Γαβριήλ Ντερζάβιν

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Πορτραίτο του Γαβριήλ Ντερζάβιν που φιλοτέχνησε ο Ουκρανός ζωγράφος Βλαντίμιρ Λουκίτς Μποροβικόφσκι

Ο Γαβριήλ Ρομάνοβιτς Ντερζάβιν (ρωσική γραφή: Гавриил Романович Державин, προφορά [ɡɐvrʲɪˈil rɐˈmanəvʲɪt͡ɕ dʲɪrˈʐavʲɪn] ), (3 (14 γρηγ. ημερολόγιο) Ιουλίου 1743 - 8 (20) Ιουνίου 1816), ήταν ένας από τους σπουδαιότερους Ρώσους ποιητές της γενιάς που προηγήθηκε του Αλέξανδρου Πούσκιν, καθώς και πολιτικός μεγάλου κύρους. Υπήρξε αναμφίλεκτα ο μεγαλύτερος Ρώσος ποιητής του 18ου αιώνα.

Βιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Ντερζάβιν γεννήθηκε στο Καζάν. Γιος ευγενών που όμως λόγω οικονομικών ατυχιών είχαν εκπέσει του κοινωνικού τους κύρους, με απώτερη ταταρική καταγωγή, πέρασε δύσκολα νεανικά χρόνια. Τρία χρόνια φοίτησε στο Λύκειο του Καζάν όπου δεν ολοκλήρωσε τις σπουδές του, φεύγοντας για την Αγία Πετρούπολη για να καταταγεί στον τσαρικό στρατό. Στερούμενος ισχυρών προστατών, υπηρέτησε ως απλός στρατιώτης στη Φρουρά της Αγίας Πετρούπολης.

Η μεγάλη και φοβερής έκτασης ανταρσία (1773-1774) του Κοζάκου αταμάνου Εμελιάν (Αιμιλιανός) Πουγκατσιόφ εναντίον της αυτοκράτειρας Αικατερίνης της Μεγάλης, τού έδωσε την ευκαιρία να διακριθεί και σηματοδότησε την απαρχή μιας λαμπρής σταδιοδρομίας. Με το ξέσπασμα της ανταρσίας του Πουγκατσιόφ, ο Ντερζάβιν βρισκόταν με άδεια στη γενέτειρά του, το Καζάν. Εκεί έγραψε μια προκήρυξη στην οποία εξέφραζε την πίστη των ευγενών της επαρχίας του στην τσαρίνα Αικατερίνη. Τον πρόσεξε τότε και τον πήρε ως υπασπιστή του ο στρατηγός Αλεξάντρ Ιλίτς Μπίμπικοφ, μια από τις πιο σημαντικές προσωπικότητες της εποχής της Μεγάλης Αικατερίνης, όπως μας πληροφορεί ο Αλέξανδρος Πούσκιν στο τρίτο κεφάλαιο του έργου του Ιστορία του Πουγκατσιόφ. Την ίδια περίοδο, ο Ντερζάβιν, ξεχωρίζοντας για τις ικανότητές του, λαμβάνει προαγωγή και δωρεά γαιών στη Λευκορωσία.

Το 1777, σε ηλικία 34 ετών εγκαταλείπει το στρατό και αναλαμβάνει καθήκοντα στην κεντρική κυβερνητική υπηρεσία, στην Αγία Πετρούπολη, όπου και ανεβαίνει με ταχείς ρυθμούς τα σκαλοπάτια της κοινωνικής και κρατικής ιεραρχίας. To 1778, παντρεύεται μια από τις αδερφές της οικογένειας ευγενών Ντιάκοφ.

Ο Ντερζάβιν συχνά παρατούσε τις υψηλές θέσεις, ακόμα και τη θέση του κυβερνήτη επαρχιών που του εμπιστευόταν η αυτοκράτειρα και χαρακτηριζόταν από τη δυσκολία να συνεργαστεί με άλλους. To 1791, η τσαρίνα τον παίρνει κοντά της στη θέση του γραμματέα με ειδικά καθήκοντα να εισηγείται λύσεις σε προσφυγές των υπηκόων της κατά διοικητικών πράξεων.

Ο Ντερζάβιν όμως ούτε την τσαρίνα μπορούσε να ανεχθεί ως άμεση προϊστάμενή του και την παράτησε γρήγορα, χωρίς καμιά βλαβερή για τον ίδιο συνέπεια. Ούτε μετά το θάνατο της τσαρίνας μπόρεσε να συνεργαστεί με τον νέο αυτοκράτορα, Παύλο τον Α', ο οποίος τού πρόσφερε την ίδια θέση του γραμματέα. Στα 1802 ένας ακόμα τσάρος, ο Αλέξανδρος ο Α', τον διόρισε σε υψηλό αξίωμα, υπουργό Δικαιοσύνης, θέση από την οποία επίσης παραιτήθηκε μετά από ένα έτος και προτίμησε, φορτωμένος παράσημα μέχρι τότε, την ελευθερία από κάθε φορτίο δημόσιου λειτουργήματος έως το θάνατό του.

Έργα και τεχνοτροπία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στα αρχικά ποιητικά του βήματα ο Ντερζάβιν, όντας μαθητής του μεγάλου φυσικού επιστήμονα, φιλόσοφου και λογοτέχνη Μιχαήλ Βασίλιεβιτς Λομονόσοφ, αναπτύσσει τις ποιητικές ωδές του άμεσα επηρεασμένος από το πανηγυρικό ύφος των ωδών του δασκάλου του, ο οποίος από τους συγκαιριανούς του θεωρείτο ο Πίνδαρος της Ρωσίας.

Το 1779, όπως μας πληροφορεί ο Άντολφ Στέντερ-Πέτερσεν στο μνημειώδες έργο του Ιστορία της ρωσικής Λογοτεχνίας (Geschichte der russischen Literatur - γκεσίχτε ντερ ρούσισεν λιτερατούρ), o Ντερζάβιν γίνεται δεκτός σ' ένα φιλικό κύκλο λογοτεχνών όπου και γνώρισε ποιητές όπως τον σπουδαίο Βασίλι Βασίλιεβιτς Καπνίστ, ελληνικής καταγωγής, τον γερμανικής καταγωγής ποιητή μύθων Ιβάν Ιβάνοβιτς Σέμνιτσερ και τον εξαιρετικώς μορφωμένο και προσανατολισμένο σε μοντέρνες ιδέες συγγραφέα Νικολάι Αλεξάντροβιτς Λβοφ. Οι γνωριμίες αυτές αλλάζουν τον προσανατολισμό του και θέτει στον εαυτό του την αποστολή να συνθέσει το μνημειακό και ελαφρώς απαρχαιωμένο ύφος του Λομονόσοφ με τη φυσικότητα του λογοτεχνικού ύφους του Αλεξάντρ Πέτροβιτς Σουμαρόκοφ.

Ο Ντερζάβιν βασισμένος στην εράσμια ανθρωπιά που εξέφραζαν οι ωδές του κατάφερε να πετύχει τη σύνθεση αυτή. Παράλληλα, η ποίησή του άγγιζε και τις πιο ευαίσθητες χορδές, ακόμα και όταν έγραφε τους πιο εύθυμους στίχους. Έως τότε υπήρχε μια πολύ αυστηρή οριοθέτηση μεταξύ των διάφορων ποιητικών ειδών, οριοθέτηση η οποία έδωσε με τον Ντερζάβιν στην πρωτοπορία τη θέση της σε εναλλαγές των συνθέσεων, όπως η ωδή να γίνεται ειρωνική, καμιά φορά και σατιρική, η σάτιρα λυρική, το επίγραμμα ελεγειακό, η ελεγεία χαρούμενη. Στην εκλεπτυσμένη γλωσσική διακόσμηση προστέθηκε ενίοτε η αφαιρετική δύναμη των απλών λέξεων της καθημερινής ζωής, αφαίρεση γραμμένη όμως με τέτοια συμπάγεια που αποθέωνε το περιεχόμενο.

To 1782 o ποιητής δημοσίευσε μια ωδή σε ένα περιοδικό που εξέδιδε η πριγκίπισσα Αικατερίνη Ρομάνοβνα Ντάσκοβα (1743-1810), στενή φίλη της αυτοκράτειρας Αικατερίνης της Μεγάλης. Η ωδή είχε τον τίτλο Φελίτσα, όνομα που υπονοούσε την ίδια την αυτοκράτειρα. Με αυτόν τον τίτλο ο ποιητής μπορούσε να μιλήσει για αυτήν και με αυτήν με μεγαλύτερη οικειότητα και πιο εμπιστευτικά, από ό,τι αν την είχε απευθύνει άμεσα σε αυτήν. Οι αναγνώστες ξαφνιάστηκαν ευχάριστα με τη χρήση πιο κοινών λέξεων, λέξεις τις οποίες κανένας δεν είχε τολμήσει να εισαγάγει στη λογοτεχνία μέχρι τότε.

Ο Ντερζάβιν, αν και τμήμα του κατεστημένου, δεν ήταν ανεπιφύλακτα συμμορφωμένος με αυτό. Η ματιά του και η καρδιά του στράφηκε ιδιαίτερα και προς τη θλιβερή και σαθρή πραγματικότητα. Όπως μάς πληροφορεί ο Χέλμουτ Γκράσχοφ: χρησιμοποίησε με μεγάλη τόλμη, την κλασικιστική μορφή, για να ξεγυμνώσει αλύπητα απάνθρωπους αξιωματούχους και ηδονόληπτους ευνοούμενους, τους στύλους αυτούς του τσαρισμού... Χαρακτηριστικές του πνεύματος καταγραφής της σκληρής αλήθειας είναι οι ωδές Στους Ισχυρούς και Δικαστές (1780) και Οι Αξιωματούχοι (1796). Ο Ντερζάβιν τολμούσε να λέει καυστικές αλήθειες, στενόχωρες και για την ίδια την αυτοκράτειρα Αικατερίνη, τις αρετές της οποίας υμνούσε στη Φελίτσα, όπως και να σατιρίζει τα ελατώμματα των ανθρώπων του αυλικού περιβάλλοντος. Ακόμα όμως και τις πικρές αλήθειες τις έλεγε με τόσο κομψό και περίτεχνο τρόπο που γίνονταν ανεκτές.

Το 1784 έγραψε την ωδή Θεός, η οποία αν και υποταγμένη ακόμα στους συμβατικούς κανόνες του Κλασικισμού, ήταν μια ρωμαλέα σύλληψη του σύμπαντος και της μοίρας του ανθρώπου μέσα στο άπειρο. Η ωδή αυτή με τόνο λίγο ή πολύ σύμφωνο με τον εξωθρησκευτικό θεϊσμό της Εποχής των Φώτων, έτυχε μετάφρασης στις κυριότερες ευρωπαϊκές γλώσσες, ακόμα και σε εξωτικές γλώσσες της Ανατολής. Η ωδή είναι μεταφρασμένη και στα ελληνικά από τον Γ. Σοϊλεμεζίδη (www.pegas.gr).

Σημαντικά ποιητικά πονήματα αποτελούν και οι πατριωτικές του ωδές. Ξεχωρίζει η ωδή Επί τη αλώσει του Ισμαήλ (1791), πηγή έμπνευσης της οποίας αποτέλεσε η πολιορκία και κατάληψη από τον ρωσικό στρατό του Ισμαηλίου της Βεσσαραβίας, τον Δεκέμβριο του 1790, σελίδα ένδοξη στην πολεμική ιστορία των Ρώσων.

Στα ποιήματα της τελευταίας παραγωγικής περιόδου του είναι καθαρά αισθητή η επίδραση των νεότερων λογοτεχνικών ρευμάτων σε σχέση με τον ξεπερασμένο πια Κλασικισμό. Ξεχωριστή θέση έχει η ωδή Ο Καταρράκτης (1798), ωδή αφιερωμένη στο θάνατο του πανίσχυρου πρίγκιπα Γκριγκόρι Αλεξάντροβιτς Ποτιόμκιν, γνωστότερου με την παραφθορά του ονόματός του, ως Ποτέμκιν. Στην ωδή αυτή αναπαρίστανται μπροστά στα μάτια του αναγνώστη τα ρομαντικά βόρεια τοπία της Καρελίας καθώς και οι στέπες της Βεσσαραβίας, μαζί με τον νεκρό στρατηλάτη, του οποίου η ζωή έχει πια χαθεί, με όλα τα μεγαλεία της. Πυρήνας της ωδής είναι η ιδέα της παροδικότητας της ανθρώπινης ύπαρξης και προκαλεί μια ζοφερή εντύπωση. Σε συνέχεια της στροφής του στα νέα λογοτεχνικά ρεύματα έχουμε τα ποιήματα Πρόσκληση σε φαγητό (1798) και Στον Ευγένιο, η ζωή στη Ζβάνκα (1807), τα οποία ξαφνιάζουν με την εξαίσια σε χρώματα, ρεαλιστική ποιητική ζωγραφική λεπτομερειών.

Ντερζάβιν και Πούσκιν[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο 16χρονος Πούσκιν ενώ απαγγέλλει το ποίημά του μπροστά στον γηραιό Ντερζάβιν στο Λύκειο Τσάρκογιε Σελό (πίνακας του 1911 του Ιλιά Εφίμοβιτς Ρέπιν)

Ο κορυφαίος Ρώσος ποιητής όλων των εποχών Αλεξάντρ Σεργκέγιεβιτς Πούσκιν, στα τελευταία χρόνια της ζωής του, έγραψε αυτοβιογραφικές σελίδες. Σε μια από τις σελίδες αυτές αναφέρεται στη μία και μοναδική συνάντησή του με τον Ντερζάβιν όταν ήταν ακόμα ένας μικρός άσημος μαθητής, σε μια εποχή που δεν μπορούσε να φανταστεί ότι θα έπαιρνε τη θέση του Ντερζάβιν στον Όλυμπο των ρωσικών γραμμάτων. Το απόσπασμα ακολουθεί:

Δεν είδα τον Ντερζάβιν παρά μόνο μια φορά στη ζωή μου, αλλά είναι για μένα μια ανεξίτηλη ανάμνηση. Αυτό έγινε στο 1815 (στις 8 Ιανουαρίου), στις δημόσιες εξετάσεις του Λυκείου (εννοεί του Λυκείου του Τσάρκογιε Σελό, πλάι στο αυτοκρατορικό αυτό ανάκτορο). Είχαμε πληροφορηθεί ότι θα ερχόταν ο Ντερζάβιν και μας κατείχε όλους μια μεγάλη συγκίνηση. Ο Ντέλβιγκ (ο ευγενούς βαλτικής καταγωγής συμμαθητής και αγαπητός φίλος του Πούσκιν, ο μελλοντικός ποιητής και κριτικός λογοτεχνίας Αντόν Αντόνοβιτς Ντέλβιγκ, 1798-1831), είχε βγει στις σκάλες, για να τον περιμένει εκεί και να του φιλήσει το χέρι, αυτό το χέρι που είχε γράψει τον Καταρράκτη. Ο Ντερζάβιν κατέβηκε από την άμαξα. Μπήκε στο χωλ της εισόδου και ο Ντέλβιγκ τον ακούει να ρωτάει τον θυρωρό:-Πες μου, παιδί μου, πού είναι τα αποχωρητήρια; Η πεζή αυτή ερώτηση απογοήτευσε τον Ντέλβιγκ και τον έκαμε να εγκαταλείψει την πρόθεσή του και να ξαναγυρίσει στη μεγάλη αίθουσα. Ο Ντέλβιγκ μάς διηγήθηκε το περιστατικό με μια θαυμάσια αφέλεια και ευθυμία. Ο Ντερζάβιν ήταν πολύ ηλικιωμένος (ήταν, τότε, εβδομήντα δύο ετών). Είχε φορέσει την επίσημη στολή του και βελούδινες μπότες. Οι εξετάσεις μας τον κούρασαν πολύ. Καθόταν, με το κεφάλι στηριγμένο στο χέρι του. Το πρόσωπό του ανέκφραστο, τα μάτια του σβησμένα, το κάτω χείλος του κρεμασμένο..Μισοκοιμόταν ώς τη στιγμή που άρχισε η δοκιμασία μας στη ρωσική λογοτεχνία. Τότε ζωήρεψε,τα μάτια του έλαμψαν, μεταμορφώθηκε ολόκληρος. Αυτονόητο είναι ότι απαγγέλθηκαν δικοί του στίχοι, ερμηνεύθηκαν οι στίχοι του και κάθε στιγμή εγκωμιάζονταν οι στίχοι αυτοί. Άκουγε με εξαιρετική ζωηρότητα. Τελικά, φώναξαν εμένα. Απήγγειλα όρθιος, σε απόσταση δυο βημάτων από τον Ντερζάβιν, το ποίημά μου, Αναμνήσεις από το Τσάρκογιε Σελό. Δεν μπορώ να περιγράψω την ψυχική μου κατάσταση. Όταν έφτασα στο στίχο, όπου μνημονεύω το όνομα του Ντερζάβιν, τη φωνή μου τη δονούσε ένας νεανικός ήχος και η καρδιά μου άρχισε να χτυπά από μεθυστικό ενθουσιασμό..Δε θυμάμαι πια πώς τερμάτισα την απαγγελία μου, ούτε πού κατέφυγα. Ο Ντερζάβιν είχε γοητευθεί. Ζητούσε να με δει, ήθελε να με αγκαλιάσει..Με αναζήτησαν, αλλά δεν με βρήκαν..

O Πούσκιν έλεγε όντως την αλήθεια. Λίγο καιρό πριν πεθάνει ο Ντερζάβιν, ακούστηκε να λέει: Γρήγορα θα προβάλει στον κόσμο ένας νέος Ντερζάβιν, ο Πούσκιν που ήδη από το Λύκειο ξεπέρασε όλους τους συγγραφείς.

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Ιστορία της ρωσικής Λογοτεχνίας (Geschichte der russischen Literatur-γκεσίχτε ντερ ρούσισεν λιτερατούρ) του Άντολφ Στέντερ-Πέτερσεν
  • Ιστορία της ρωσικής Λογοτεχνίας σε προσωπογραφίες (Russische Literaturgeschichte in Einzelporträts-ρούσισε λιτερατούργκεσίχτε ιν άιντσελπορτρέτς) του Αλέξανδρου Ελίασμπεργκ