Γεώργιος Διλβόης

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Ανδριάντας του Διλβόη κοντά στο Σικάγο

Ο Γεώργιος Διλβόης (George Dilboy) (5 Φεβρουαρίου 1896–18 Ιουλίου 1918) ήταν ελληνοαμερικανός στρατιώτης και θεωρείται ο πρώτος Ελληνοαμερικανός που τιμήθηκε μετά θάνατον με το ανώτατο στρατιωτικό Μετάλλιο της Τιμής από το κογκρέσο των ΗΠΑ για τη γενναιότητα και την ανδρεία του «πάνω και πέρα από την πρόσκληση του καθήκοντος» στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο.

Ο Γεώργιος Διλβόης τιμήθηκε συνολικά από τέσσερις κατά σειρά Αμερικανούς προέδρους: από τον Γούντροου Ουίλσον, που τον Ιανουάριο του 1919 υπέγραψε την έγκριση για την απονομή του ανώτατου στρατιωτικού Μεταλλίου της Τιμής, από τον Γουόρεν Χάρντινγκ, με εντολή του οποίου μεταφέρθηκαν τα οστά του ήρωα από τα Αλάτσατα στις ΗΠΑ, το 1923, από τον Κάλβιν Κούλιτζ, ο οποίος προέδρευε στον τελικό ενταφιασμό του στο εθνικό νεκροταφείο του Άρλινγκτο και, τέλος, από τον Μπιλ Κλίντον, κατά την αντικατάσταση του χαμένου μεταλλίου το 1999.

Βιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Πρώτα χρόνια[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Γεώργιος Διλβόης γεννήθηκε στα Αλάτσατα την 5η Φεβρουαρίου 1896. Ήταν γιος της πολυμελούς οικογένειας (με 9 παιδιά) του Αντωνίου και της Γιασεμής Διλβόη (το γένος Κόταρη). Ο πρώτος από την οικογένεια που μεταναστεύει για την Αμερική είναι ο πατέρας το 1907. Θα τον ακολουθήσουν οι γιοι του, Δημήτριος, Γεώργιος, Κωνσταντίνος, Ευάγγελος, Ιωάννης και ο Νικόλαος (πού ίσως να ήταν ανιψιός και όχι γιος όπως έχει δηλώσει στα αρχεία του Έλις Άιλαντ). Το 1911 μεταναστεύει η Μαριάνθη, η μεγαλύτερη κόρη, που θα παντρευτεί στην Αμερική τον Αλατσατιανό Ιωάννη Ζαχαρούλη, αλλά θα πεθάνει στα 26 της χρόνια το 1918 (τότε που σκοτώνεται και ο Γεώργιος).

Ο πατέρας εργάζεται στο γενικό νοσοκομείο της Βοστώνης και εκεί θα εργαστούν και τα παιδιά του. Ο Γεώργιος θα συνεχίσει το σχολείο κι έπειτα θα εργαστεί ως εργάτης σε βιοτεχνία παπουτσιών στο Κιν του Νιου Χαμσάιρ (Keene, New Hampshire) και ως υπάλληλος στο ξενοδοχείο Κόμπλι Σκουέαρ (Copley Square). Από τα αμερικανικά αρχεία μετανάστευσης μαθαίνουμε πως ο δεκαεξάχρονος Γεώργιος Διλβόης, μαθητής ακόμη, αποχαιρετά τη μητέρα του Γιασεμή στα Αλάτσατα και φεύγει από το λιμάνι της Πάτρας με το πλοίο Αλίκη (Alice) την 20η Δεκεμβρίου 1909, με τελικό προορισμό τη Βοστώνη.

Το 1914, ο Γεώργιος Διλβόης, στα 18 του χρόνια, ακολουθεί την ομάδα του ιερέα Αμβρόσιου Παρασχάκη και έρχεται μαζί τους στην Ελλάδα, για να πολεμήσει τους Τούρκους. Μετά την αποτροπή τους από τον Βενιζέλο, μένει για ένα σχεδόν χρόνο στη Χίο, όπου έχει καταφύγει η μητέρα του και τα αδέλφια του, εξ αιτίας του πρώτου διωγμού των Αλατσατιανών (1914-1918). Τον αποχαιρετούν και πάλι το Φεβρουάριο του 1915, που φεύγει για την Αμερική.

Στον αμερικανικό στρατό[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το 1916 κατατάσσεται στον αμερικανικό στρατό, στον Η 1ο λόχο, 26ο τμήμα, της 103ης μοίρας πεζικού του Κιν της πολιτείας της Μασαχουσέτης. Την ίδια κιόλας χρονιά, με εντολή του στρατηγού Τζων Πέρσινγκ (John Pershing), παίρνει μέρος στις επιτυχημένες πολεμικές επιχειρήσεις «εθνικής ασφαλείας» (1916-1917) εναντίον των επαναστατών (Πάντσο Βίγια) στα βόρεια σύνορα του Μεξικού που θα χαρίσουν στο Γεώργιο Διλβόη, κατά την απόλυσή του από το στράτευμα το 1917, τρία μετάλλια, του Μεγάλου Στρατού, της Δημοκρατίας και των Βετεράνων του Ισπανικού Πολέμου. Το Μάιο του 1918, λίγο πριν από τη λήξη του Α΄ Παγκόσμιου Πόλεμου και μετά την κατάληψη από τα γερμανικά στρατεύματα του Σατώ Τιερύ και της Φλάνδρας στη Γαλλία, οι συμμαχικές δυνάμεις Αγγλίας και Γαλλίας, ενισχυμένες από τον αμερικανικό στρατό, εξαπέλυσαν αντεπίθεση στον ποταμό Μάρνη (18 Ιουλίου-4 Αυγούστου 1918) που έληξε υπέρ των συμμάχων.

Ο Γεώργιος Διλβόης κατατάσσεται εθελοντής και αποστέλλεται στη Γαλλία. Την 18η Ιουλίου βρίσκεται με το λόχο του σε ένα από τα μέτωπα αντεπίθεσης, στη ζώνη Τορσύ-Μπελλώ και σε θέση καλυμμένων γερμανικών οπλοπολυβόλων στη σιδηροδρομική γραμμή του Μπελλώ. Με ανώτερη εντολή που δίνεται στην ομάδα του για την κατάληψή τους, αυτή επιτυγχάνεται προσωπικά από το Γεώργιο Διλβόη, που χάνει όμως τη ζωή του, αφού του έχει αποκοπεί το ένα του πόδι.

Μεταθάνατια γεγονότα και κληρονομιά[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στις 19 Ιανουαρίου 1919, με επιστολή του στρατηγού του αμερικανικού στρατού Τζωρτζ Μπριγκαντιέρ ανακοινώνεται στον πατέρα του Αντώνιο Διλβόη η έγκριση του αμερικανικού κογκρέσου για την απονομή του ανώτατου Μεταλλίου Τιμής στον γιο του για τη γενναιότητα, την παλικαριά, τη στρατιωτική δράση πάνω και πέρα από την πρόσκληση του καθήκοντος. Μεταξύ των άλλων, ο Αμερικανός στρατηγός μνημονεύει την ελληνική κληρονομιά του Γεωργίου Διλβόη: «...Ένας απόγονος της φυλής του Ξενοφώντα και του Λεωνίδα απέδειξε το δικαίωμά του να αναφέρεται ισάξια με εκείνες τις ηρωικές ψυχές. Κάτω από καταστάσεις υποταγής και πίστης στην υιοθετημένη του πατρίδα (την Αμερική) ανέτρεψε το παρόν, επιδεικνύοντας τις ηρωικές εκείνες ιδιότητες των Ελλήνων προγόνων του, από τους οποίους προέρχεται...»

Ο Γεώργιος Διλβόης παρέμεινε ενταφιασμένος στο συμμαχικό νεκροταφείο της Αργκόν στη Γαλλία μέχρι το 1922. Η οικογένειά του, που είχε ήδη επανεγκατασταθεί στα Αλάτσατα με την παλιννόστηση, ζήτησε το 1921 από την αμερικανική κυβέρνηση τη μεταφορά των οστών του από τη Γαλλία, προκειμένου να ταφεί στα Αλάτσατα.

Με ειδική τελετή στο Παρίσι και ανάμεσα σε είκοσι άλλα φέρετρα εκταφέντων πεσόντων των συμμαχικών δυνάμεων, η σορός του Γεωργίου Διλβόη θα ταξιδέψει ως στην Ιταλία. Με τιμές από εκπροσώπους της ιταλικής κυβέρνησης, το φέρετρο, τυλιγμένο με την αστερόεσσα και συνοδευόμενο από τιμητικό άγημα του αμερικανικού στρατού με επικεφαλής τον Τζέημς Τέστα, θα μεταφερθεί τον Ιούλιο του 1922 με αντιτορπιλικό στη Χίο, από εκεί στα Λίτζια.

Την 10η Ιουλίου 1922, στρατιωτικό άγημα από οκτώ Έλληνες στρατιώτες, ο δήμαρχος των Αλατσάτων Δημήτριος Γαλατιανός, ο Αμερικανός πρόξενος Σ. Μπελενιώτης, μέλη της οικογένειας του νεκρού και της δημογεροντίας, δύο μικρά κορίτσια που κρατούσαν τη φωτογραφία του, καθώς και ένας νεκροπομπός που μετέφερε τα μετάλλια του ήρωα, ήταν μαζί με το άγημα του αμερικανικού στρατού εκείνοι που υποδέχονταν τα λείψανα του ήρωα στη μικρασιατική γη.

Λέγεται ότι 17.000 άνθρωποι κάθε ηλικίας συνόδεψαν ως τα Αλάτσατα την άμαξα με τη σορό του, που τοποθετήθηκε στο κέντρο του ναού των Εισοδίων της Παναγίας. Ο Μητροπολίτης Κρήνης Καλλίνικος τέλεσε την επιμνημόσυνη δέηση και ο δήμαρχος Δημήτριος Γαλατιανός μίλησε για τη δράση του ήρωα. Από προφορικές μαρτυρίες γνωρίζουμε ότι ο Τζέημς Τέστα, ανώτερος αξιωματούχος του αμερικανικού στρατού, φιλοξενήθηκε εκείνη τη μέρα στο πατρικό σπίτι του Διλβόη. Επίσης λέγεται ότι η δημογεροντία των Αλατσάτων, σε ανταπόδοση τιμής προς την Αμερική και τον εκπρόσωπό της που συνόδευσε από το Παρίσι ως τα Αλάτσατα τα οστά του Διλβόη, ονόμασε την κεντρική πλατεία των Αλατσάτων σε Πλατεία Αμερικής και την κεντρική οδό Σμύρνης (σήμερα Kemal Pasa) που οδηγεί στην πλατεία τη μετονόμασε σε οδό Τζέημς Τέστα. Η δημογεροντία των Αλατσάτων τις επόμενες μέρες συνεδρίασε με πρωτεύον θέμα την κατασκευή μνημείου στο σημείο ταφής των οστών. Γι’ αυτό το σκοπό προτάθηκαν ως θέσεις η κεντρική Πλατεία Αμερικής ή ο περίβολος χώρος της Παναγίας, μπροστά στα γραφεία της μητρόπολης. Ξεκίνησαν εράνους για τη συγκέντρωση χρημάτων και προσφορές σχεδίων για μια μεγαλόπρεπη κατασκευή, ανάλογη της τιμής του ήρωα. Εν τω μεταξύ, το φέρετρο καλυμμένο με την αμερικάνικη σημαία εξακολουθούσε να παραμένει μέσα στο ναό των Εισοδίων της Θεοτόκου.

Οι τελευταίοι άνθρωποι που είδαν το φέρετρο πριν εγκαταλειφθούν τα Αλάτσατα, το Σεπτέμβριο του 1922, και χρησιμοποιήθηκαν ως μάρτυρες από τις αμερικανικές αρχές ήταν κάποιες γυναίκες, μεταξύ των οποίων η Κυριακούλα Καζανά, η Ζωή Κακογιάννη και η Μαρία Τσακιτζή. Σύμφωνα με τις γραπτές μαρτυρίες τους που έχουν κατατεθεί στον Αμερικανό πρόξενο στην Αθήνα, δηλώνουν πως το φέρετρο ήταν σπασμένο, η αμερικανική σημαία σκισμένη και τα οστά του ήρωα σκορπισμένα στο δάπεδο του ναού. Από τον Οκτώβριο του 1922 μέχρι το Μάρτιο του 1923 πραγματοποιείται ένας αγώνας επικοινωνίας της οικογένειας Διλβόη με τον Αμερικανό πρόξενο, ο οποίος επικοινωνεί με στρατηγούς, γερουσιαστές και τέλος με τον ίδιο τον πρόεδρο των Η.Π.Α. Γουόρεν Χάρτινγκ ο οποίος απαιτεί τη μεταφορά των οστών του Διλβόη στις Η.Π.Α. και τη διπλωματική διπλή συγγνώμη της Τουρκίας για την προσβολή νεκρού ήρωα του αμερικανικού στρατού και για την προσβολή της αμερικανικής σημαίας. Μετά από τυπικές διαδικασίες και επαφές των διπλωματικών αμερικανικών αρχών με τις αρμόδιες αρχές της Τουρκίας, κατά τις οποίες η αίτηση συγγνώμης και μεταφοράς των οστών είναι επιτακτική, η απάντηση της Τουρκίας είναι σαφής: « Κατά την εξέταση που έγινε, διαπιστώθηκε ότι το φέρετρο είχε μόνο ανοιχτεί και η σημαία χάθηκε » Την ημέρα που είχε κανονιστεί η συνάντηση της αμερικανικής αντιπροσωπείας με τον υπεύθυνο των τουρκικών αρχών στα Αλάτσατα, προκειμένου να γίνει η πραγματογνωμοσύνη και η παράδοση των οστών με την υπογραφή του, ο υπεύθυνος απουσίαζε και ο αντικαταστάτης του στερούνταν του δικαιώματος της υπογραφής.

Τελικά μια καινούργια αμερικανική σημαία τυλίγει ένα καινούργιο (ίδιο με το παλιό) φέρετρο που ταξιδεύει τον Οκτώβριο του 1923 με το πλοίο Sapelo για την Αμερική. Την 12η Νοεμβρίου 1923 θα ενταφιαστεί με τιμές ήρωα στο εθνικό νεκροταφείο του Άρλιγκτον. Στην Αμερική τον τιμούν ο Δήμος του Σάμερβιλ, με στάδιο και κολυμβητήριο που φέρουν το όνομά του, η πολιτεία της Μασαχουσέτης με τον εντοιχισμό μαρμάρινης πλάκας στο διοικητήριο, καθώς και με την ανέγερση ανδριάντων του στο Άρλιγκτον και στο Σικάγο.

Στην Ελλάδα τον τιμούν με δρόμους που φέρουν το όνομά του στους δήμους Βύρωνα και Νέας Σμύρνης και με ομώνυμες πλατείες στους δήμους Βύρωνα και Νέας Ερυθραίας, όπου στήθηκε και η προτομή του ήρωα με έξοδα της Αδελφότητος Αλατσατιανών Νέας Ερυθραίας. Το ανώτατο Μετάλλιο Τιμής του ήρωα Γ. Διλβόη με τα χρόνια περιέρχεται στα χέρια της μικρότερης αδελφής του που ζει με την οικογένειά της στην Κρήτη. Το καλοκαίρι του 1941 Γερμανοί στρατιώτες λεηλατούν το σπίτι τους και μαζί με άλλα αντικείμενα αρπάζουν και το μετάλλιο. Ο Γεώργιος Ροζακής, γιος της οικογένειας και ανιψιός του ήρωα, με αίτηση προς την αμερικανική πρεσβεία στην Αθήνα, ζητά να δοθεί πάλι στην οικογένεια το χαμένο μετάλλιο. Την 14η Απριλίου 1999, μετά από έγκριση του προέδρου των ΗΠΑ Μπιλ Κλίντον, ο Αμερικανός πρέσβης στην Αθήνα, Νίκολας Μπερνς, κατά τη διάρκεια ειδικής τιμητικής εκδήλωσης, παραδίδει ένα καινούργιο μετάλλιο στον ανιψιό του ήρωα Γ. Ροζακή.

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]