταντινούπολη, όπου συνελήφθη και φυλακίστηκε. Στη θέση του στην αρχηγία των αυτοκρατορικών δυνάμεων στην Σικελία διορίστηκε ο συκοφάντης του, ναύαρχος Στέφανος.

Δεύτερη εκστρατεία (Κάτω Ιταλία)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Χωρίς ικανή ηγεσία, το σικελικό μέτωπο κατέρρευσε και δυο χρόνια αργότερα μόνον η Μεσσήνη βρισκόταν υπό βυζαντινή κυριαρχία. Στην Νότιο Ιταλία η κατάσταση ήταν το ίδιο οικτρή. Οι Νορμανδοί μισθοφόροι του Βυζαντίου, εκμεταλλευόμενοι την αστάθεια που επικρατούσε στην περιοχή, επαναστάτησαν καταλαμβάνοντας πόλεις των πρώην εργοδοτών τους. Παράλληλα και άλλοι τοπικοί ηγεμόνες επεξέτειναν τις επικράτειές τους εις βάρος της αυτοκρατορίας. Ο νέος αυτοκράτορας Μιχαήλ Ε' ο Καλαφάτης αντελήφθη το λάθος του προκατόχου του, αποφυλάκισε τον Μανιάκη (1042) και ετοιμάστηκε να τον στείλει στην Ιταλία. Αν και ο Καλαφάτης σύντομα ανατράπηκε, οι αυτοκράτειρες Ζωή και Θεοδώρα παραχώρησαν σημαντικές δυνάμεις στον Μανιάκη, ο οποίος έφτασε στον Τάραντα της Κάτω Ιταλίας το Πάσχα του 1042. Αμέσως η κατάσταση άλλαξε υπέρ των Βυζαντινών. Πολλές πόλεις ανακατελήφθησαν και η νορμανδική απειλή περιορίστηκε σε σημαντικό βαθμό. Πάλι όμως ο Μανιάκης έπεσε θύμα διαβολής και συκοφαντίας από την κωνσταντινουπολίτικη αυλή. Κυριότερος εχθρός αυτή τη φορά ήταν ο αξιωματούχος Ρωμανός Σκληρός με τον οποίο είχαν παλιές διαφορές. Χρησιμοποιώντας την επιρροή της αδερφής του, που ήταν ερωμένη του νέου αυτοκράτορα Κωνσταντίνου Θ' Μονομάχου, ο Ρωμανός διέβαλε συστηματικά τον Μανιάκη στον αυτοκράτορα, πράγμα που οδήγησε στην απόφαση ανάκλησης του στρατηγού για δεύτερη φορά ώστε να δώσει εξηγήσεις για τις εναντίον του κατηγορίες (αρχές φθινοπώρου 1042). Ο Ρωμανός έφτασε στο σημείο να λεηλατήσει την περιουσία του Μανιάκη στην Μικρά Ασία και μάλιστα να ατιμάσει την σύζυγο του τελευταίου. Η είδηση των πράξεων αυτών εξόργισε τον Μανιάκη ο οποίος τον Οκτώβριο του ιδίου έτους στασίασε και ανακυρήχθηκε αυτοκράτορας από τα στρατεύματά του.

Επανάσταση και θάνατος του Μανιάκη[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Πρώτη ενέργεια του στασιαστή στρατηγού ήταν να εκτελέσει με παραδειγματικό τρόπο τους απεσταλμένους του αυτοκράτορα. Έπειτα συγκέντρωσε τα στρατεύματά του και διεκπεραιώθηκε στην Βαλκανική, στην πόλη του Δυρραχίου, η οποία παραδόθηκε αμαχητί (αρχές 1043). Στην ίδια περιοχή προσχώρησαν στον στρατό του εθελοντές και οι στασιαστές βάδισαν προς την πρωτεύουσα. Ο αυτοκράτορας προσπάθησε να έρθει σε κάποιο συμβιβασμό με τον Μανιάκη, αλλά οι προτάσεις του απορρίφθηκαν περιφρονητικά. Η σύγκρουση, λοιπόν, ήταν βέβαιη γι’ αυτό η κυβέρνηση συγκέντρωσε ογκώδες στράτευμα επικεφαλής του οποίου έθεσε τον απειροπόλεμο ευνούχο Στέφανο Περγαμηνό. Οι δύο αντίπαλοι συναντήθηκαν στην Μακεδονία, κοντά στην Αμφίπολη. Ο στρατός του Μανιάκη, εμπειροπόλεμος και με ικανή ηγεσία, σύντομα επικράτησε του αυτοκρατορικού στρατεύματος, κατά την καταδίωξη που ακολούθησε ,όμως, ο ηγέτης των στασιαστών σκοτώθηκε αναπάντεχα, με αποτέλεσμα ο στρατός του να διαλυθεί. Οι αιχμάλωτοι επαναστάτες οδηγήθηκαν στην Κωνσταντινούπολη, όπου με ταπεινωτικό τρόπο κόσμησαν τον θρίαμβο του Περγαμηνού μαζί με την αποκομμένη κεφαλή του στρατηγού. Όπως χαρακτηριστικά αναφέρει ο Μιχαήλ Ψελλός, ο αυτοκράτορας ανέπνευσε με ανακούφιση (και ος καθαπερεί τινός καλυπτόμενος απαλλαγείς κύματος και βραχύ τι εξαναπνεύσας) όταν είδε την κεφαλή του ανθρώπου που κατά τύχη δεν κατέλαβε τον θρόνο της Βασιλεύουσας.

Σημειώσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Ο ναύαρχος Στέφανος ήταν συγγενής του αυτοκράτορα και του ευνούχου Ιωάννη Ορφανοτρόφου που ουσιαστικά κυβερνούσε την αυτοκρατορία. Ο πανίσχυρος ευνούχος συνέβαλε και στην απόφαση για την δεύτερη ανάκληση του Μανιάκη

Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • (κύριο βοήθημα) Αλεξίου Γ.Κ. Σαββίδη, Γεώργιος Μανιάκης Κατακτήσεις και υπονόμευση στο Βυζάντιο του ενδέκατου αιώνα (1030-1043 μ.Χ.), εκδ. Περίπλους, Αθήνα, 2004, ISBN 960-8202-84-1
  • Παγκόσμιο Βιογραφικό Λεξικό, Εκδοτική Αθηνών, 1985-1988

Εξωτερικές Συνδέσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Commons logo
Τα Wikimedia Commons έχουν πολυμέσα σχετικά με το θέμα