Γερμανικά Ταχυδρομεία

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Ως Γερμανικά Ταχυδρομεία αναφέρεται η ταχυδρομική υπηρεσία του Γερμανικού κράτους από της ιδρύσεώς τους μέχρι σήμερα. Ανάλογα με την πολιτική κατάσταση στην χώρα,[1] η ονομασία της υπηρεσίας άλλαζε ακριβές όνομα. Σήμερα ονομάζονται Deutsche Post AG και περιλαμβάνουν και άλλες υπηρεσίες, πλην της ταχυδρομικής.

Ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Φραντς φον Τάξις σε γραμματόσημο των Γερμανικών Ταχυδρομείων του 1967

Ίδρυση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ήδη από το 1290 οι πρόγονοι της οικογενείας του Φραντς φον Τάξις (Franz von Taxis) είχαν δημιουργήσει ένα σύστημα ανταλλαγής μηνυμάτων ανάμεσα στα ιταλικά κρατίδια. Ο Φραντς φον Τάξις, (αναφερόμενος λόγω του παλαιού, ιταλικής καταγωγής ονόματος της οικογενείας και ως Franz von Tassis, 1459 - 1517))[1]), θεωρούμενος και ιδρυτής της ταχυδρομικής υπηρεσίας παγκοσμίως, δημιούργησε υπό την αιγίδα της δυναστείας των Αψβούργων ένα σύστημα ταχυδρομικού δικτύου, με έδρα το Μπέργκαμο στην Ιταλία, το οποίο βαθμιαία επεκτάθηκε ώστε γύρω στα μέσα του 16ου αιώνα να καλύπτει σχεδόν όλη τη δυτική περιοχή της κεντρικής Ευρώπης. Οι Αψβούργοι ήθελαν να ελέγχουν το σύστημα αυτό, προσέφεραν την προστασία τους και το 1490 ο αυτοκράτορας προσέφερε στον φον Τάξις και την οικογένειά του το μονοπώλιο της υπηρεσίας αυτής. Κατασκευάστηκαν μόνιμοι ταχυδρομικοί "σταθμοί" σε απόσταση μιας ημέρας ταξιδιού με άλογο ο ένας από τον άλλο. Βαθμιαία, οι σταθμοί αυτοί εξελίχθηκαν σε σημαντικά κέντρα οικονομικών δραστηριοτήτων, αφού χρησίμευαν ως σημεία συνάντησης και εμπορικά κέντρα, όπου κάθε ταξιδιώτης μπορούσε να βρει, εκτός από τις αμιγώς οικονομικές συναλλαγές, καταστήματα για σίτιση (ταβέρνες), πανδοχεία και στάβλους. Αποτέλεσαν σημεία εκκίνησης για πολλά χωριά και πόλεις.[2] Μολονότι η υπηρεσία του φον Τάξις προοριζόταν για το "Βασιλικό ταχευδρομείο", λόγω αδυναμίας εκπλήρωσης των οικονομικών υποχρεώσεων από τη βασιλική πλευρά προς την υπηρεσία, που οφειλόταν σε πολέμους και σε αδυναμία των ευγενών να εκπληρώσουν τις οικονομικές υποχρεώσεις τους αδυνατίζοντας έτσι το βασιλικό ταμείο, η υπηρεσία ήδη από το 1506 άρχισε, ανεπίσημα, να εξυπηρετεί και ιδιώτες.[3]

Περίοδος 17ου - 18ου αιώνα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το 1608 η οικογένεια Τουρν ουντ Τάξις λαμβάνει τον τίτλο του Βαρόνου. Στις 21 Απριλίου 1646 ο εκλέκτορας Φρειδερίκος - Γουλιέλμος (Friedrich Wilhelm) εκδίδει διάταγμα με κανόνες σχετικά με την ταχυδρομική υπηρεσία που καλύπτει τις περιοχές Βερολίνου, Μίνστερ, Όσναμπρικ, Κλέβε και Καίνιξμπεργκ. Το διάταγμα αυτό προερχόταν από το ενδιαφέρον του εκλέκτορα για επαρκή πληροφόρηση επί των διαπραγματεύσεων που γίνονταν στο Όσναμπρικ και το Μίνστερ σχετικά με τον τερματισμό του Τριακονταετούς Πολέμου. Σχεδόν ταυτόχρονα ο εκλέκτορας εκδίδει νέο διάταγμα που επιτρέπει στον "Οίκο Thurn und Taxis" όπως είχε ήδη επονομαστεί η υπηρεσία να περιλάβει και ιδιώτες πελάτες, αγνοώντας την αυτοκρατορικό μονοπώλιο.[2] Το 1748 ο τότε επικεφαλής της οικογένειας, που διέμενε στο Ρέγκενσμπουργκ, βαρόνος Τουρν ουντ Τάξις ονομάζεται επίσημα Γενικός Ταχυδρομικός Διευθυντής της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας του Γερμανικού Έθνους, υπηρεσία την οποία διατηρεί με μονοπωλιακό καθεστώς, γεγονός το οποίο επιφέρει στον ίδιο και στην οικογένειά του τεράστια κέρδη. Το μονοπώλιο της οικογένειας διατηρήθηκε σε ολόκληρη τη νότια Γερμανία ως το 1806.[1]

19ος αιώνας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το διακριτικό των Αυτοκρατορικών Ταχυδρομείων του Ράιχ

Το 1806 η "Αγία Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία του Γερμανικού Έθνους" κατέρρευσε υπό την πίεση του κατακτητή Μεγάλου Ναπολέοντα. Η ταχυδρομική υπηρεσία αφέθηκε στην τύχη της και το 1808 το νεοσχηματισμένο Βασίλειο της Βαυαρίας διεκδίκησε το δικαίωμα να ελέγχει τη δική του ταχυδρομική υπηρεσία και αποζημίωσε την οικογένεια Τουρν και Τάξις για τις οικονομικές απώλειές της. Έτσι το μονοπώλιο της οικογένειας έπαυσε να ισχύει στη Βαυαρία. Διατηρήθηκε όμως σε άλλες περιοχές της Γερμανίας και το 1852 η εταιρεία εξέδωσε δικά της γραμματόσημα. Ο τελευταίος ταχυδρομικός σταθμός της οικογένειας αγοράστηκε και εθνικοποιήθηκε από την πρωσική κυβέρνηση το 1867.

Το 1862 ο Όττο φον Μπίσμαρκ αναλαμβάνει Καγκελάριος της Πρωσίας και εγκαθιδρύει την Βόρεια Γερμανική συνομοσπονδία, στην οποία σταδιακά προσχώρησαν και τα κρατίδια της νότιας Γερμανίας (Βαυαρία, Βάδη και Βυρτεμβέργη) σε οικονομική και στρατιωτική συμμαχία. Το 1869 η γερμανική ενοποίηση, υπό την ηγεσία του Πρώσου ηγεμόνα Κάιζερ Γουλιέλμου του Α' γίνεται πραγματικότητα. Το νέο γερμανικό κράτος, ύστερα από την επικράτηση στη μάχη του Σεντάν απέναντι στους Γάλλους είναι πλέον η ισχυρότερη στρατιωτική δύναμη στην Ευρώπη. Στις 4 Μαΐου 1871 ιδρύονται τα κρατικά Γερμανικά Ταχυδρομεία (Deutsche Reichspost), ενοποιώντας τις ξεχωριστές ταχυδρομικές υπηρεσίες που υπήρχαν σε κάθε κρατίδιο. Τα γραμματόσημα που χρησιμοποιήθηκαν εκδίδονταν πλέον από τα Γερμανικά Ταχυδρομεία, με εξαίρεση την Βυρτεμβέργη, που εξακολούθησε να εκδίδει τα δικά της αλλά μόνο για χρήση εντός της δικής της επικράτειας, και της Βαυαρίας που διατήρησε το προνόμιο έκδοσης δικών της γραμματοσήμων ως το 1920.[1]

Στις 9 Οκτωβρίου 1874 ο Χάινριχ φον Στέφαν (Heinrich von Stephan), επικεφαλής τότε των Γερμανικών Ταχυδρομείων, υπογράφει διεθνή σύμβαση, στην οποία συμμετέχουν εικοσιδύο κράτη, για αμοιβαία συνεργασία στον τομέα των ταχυδρομικών υπηρεσιών. Πρόκειται για την "Γενική Ταχυδρομική Ένωση", η οποία θα γίνει η "Παγκόσμια Ταχυδρομική Ένωση" το 1878.[2]

Το 1876 ο Βίσμαρκ αποφασίζει να ενοποιήσει την ταχυδρομική και την τηλεγραφική υπηρεσία (η οποία είχε αρχίσει να χρησιμοποιείται ήδη από το 1844)[3] του Ράιχ σε ενιαίο διοικητικό φορέα, τον οποίο ονομάζει "Reichs-Post und Telegraphenverwaltung" (Διοίκηση Ταχυδρομείων και Τηλεγραφείων). Αναθέτει τη διεύθυνση του νέου φορέα και πάλι στον φον Στέφαν. Η ενοποίηση αυτή αποσκοπούσε στον καλύτερο κρατικό έλεγχο των επικοινωνιών με στόχο την εθνική κυριαρχία και παράλληλα την παροχή καλύτερων υπηρεσιών για το ευρύ κοινό: Μέσω των ταχυδρομικών γραφείων άρχισαν να διανέμονται τα κοινωνικά επιδόματα, οι συντάξεις κτλ. γεγονός που αποτέλεσε σημαντική ανακούφιση για τους ανήμπορους και τους υπέργηρους. Η υπηρεσία αυτή προσφερόταν δωρεάν ως το 1921.

Τα Γερμανικά Ταχυδρομεία εκμεταλλεύονται κάθε τεχνολογική επινόηση της εποχής. Το 1886 απέπλευσε από την Γερμανία το πρώτο ατμόπλοιο που μετέφερε αλληλογραφία στις γερμανικές αποικίες της Ανατολικής Ασίας, ενώ ήδη από το 1876 το τηλεγραφικό δίκτυο έχει αρχίσει να επεκτείνεται, με αποτέλεσμα το 1896 να υπάρχουν περισσότερα από 17.000 δημόσια τηλεγραφεία σε ολόκληρη την χώρα. Φυσικά, το νέο σύστημα διανομής αλληλογραφίας υιοθέτησε την χρήση του σιδηροδρόμου, αμέσως μόλις άρχισε η λειτουργία του στην Γερμανία, ενώ πολλά κρατίδια υιοθετούν και την χρήση αυτοκινήτων οχημάτων.[3]

Μια πραγματικά καινοτόμος υπηρεσία είναι αυτή της οποίας η κατασκευή ανατέθηκε στην εταιρεία "Siemens & Halske": Ένα σύστημα υπόγειων σωλήνων με πεπιεσμένο αέρα, μέσω των οποίων μεταφερόταν η αλληλογραφία. Η υπηρεσία αυτή αποκλήθηκε "Pneumatische Depechenbeförderung" (σωλήνες αέρα για την παράδοση επιστολών και δεμάτων). Η πρώτη γραμμή σωλήνων εγκαταστάθηκε μεταξύ Χρηματιστηρίου και κεντρικού ταχυδρομείου το 1865, μια δεύτερη άρχισε να λειτουργεί το 1868. Το σύστημα επεκτάθηκε για το ευρύ κοινό το 1876 και επονομάστηκε "Rohr Post" (ταχυδρομείο μέσω σωλήνα). Η επέκταση του συστήματος δεν σταμάτησε: Το 1939 υπήρχαν 400 χλμ. εγκατεστημένων σωλήνων με 12 "γραμμές" υψηλής ταχύτητας και 90 ανάλογα γραφεία εξυπηρέτησης.[1]

Παράλληλα είχαν αρχίσει να λειτουργούν και ιδιωτικές εταιρείες διανομής αλληλογραφίας.

20ός αιώνας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τον Απρίλιο του 1900 ψηφίζεται νόμος για την αναμόρφωση των ταχυδρομείων. Ορισμένες ιδιωτικές εταιρείες, όπως η Packetfahrt του Βερολίνου, η οποία προσέφερε ταχυδρομικές υπηρεσίες σε πολύ χαμηλότερες τιμές σε σχέση με το κρατικό ταχυδρομείο, αποζημιώθηκε και υποχρεώθηκε να αναστείλει τη λειτουργία της, ενώ οι περισσότεροι από τους περίπου 1.000 εργαζομένους της απορροφήθηκαν από τα κρατικά ταχυδρομεία.[1]

Το 1912 είναι η χρονιά που τα ταχυδρομεία χρησιμοποιούν τα νέα εναέρια μέσα: Τα μεγάλα αερόπλοια Ζέπελιν χρησιμοποιούνται τόσο για την μεταφορά επιβατών όσο και ταχυδρομείου.[3] Η πρωτοποριακή αυτή υπηρεσία πρακτικά καταργείται λόγω του ξεσπάσματος του Α' Παγκοσμίου Πολέμου, κατά τη διάρκεια του οποίου λειτούργησαν κανονικά εξυπηρετώντας τους στρατευμένους στα μέτωπα. Ύστερα από τη Συνθήκη των Βερσαλλιών η αερομεταφορά αλληλογραφίας έγινε πολύ δυσχερής, καθώς η συνθήκη απαγόρευε στην Γερμανία να χρησιμοποιεί πρώην πολεμικά αεροσκάφη εκτός της χώρας, ενώ παράλληλα απαγόρευε και την κατασκευή νέων αεροσκαφών. Το 1926 η απαγόρευση αυτή άρθηκε μερικά και το αεροπορικό ταχυδρομείο άρχισε να λειτουργεί ξανά. Για τις υπερατλαντικές παραδόσεις και επειδή η Γερμανία δεν διέθετε αεροσκάφη ικανά να διασχίσουν τον Ατλαντικό υιοθετήθηκε το εξής σύστημα: Το ταχυδρομείο μαζί με ένα αεροσκάφος φορτώνονταν σε πλοίο. Όταν το πλοίο έφθανε σε απόσταση από τις αμερικανικές ακτές που το αεροπλάνο μπορούσε να καλύψει, η αλληλογραφία τοποθετούνταν στο αεροσκάφος, το οποίο έφευγε από το πλοίο κι έφθανε στην Αμερική συντομεύοντας έτσι αρκετά τον χρόνο παράδοσης.

Οι καινοτομίες από πλευράς Γερμανικών Ταχυδρομείων συνεχίζονται: Το 1923 πραγματοποιείται η πρώτη ραδιοφωνική εκπομπή στην Γερμανία και ακολουθεί, το 1928, η πρώτη τηλεοπτική εκπομπή. Παρά το γεγονός ότι επιτράπηκε σε ιδιωτικές εταιρείες να δημιουργήσουν ραδιοτηλεοπτικούς σταθμούς, τα Γερμανικά Ταχυδρομεία είχαν υπό την κατοχή τους όλες τις υποδομές και παρείχαν τις υπηρεσίες εκπομπής.[3]

Νέα αλλαγή σημειώνεται το 1924: Σύμφωνα με τη Νομοθετική πράξη περί οικονομικών των Ταχυδρομείων της 18ης Μαρτίου 1924, τα Γερμανικά Ταχυδρομεία υπάγονται στο Υπουργείο Ταχυδρομείων του Ράιχ ως ανεξάρτητη επιχείρηση. Με τον τρόπο αυτό τα Ταχυδρομεία αποσυνδέονται από τον άμεσο κυβερνητικό έλεγχο, έχοντας σχετική διοικητική αυτονομία και μπορούν έτσι να αναλάβουν τις δικές τους πρωτοβουλίες.[2]

Ναζιστική περίοδος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο λογότυπος των ναζιστικών Γερμανικών Ταχυδρομείων

Όταν ο Χίτλερ ανέλαβε την εξουσία, το 1933, τα Γερμανικά ταχυδρομεία επανήλθαν υπό άμεσο κρατικό έλεγχο ως τμήμα της Κυβέρνησης. Το 1937 ο Χίτλερ επανασυνέστησε το Υπουργείο Ταχυδρομείων, στο οποίο περιέλαβε όλες τις ως τότε υπηρεσίες με σημαντικά τεχνολογικά επιτεύγματα, σχετικά με το ραδιόφωνο, το τηλέφωνο και την τηλεόραση.[4] Ο λόγος ήταν απλός: Τόσο ο ίδιος όσο και ο Γιόζεφ Γκέμπελς είχαν αντιληφθεί ότι τα μέσα που διέθετε η Υπηρεσία Ταχυδρομείων ήταν ιδιαίτερα κατάλληλα για την άσκηση προπαγάνδας - ιδιαίτερα το ραδιόφωνο και τα γραμματόσημα. Το 1937 ο Χίτλερ διόρισε Υπουργό Ταχυδρομείων τον Βίλχελμ Ονεζόργκε (γερμ. Karl Wilhelm Ohnesorge), ο οποίος παρέμεινε σε αυτή την θέση ως την κατάρρευση της Ναζιστικής Γερμανίας. Έχοντας ιδιαίτερα φιλικές σχέσεις με τον Χίτλερ και συμμεριζόμενος τις πολιτικές του απόψεις, ο Ονεζόργκε υιοθετεί τις πρακτικές του Εθνικοσοσιαλιστικού Κόμματος: Θεσπίζονται αρχικά ειδικά ωράρια χρήσης των ταχυδρομικών υπηρεσιών από Εβραίους, οι οποίοι αποκλείονται από τη δυνατότητα διανομής τύπου και από υπεραστικές τηλεφωνικές κλήσεις. Προφανώς όλοι οι εβραϊκής καταγωγής υπάλληλοι απολύονται, όπως συνέβη σε όλες τις δημόσιες υπηρεσίες. Η τηλεφωνική υπηρεσία παρακολουθεί ανελλιπώς όλες τις υπεραστικές κλήσεις και, από το 1942, όλες τις κλήσεις προς Μεγάλη Βρετανία και ΗΠΑ. Ο Ονεζόργκε δανείζει, επίσης, μεγάλα χρηματικά ποσά σε ανώτερους αξιωματούχους του Κόμματος, λαμβάνοντάς τα από τον προϋπολογισμό της υπηρεσίας.[3]

Κυκλοφορούν, επίσης, προπαγανδιστικές κάρτες, με τις οποίες "πληροφορούν" το ευρύ κοινό γιατί είναι απαραίτητο να εφαρμοστεί ένα πρόγραμμα επανεξοπλισμού της Γερμανίας, καλούν τον λαό να συμμετάσχει σε προγράμματα αεράμυνας, στην "υπηρεσία παροχής εργασίας", ενώ ακόμη και σε καρτ-ποστάλ με προορισμό το εξωτερικό, αναγράφονται συνθήματα όπως "He, who wants to save a people, has to think heroicly". (Αυτός που θέλει να σώσει τον λαό πρέπει να σκέφτεται ηρωικά).[1]

Το Υπουργείο, υπό την ηγεσία του Ονεζόργκε, προωθεί όσο μπορεί τις τεχνολογικές έρευνες και υιοθετεί καινοτομίες. Διαθέτει το δικό του ερευνητικό κέντρο, με συνολική επιφάνεια 500.000 τ.μ. στην περιοχή Μίρσντορφ (Miersdorf) στα περίχωρα του Βερολίνου. Του κέντρου ηγείται ο Δρ. Φρίντριχ Μπάναϊτζ (Dr. Friedrich Wilhelm Banneitz), θεωρούμενος αυθεντία στον τομέα της τηλεόρασης, συνεπικουρούμενος από τον Δρα Φρίντριχ Φίλμπιχ (Dr. Friedrich Vilbig), επίσης αυθεντία στον τομέα των υψηλών συχνοτήτων.

Το 1936 τίθεται σε λειτουργία το πρώτο σύστημα βιντεοκλήσεων στον κόσμο. Δημιούργημα του Δρα Γκέοργκ Σούμπερτ (Dr. Georg Schubert), χρησιμοποιούσε τετράγωνη οθόνη πλευράς 20 εκατ. Η υπηρεσία αυτή σταμάτησε να προσφέρεται το 1940 λόγω της έναρξης του Β' Παγκοσμίου Πολέμου.[4]

Τα Γερμανικά Ταχυδρομεία υιοθετούν την "κεφαλή του Χίτλερ" ως παράσταση της πλέον ευρείας σειράς γραμματοσήμων τους[5] και ο Χίτλερ αμείβεται με μεγάλα ποσά για την εκχώρηση της μορφής του στα γραμματόσημα. Στις 25 Ιουλίου 1941 τα Γερμανικά Ταχυδρομεία υιοθετούν το πρώτο στον κόσμο σύστημα ταχυδρομικών κωδικών με διψήφιους αριθμούς, αρχικά για επιστολές και στη συνέχεια και για δέματα. Το 1944 η επιγραφή στα γραμματόσημα αλλάζει και από "Deutsches Reich" γίνεται "Grossdeutsche Reich". Το φθινόπωρο του ίδιου έτους ιδρύεται, με εντολή του υπουργού, μια ειδική υπηρεσία διανομής αλληλογραφίας στα μέτωπα του πολέμου, υπό την επωνυμία "Fernkraftpost Wilna-Smolensk". Τον Μάιο του 1942 μετονομάζεται σε "Fronthilfe Deutsche Reichspost Kraftfahrstaffel Ost" και το φθινόπωρο ο έλεγχός της μεταβιβάζεται στην SS και επονομάζεται "Fronthilfe Deutsche Reichspost SS-Kraftfahrstaffel". Τελευταία μετονομασία της υπηρεσίας γίνεται το 1943, οπότε και "βαπτίζεται" "SS-Fronthilfe Deutsche Reichspost" Βασικός στόχος της "υπηρεσίας" δεν ήταν πλέον η διανομή (αν και εξακολούθησε να γίνεται κανονικά) όσο ο έλεγχος της αλληλογραφίας μεταξύ των στρατευμένων και των οικογενειών ή των φιλικών επαφών τους.[6] Η χρήση γραμματοσήμων από τους στρατιώτες, όπως και στον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο δεν είναι απαραίτητη, εκτός αν πρόκειται για αεροπορική αλληλογραφία.

Τα γερμανικά γραμματόσημα χρησιμοποιήθηκαν επίσης από τις συμμαχικές μυστικές υπηρεσίες ως όργανο προπαγάνδας. Τον Οκτώβριο του 1944 ο Ουίλιαμ Ντόνοβαν (William H. ("Wild Bill") Donovan), επικεφαλής του OSS απέστειλε στον τότε Πρόεδρο Φράνκλιν Ρούζβελτ επιστολή στην οποία επισύναπτε αντίγραφο της εφημερίδας "Frankfurter Zeitung" με επικολλημένα παραχαραγμένα γραμματόσημα των Γερμανικών Ταχυδρομείων. Όπως πληροφορούσε τον Πρόεδρο ο Ντόνοβαν, τα γραμματόσημα ήταν τυπωμένα στην Ελβετία από το O.W.I. (Office of War Information, Γραφείο Πληροφοριών Πολέμου), γεγονός που αποτελούσε τμήμα της ευρύτερης προπαγάνδας των Συμμάχων στο εσωτερικό της Γερμανίας ήδη από το 1942, επιχείρηση γνωστή ως "Operation Cornflakes". Κάθε δεκαπενθήμερο, 500 ως 1200 αντίτυπα της εφημερίδας αποστέλλονταν με αυτό τον τρόπο σε παραλήπτες στην Γερμανία των οποίων τις διευθύνσεις το Γραφείο έβρισκε σε αναγγελίες θανάτων στρατιωτών που αναφερόταν ότι είχαν πεθάνει υπέρ πατρίδος.[7]

Ο έλεγχος του ραδιοφώνου ήταν επίσης σημαντικός για την προπαγάνδα του Γ' Ράιχ. Ο Γκέμπελς θεωρούσε πάντοτε το ραδιόφωνο ως το βασικό όργανο προπαγάνδας σε μια σύγχρονη κοινωνία και διέθετε ειδική υπηρεσία στο υπουργείο του (Υπουργείο Προπαγάνδας) που ασχολείτο αποκλειστικά με το ραδιόφωνο. Ραδιοσταθμοί είχαν κατασκευαστεί στην Γερμανία από το 1928 και το 1930 παραδόθηκε και πομπός ισχύος 60 kW[8] με αποτέλεσμα να καλύπτεται εμβελειακά το σύνολο της χώρας, ενώ παράλληλα η ναζιστική κυβέρνηση είχε δώσει εντολή οι ραδιοφωνικοί δέκτες να πωλούνται φθηνά, για να μπορέσει να αποκτήσει έναν "κάθε γερμανική οικογένεια". Το Ραδιοφωνικό Επιμελητήριο που εγκαθίδρυσε απέκτησε τον πλήρη έλεγχο των ραδιοφωνικών εκπομπών και, καθώς οι ραδιοφωνικές εκπομπές βρίσκονταν εκείνη την εποχή, τόσο στην Γερμανία όσο και στις άλλες ευρωπαϊκές χώρες, υπό τον πλήρη έλεγχο του κράτους, αποτελούσε κρατικό μονοπώλιο στην κατοχή και τη χρήση του. Το 1933 η Ναζιστική κυβέρνηση βρέθηκε αυτομάτως να κατέχει την ραδιοφωνική υπηρεσία του Ράιχ. Οι εκπομπές, ωστόσο, υπέστησαν αρχικά τόσο σφοδρές κριτικές, που ο Χορστ Ντρέσλερ-Άντερς (Horst Dressler-Andress), επικεφαλής του Ραδιοφωνικού Ιδρύματος του Ράιχ, εξέδωσε ανακοίνωση στην οποία ανέφερε ότι "παρόμοια στάση είναι προδοτική και δεν θα γίνει ανεκτή".[9]

Προς τη λήξη του Πολέμου τα Γερμανικά Ταχυδρομεία έχασαν μεγάλο μέρος του ανθρώπινου δυναμικού τους, το οποίο μεταφέρθηκε σε στρατιωτικές μονάδες για την άμυνα της χώρας και οι υπηρεσίες που παρείχαν μειώθηκαν στο ελάχιστο, ορισμένες δε καταργήθηκαν εντελώς. Με τη λήξη του Πολέμου τα Γερμανικά Ταχυδρομεία κατέρρευσαν ολοσχερώς.

Ο Ονεζόργκε συνελήφθη από τους Συμμάχους αλλά κατά περίεργο τρόπο ουδέποτε προσήχθη σε δίκη, καθώς όλες οι εναντίον του κατηγορίες αποσύρθηκαν. Αφέθηκε ελεύθερος και έκτοτε τα ίχνη του χάθηκαν τελείως - η ζωή του μεταπολεμικά παραμένει ατεκμηρίωτη. Απεβίωσε στο Μόναχο την 1η Φεβρουαρίου 1962. Ωστόσο, ο Χανς Φρίτσε (Hans Fritzsche), επικεφαλής του Ραδιοφωνικού Επιμελητηρίου συνελήφθη και δικάστηκε στη Δίκη της Νυρεμβέργης, όπου αθωώθηκε.

Μετά τον Πόλεμο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Αρχικά στην ηττημένη Γερμανία και για διάστημα μερικών μηνών απαγορεύτηκε η ανταλλαγή ιδιωτικών μηνυμάτων, ενώ όσα επιτρέπονταν λογοκρίνονταν. Όταν αυτός ο περιορισμός άρθηκε, οι τέσσερις ζώνες κατοχής αποτέλεσαν αντίστοιχες ταχυδρομικές ζώνες και η ταχυδρομική υπηρεσία άρχισε να λειτουργεί εκ νέου το 1947. Το 1950 επανιδρύθηκε η Γερμανική Ταχυδρομική Υπηρεσία υπό την επωνυμία "Deutsche Bundespost" στις ζώνες κατοχής των δυτικών δυνάμεων, ενώ στη σοβιετική ζώνη δημιουργήθηκε ανάλογη υπηρεσία με την επωνυμία "Deutsche Post" και το διακριτικό "DDR" (Deutsche Demokratische Republik). Η ταχυδρομική υπηρεσία στην Ανατολική Γερμανία παρέμεινε υπό απόλυτο κρατικό έλεγχο, όπως παρέμειναν και οι ραδιοφωνικές και τηλεοπτικές εκπομπές και η διανομή τύπου (εφημερίδες και περιοδικά). Η διανομή της αλληλογραφίας όχι μόνον δεν υιοθέτησε νέες μεθόδους, αλλά λόγω ελλείψεως κονδυλίων οι παρεχόμενες υπηρεσίες υποβαθμίστηκαν. Όταν, το 1961, κατασκευάστηκε το Τείχος του Βερολίνου οι δύο υπηρεσίες ήρθαν σε προστριβές: Ο αριθμός των δεμάτων από την Δυτική στην Ανατολική Γερμανία που δεν γίνονταν δεκτά αύξανε σταδιακά, ενώ λίγο αργότερα η Στάζι, κάνοντας σάρωση στο περιεχόμενο των δεμάτων, άνοιγε όσα περιείχαν πολύτιμα αντικείμενα και/ή χρήματα και αφαιρούσε το συγκεκριμένο περιεχόμενο.[3]

Το 1989 η δυτικογερμανική ταχυδρομική υπηρεσία αναμορφώθηκε, με την δημιουργία τριών νέων, ανεξάρτητων πλέον, υπηρεσιών: "Deutsche Bundespost Postdienst", (αμιγώς ταχυδρομικές υπηρεσίες) "DBP Postbank" (μια μορφή "Ταχυδρομικού Ταμιευτηρίου") και "DBP Telekom" (τηλεπικοινωνιακές υπηρεσίες).[10]

Το 1990 πραγματοποιείται η συνένωση των δύο Γερμανιών (Ανατολικής και Δυτικής). Οι υπηρεσίες των δύο περιοχών συγχωνεύτηκαν σε μία, που αρχικά ονομάστηκε "Bundespost". Το 1995 οι τρεις αυτοί κλάδοι ανεξαρτητοποιήθηκαν και τα Γερμανικά Ταχυδρομεία αποτέλεσαν την, ανεξάρτητη πλέον εταιρεία υπό την επωνυμία "Deutsche Post AG". Το 1999 τα Γερμανικά Ταχυδρομεία απορρόφησαν την εταιρεία "Danzas" και το 2002 την εταιρεία "DHL"[11]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]