Γέφυρα των Λιμύρων

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Συντεταγμένες: 36°20′56″N 30°12′23″E / 36.34887°N 30.20651°E / 36.34887; 30.20651

Η τέταρτη καμάρα της γέφυρας. Γέφυρες στηριζόμενες σε αψίδες με τόσο "επίπεδο" προφίλ δεν εμφανίστηκαν ξανά παρά τον 14ο αιώνα.

Η Γέφυρα των Λιμύρων (τουρκικά: Kırkgöz Kemeri, "γέφυρα των σαράντα αψίδων") είναι μια υστερορωμαϊκή γέφυρα κοντά στην αρχαία πόλη Λίμυρα της Λυκίας, στη σημερινή νοτιοδυτική Τουρκία, και αποτελεί ένα από τα παλαιότερα παραδείγματα γέφυρας με καταβιβασμένα τόξα[1] στον κόσμο. Έχει μήκος 360 μέτρα και 26 αψίδες, οι οποίες με αναλογία ύψους προς πλάτος 1:5,3 της προσδίδουν ένα εξαιρετικά επίπεδο προφίλ. Η αρχιτεκτονική αυτή ιδιαιτερότητα κάνει τη συγκεκριμένη γέφυρα να ξεχωρίζει, καθώς παρόμοιες αναλογίες δεν επετεύχθησαν ξανά παρά κατά τον ύστερο Μεσαίωνα. Παρόλα αυτά, η γέφυρα παραμένει σχετικά άγνωστη. Μόλις τη δεκαετία του 1970 γερμανοί αρχαιολόγοι διεξήγαγαν τη μοναδική μέχρι σήμερα επί τόπου μελέτη του κτίσματος.

Αρχαιολογική διερεύνηση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Αρχαίο πλακόστρωτο. Θέα προς τα ανατολικά.

Οι αρχαίες πηγές δεν αναφέρουν τίποτα σχετικά με τη γέφυρα, η οποία έγινε γνωστή μόνο από αναφορές ευρωπαίων περιηγητών το 19ο αιώνα. Ο βρετανός αρχαιολόγος Τσαρλς Φέλλοους (Charles Fellows) ήταν ο πρώτος που εξερεύνησε την περιοχή της Λυκίας, επισκεπτόμενος τη γέφυρα το Μάιο του 1840. Ο Φέλλοους, καθώς και οι Τ.Α.Μπ. Σπραττ (T.A.B. Spratt) και Έντουαρντ Φορμπς (Edward Forbes), που επισκέφτηκαν το χώρο δυο χρόνια αργότερα, αναφέρουν ότι η γέφυρα είχε 25 αψίδες.[2] Το 1882, μια αυστριακή αποστολή, που περιλάμβανε το φημισμένο αρχαιολόγο Όττο Μπένντορφ (Otto Benndorf), ερμήνευσε τη γέφυρα ως τμήμα της ρωμαϊκής οδού που συνέδεε τα Λίμυρα με την επαρχιακή πρωτεύουσα, την Αττάλεια, στα ανατολικά. Δυστυχώς η εν λόγω αποστολή παρέλειψε να δημοσιεύσει σχέδια ή σκίτσα του μνημείου.[2]

Η πρώτη, και προς το παρόν μοναδική, επιστημονική διερεύνηση της τοποθεσίας διεξήχθη από τους γερμανούς αρχαιολόγους Βόλφγκανγκ Βούρστερ (Wolfgang W. Wurster) και Γιόαχιμ Γκάντσερτ (Joachim Ganzert) εντός δύο ημερών το Σεπτέμβριο του 1973, με συμπληρωματικές επισκέψεις κατά τα επόμενα έτη.[2] Τα αποτελέσματα της έρευνάς τους δημοσιεύτηκαν το 1978 στο περιοδικό Archäologischer Anzeiger του Γερμανικού Αρχαιολογικού Ινστιτούτου. Στη δημοσίευσή τους, οι δύο αρχαιολόγοι έκρουσαν τον κώδωνα του κινδύνου για την διάσωση του έως τότε σχεδόν ανέπαφου κτίσματος:[3]

«Πρόσφατα, φυτίες με λεμονίες φυτεύτηκαν σε αυτή την εύφορη προσχωσιγενή πεδιάδα. Θερμοκήπια για λαχανικά κατασκευάζονται στα ανατολικά της γέφυρας. Η γέφυρα απειλείται σοβαρά από την έναρξη συστηματικής καλλιέργειας στην περιοχή. Οι ντόπιοι απογυμνώνουν την ως τώρα ανέπαφη επιφάνειά της από πέτρες, ενώ εκσκαφείς που χρησιμοποιούνται για να ανοίξουν αρδευτικά κανάλια την καταστρέφουν και θρυμματίζουν το πλακόστρωτο με τις ερπύστριές τους.»

Το 1993, ο πολιτικός μηχανικός Κόλιν Ο'Κόννορ (Colin O'Connor) συνόψισε την αναφορά των Βούρστερ και Γκάντσερτ στην αγγλόγλωση μονογραφία του πάνω στις ρωμαϊκές γέφυρες, δίνοντας με τη σειρά του έμφαση στην ιδιαιτερότητα της συγκεκριμένης γέφυρας.[4] Καμμία περαιτέρω επιστημονική εξερεύνηση της γέφυρας δεν είναι γνωστή έκτοτε.

Τοποθεσία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το ρέμα Alakır Çayı, κάτω από την πρώτη καμάρα.

Η γέφυρα διασχίζει το ρέμα Alakır Çayı, του οποίου η αρχαία ονομασία είναι άγνωστη, 3,2 χλμ ανατολικά από τα ερείπια των Λιμύρων (η απόσταση έχει μετρηθεί από το θέατρο της πόλης) και 3,8 χλμ βορείως της σημερινής ακτογραμμής, κοντά στο σύγχρονο δρόμο που οδηγεί από Τουρούντσοβα (Turunçova) προς Κουμλούτζα (Kumluca).[2] Η μορφολογία του εδάφους καθορίζεται από το σμίξιμο των προποδών της οροσειράς Τοτσάκ Νταγού (Toçak Dağı) με την προσχωσιγενή πεδιάδα του Κόλπου της Φοινίκης.[2] Η γέφυρα χτίστηκε σε αυτή τη μεταβατική περιοχή, ακριβώς στο σημείο όπου η στενή κοιλάδα του ποταμού ανοίγει στην πεδιάδα και όπου το πέρασμα θα εμποδιζόταν από την υψηλή στάθμη του νερού κατά την περίοδο των βροχών.[5] Ενώ το ανατολικό άκρο της γέφυρας οδηγεί στην χαλικόστρωτη πεδιάδα, στο δυτικό άκρο ακουμπά απευθείας στον κάθετο βράχο, πιθανώς για προστασία από πλημμύρες.[6] Η επακόλουθη απότομη στροφή του δρόμου μπορούσε να αξιοποιηθεί και στην περίπτωση που χρειαζόταν να μπλοκαριστεί ο δρόμος. Ένα φράγμα, το Alakır Barajı, έχει κατασκευαστεί πιο πάνω στο ποτάμι για άρδευτικούς και αντιπλημμυρκούς λόγους.[6]

Σε αντίθεση με άλλες ρωμαϊκές επαρχίες, η Λυκία δεν διέθετε ιδιαίτερα ανεπτυγμένο οδικό δίκτυο. Η συγκοινωνία στον άξονα βορρά-νότου διεξαγόταν κυρίως διαμέσω κοιλάδων ποταμών, ενώ οι διαδρομές με προσανατολισμό ανατολή-δύση ακολουθούσαν συνήθως τις κορυφογραμμές των βουνών.[7] Ο συγκεκριμένος δρόμος, οδηγώντας από τα Λίμυρα στην γειτονική περιοχή της Παμφυλίας και την Αττάλεια, θα πρέπει ως εκ τούτου να ήταν εξαιρετικής σημασίας, ιδιαίτερα καθώς οι δύο περιοχές αποτελούσαν την ενιαία επαρχία «Λυκίας και Παμφυλίας» ως τον 4ο αιώνα. Σε σύγκριση με τους κύριους οδικούς άξονες της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας πάντως, οι δρόμοι της Λυκίας, με πλάτος 3-4 μέτρα, ήταν μάλλον μέτριοι, και περιορίζονταν στην εξυπηρέτηση πεζών και υποζυγίων.[7] Το συμπέρασμα αυτό ενισχύεται από την πλήρη απουσία ιχνών από ρόδες στο οδόστρωμα της γέφυρας, καθώς και από την έλλειψη στηθαίου ή κάποιας άλλης μορφής κιγκλιδώματος στη γέφυρα.[8]

Κατασκευαστικά χαρακτηριστικά[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η πρώτη καμάρα, ιδωμένη από το νότο.

Με μήκος 360 μέτρα, η γέφυρα των Λιμύρων αποτελεί το μεγαλύτερο σωζόμενο αρχιτεκτινικό επίτευγμα της Αρχαιότητας στην επαρχία της Λυκίας.[9] Η γέφυρα στέκεται επί εικοσιέξι ομοιόμορφων αψίδων αποτελούμενων από μια διπλή σειρά ακτινικά τοποθετημένων πλίνθων.[10] Στο ανατολικό άκρο, η αρχική 27η αψίδα αντικαταστάθηκε αργότερα από δύο μικρότερες, ημικυκλικές αψίδες (27a και 27b), κατασκευασμένες με μονή σειρά από πλίνθους. Ίχνη των άκρων της αρχικής, πιο επίπεδης αψίδας, διατηρούνται στους πυλώνες εκατέρωθεν.[10]

Την εποχή της επίσκεψης των Βούρστερ και Γκάντσερτ στο σημείο, ολόκληρη η γέφυρα ήταν θαμμένη από τις προσχώσεις του ποταμού ως το ύψος γένεσης των τόξων. Οι δύο επιστήμονες δεν έκαναν κάποια προσπάθεια να ξεθάψουν τις αψίδες.[6] Μόνο δύο εκ των 28 αψίδων ήταν αρκετά εκτεθειμένες ώστα να ληφθούν άμεσες μετρήσεις του ανοίγματός τους και του πλάτους των βάθρων, κατέστη όμως δυνατό να υπολογιστούν έμμεσα οι διαστάσεις των υπολοίπων αψίδων δια των εκτεθειμένων τμημάτων τους.[11]

Αρχιτεκτονική[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Διαστάσεις μιας τυπικής καμάρας.

Τα διαστήλια διαστήματα κυμαίνονται από 11,60 μέτρα έως 14,97 μέτρα (στις αψίδες αρ. 2 και 26 αντίστοιχα). Με βάση τα διαστήλια διακρίνονται τέσσερις ομάδες καμαρών, με τις ακόλουθες μέσες τιμές:[10]

  • 11,60-12,30 μέτρα για τέσσερις αψίδες (οι αρ. 2, 3, 7, 21)
  • 12,75 μέτρα για δεκατέσσερις αψίδες (οι αρ. 5, 9–15, 17–19, 22–24)
  • 13,10 μέτρα για τέσσερις αψίδες (οι αρ. 1, 4, 6, 8)
  • 13,60 μέτρα για τρεις αψίδες (οι αρ. 16, 20, 25)

Ο λόγος που εμφανίζεται αυτή η ομαδοποίηση είναι άγνωστος. Σίγουρα δεν μπορεί να εξηγηθεί ως μια προσπάθεια να ακολουθηθεί η διαμόρφωση της κοίτης. Θα μπορούσε όμως να αποτελεί ένδειξη της επαναχρησιμοποίησης των ίδιων ψευδοκατασκευών κατά την κατασκευή των θολοτών αψίδων (δες διάγραμμα).[12]

Μόνο σε μία περίπτωση, μεταξύ των αψίδων 26 και 27, κατέστη δυνατό να μετρηθεί το πλάτος ενός στύλου: 2,10 μέτρα. Αφαιρώντας την τιμή αυτή από το διαστήλιο των 12,75 μέτρων, προκύπτει ένα ελεύθερο πλάτος 10,65 μέτρων.[13] Μιας και όλες οι αψίδες έχουν ύψος 2 μέτρα, προκύπτει ένας ασυνήθιστος λόγος πλάτους προς ύψος, με τιμή 5,3 προς 1. Τέτοιες επίπεδες αψίδες ήταν εξαιρετικά σπάνιες για λιθόκτιστες γέφυρες την εποχή εκείνη, και δεν ξεπεράστηκαν παρά με την επανεμφάνιση των καμαρωτών γεφυρών στην Ιταλία το 14ο αιώνα. Για τη μεγαλύτερη δε αψίδα της γέφυρας των Λιμύρων, η αναλογία είναι ακόμα πιο μεγάλη, με το πλάτος 6,4 φορές το ύψος της.[13] Αντίθετα, οι δύο ύστερες αψίδες, με έναν λόγο 2,7:1, είναι συνήθεις ημικυκλικές αψίδες.[13]

Οι καμάρες 8 και 9, νότια πλευρά, θαμμένες από προσχώσεις ως τη βάση των αψίδων.

Το ολικό ύψος της γέφυρας δεν μπορούσε να μετρηθεί λόγω των προσχώσεων που έχουν θάψει το μεγαλύτερο μέρος του κτίσματος, αλλά η απόσταση μεταξύ των βάσεων των αψίδων και του οδοστρώματος μετρήθηκε σε μόλις 3,25 μέτρα.[14]

Η επιφάνεια της γέφυρας είναι σχεδόν εντελώς επίπεδη: μεταξύ των αψίδων 1 έως 20, το οδόστρωμα βρίσκεται σε ύψος 20,05–20,55 μέτρων πάνω από την επιφάνεια της θάλασσας, ενώ στην ανατολική απόληξη, μεταξύ των αψίδων 21 έως 26, πέφτει στα 19,94–19,66 μέτρα.[15] Καθώς δεν υπάρχουν ενδείξεις για καθίζηση της γέφυρας, αυτή η ομοιομορφία ύψους αποτελεί τεκμήριο προσεκτικής ισοπέδωσης και γερής θεμελίωσης των πυλώνων κατά την κατασκευή της γέφυρας.[16] Αντίθετα, ο κατά μήκος άξονας της γέφυρας εμφανίζει συχνά σημαντική απόκλιση από καμάρα σε καμάρα.[16]

Είναι αξιοσημείωτο ότι η γραμμή στήριξης του νεκρού φορτίου της γέφυρας ταυτίζεται σχεδόν με την καμπύλη των καμαρών.[17] Από πλευράς στατικής επάρκειας, η γέφυρα επιδεικνύει μεγάλη ικανότητα φορτίου:

«Με τα σύγχρονα κριτήρια ταξινόμησης, η γέφυρα των Λιμύρων αντιστοιχεί σε μια γέφυρας κλάσης 30 κατά DIN 1072. Με άλλα λόγια, θα μπορούσε να αντέξει ένα όχημα 30 τόννων πάνω από μία καμάρα και επιπλέον στην υπόλοιπη επιφάνεια της γέφυρας ένα φορτίο 500 kp/m². Για τα δεδομένα της Αρχαιότητας, η γέφυρα ήταν εξαιρετικά ασφαλής.»[18]

Υλικά[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Λεπτομέρεια τόξου: διπλή στρώση πλίνθων δεμένων με κονίαμα.

Κατασκευαστικά, η γέφυρα αποτελείται από πλίνθους στα τόξα, λιθοδομή στα τύμπανα και χαλίκια ως γέμισμα.

Οι πλίνθοι των αρχικών καμαρών φτιάχτηκαν από ερυθροκίτρινο πηλό, αναμεμειγμένο με λεπτά θραύσματα πλίνθων. Οι πλίνθοι είναι ορθογώνιου σχήματος, διαστάσεων 40×50 εκατοστών και με 5 εκατοστά πάχος. Είναι τοποθετημένες με την βραχύτερη πλευρά όρθια, με αποτέλεσμα το στεφάνι των τόξων να έχςι συνολικό πάχος περίπου 80 cm.[13] Για το δέσιμό τους χρησιμοποιήθηκε ένεμα ασβεστοκονιάματος και μικρών χαλικιών, σχηματίζοντας αρμούς πάχους 4 εκατοστών. Οι δύο μεταγενέστερες ημικυκλικές αψίδες κατασκευάστηκαν με μικρότερες πλίνθους, αν και κατά τόπους έγινε χρήση ακέραιων πλίνθων από την αρχική κατασκευή.[13] Τα ακρόβαθρα αποτελούνται από λαξευτούς τετραγωνισμένους λίθους, που σχηματίχουν μια επικλινή επιφάνεια για την έδραση των αψίδων.

Η διπλή στρώση των τόξων επέτρεψε την αποδοτικότερη χρήση των ξυλοτύπων, καθώς ήδη με την ολοκλήρωση της πρώτης στρώσης αυτοί μπορούσαν να αφαιρεθούν και να χρησιμοποιηθούν σε μια νέα αψίδα:

«Η σε δύο φάσεις κατασκευή των δύο στρώσεων πλίνθων των αψίδων είχε δύο πλεονεκτήματα. Κατά την πρώτη φάση ο ξυλότυπος χρειαζόταν να στηρίζει μόνο το βάρος της κατώτερης στρώσης, οπότε μπορούσε να είναι πιο ελαφριάς κατασκευής. Κατά τη δεύτερη φάση το βάρος της άνω στρώσης μπορούσε ήδη να υποστηριχθεί από την κάτω στρώση, οπότε ο ξυλότυπος ήταν πλέον διαθέσιμος για μια άλλη αψίδα.»[18]
Υποθετική αναπαράσταση της διαδικασίας κατασκευής της γέφυρας, με την κατασκευή των αψίδων σε δύο φάσεις, που επέτρεψε την αφαίρεση και επαναχρησιμοποίηση των ίδιων ξυλοτύπων.
Η βόρεια πλευρά της 12ης αψίδας

Απ' ότι μπορούσε να προσδιοριστεί από τους Βούρστερ και Γκάντσερτ, μεταξύ των αψίδων 2 και 21 οι πτερυγότοιχοι της γέφυρας αποτελούνται από μια τετραπλή στρώση τούβλων επί της οποίας ακολουθεί ακανόνιστη λιθοδομή από αλάξευτες πέτρες ενωμένες με κονίαμα.[19] Αντίθετα, μεταξύ των αψίδων 22 και 26 καθώς και στις δύο ράμπες, οι πτερυγότοιχοι αποτελούνται από λαξευμένους τετράγωνους λίθους.[8] Στις ύστερες αψίδες 27a και 27b η εξωτερική επένδυση τηε υπερκατασκευής διακρίνεται για το μικρό μέγεθος των λίθων και για την ακανόνιστη ενσωμάτωση των πλίνθων στην λιθοδομή.[8] Στο εσωράχιο (η κάτω, εκτεθειμένη πλευρά της αψίδας) της καμάρας 26 υπάρχουν ακόμα οι δοκοθήκες για τις σκαλωσιές των ξυλοτύπων.[19] Η εσωτερική υπερκατασκευή, μεταξύ των πτερυγότοιχων, αποτελείται από ένα μίγμα θρυμματισμένων λίθων και βοτσάλων από το ποτάμι, ενωμένων με ασβεστοκονίαμα.[19]

Το κατάστρωμα της γέφυρας, σε ύψος μόλις 30–40 εκατοστών πάνω από τις κορυφές των αψίδων, αποτελείται από πλακόστρωτο με μεγάλες και ακανόνιστου σχήματος πλάκες, που προεξέχει 10 εκατοστά και από τις δυο πλευρές της γέφυρας.[8] Στα δύο ύστερα τόξα, η χρησιμοποίηση μικρών βοτσάλων καταδεικνύει ξανά τον χαρακτήρα τους ως επισκευών επί του υπάρχοντος κτίσματος.[8] Το κατάστρωμα έχει πλάτος 3,55 ως 3,70 μέτρα, που αυξάνεται στα δύο άκρα στα 4,30 μέτρα.[8]

Χρονολόγηση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Προεξέχον κάνιστρο πάνω από την 3η αψίδα.

Η χρονολογική τοποθέτηση της γέφυρας δυσχεραίνεται από τον μοναδικό της χαρακτήρα εντός της ρωμαϊκής κατασκευαστικής παράδοσης και την έλλειψη συγκριτικών μελετών ρωμαϊκών γεφυρών.[18] Ως σημεία εκκίνησης οι Βούρστερ και Γκάντσερτ επέλεξαν τα εξής χαρακτηριστικά της γέφυρας:[20]

  • πολλαπλές αψίδες με ίδιο άνοιγμα και επίπεδο κατάστρωμα με ράμπες μικρής κλίσης στα άκρα
  • εξαιρετικά επίπεδα καταβιβασμένα τόξα με διπλά, από ακτινικά τοποθετημένες πλίνθους
  • χρήση κονιάματος
  • πτερυγότοιχοι από ακανόνιστα λαξευμένη πέτρα με μίξη πλίνθων, μόνο μερικώς ισοδομική κατασκευή
  • πλακόστρωτο από πέτρες ιδιαίτερα μεγάλου μεγέθους

Αντίθετα, οι περισσότερες πέτρινες ρωμαϊκές γέφυρες είχαν ισοδομικούς πτερυγότοιχους και λίθινα τόξα,[21] που αποτελούσαν και στη Λυκία την κυρίαρχη μέθοδο κατασκευής αψίδων.[22] Σε σύγκριση με τις ψηλές γέφυρες με τα μεγάλα ημικυκλικά τόξα, που αποτελούν τυπικό δείγμα της ρωμαϊκής αρχιτεκτονικής, η γέφυρα των Λιμύρων, με τα επίπεδα τόξα της, παρουσιάζει ένα πιο χαμηλό και «τεντωμένο» προφίλ.[23] Συνεπώς, οι Βούρστερ και Γκάντσερτ πρότειναν δοκιμαστικά μια ύστερη χρονολόγηση του κτίσματος, περίπου την περίοδο της βασιλείας του Ιουστινιανού Α' τον 6ο αιώνα μ.Χ., κατά την οποία είναι διαπιστωμένη η χρήση συνδυασμών πέτρας με πλίνθους στην τοπική αρχιτεκτονική.[24]

Καθώς όμως η ίδια ανάμικτη τεχνική εμφανίζεται επίσης στο κοντινό υδραγωγείο της Ασπένδου του 3ου αιώνα,[25] και τα καταβιβασμένα τόξα ήταν εν γένει γνωστά στους Ρωμαίους, πράγμα το οποίο οι δύο ερευνητές καταδεικνύουν με την χρήση τριών παραδειγμάτων,[26] είναι δυνατή και μια πιο πρώιμη χρονολόγηση στον ύστερο 2ο ή τον 3ο αιώνα μ.Χ..[27] Με βάση το σημερινό επίπεδο γνώσης, και την εν τω μεταξύ ανακάλυψη επτά ακόμα γεφυρών της ρωμαϊκής εποχής με καταβιβασμένα τόξα, η δεύτερη άποψη φαντάζει πιο πιθανή.[28] Τα υπολείμματα της κοντινής ρωμαϊκής γέφυρας του Κεμέρ πάνω από τον ποταμό Ξάνθο, που επίσης χτίστηκε τον 3ο αιώνα και εμφανίζει κατασκευαστικές ομοιότητες, φαίνονται να ενιχουν περαιτέρω αυτή την πιθανότητα.[29]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. ήτοι με αψίδες των οποίων το τόξο είναι µικρότερο του ηµικυκλίου, και των οποίων ο λόγος ανοίγματος προς ύψος είναι μεγαλύτερος του 2
  2. 2,0 2,1 2,2 2,3 2,4 Wurster & Ganzert (1978), σελ. 288
  3. Wurster & Ganzert (1978), σελ. 289–290
  4. "Wurster and Ganzert describe the remarkable bridge near Limyra… The outstanding feature of the bridge is that the arches are segmental… It is believed that the bridge is Roman. If this is the case, then it is one of the few truly segmental Roman stone arch bridges,…". O'Connor (1993), σελ. 126
  5. Wurster & Ganzert (1978), σελ. 288 κ.ε.
  6. 6,0 6,1 6,2 Wurster & Ganzert (1978), σελ. 289
  7. 7,0 7,1 Wurster & Ganzert (1978), σελ. 303
  8. 8,0 8,1 8,2 8,3 8,4 8,5 Wurster & Ganzert (1978), σελ. 295
  9. Wurster & Ganzert (1978), σελ. 288, 291
  10. 10,0 10,1 10,2 Wurster & Ganzert (1978), σελ. 291
  11. Wurster & Ganzert (1978), σελ. 290
  12. Wurster & Ganzert (1978), σελ. 291 κ.ε.
  13. 13,0 13,1 13,2 13,3 13,4 Wurster & Ganzert (1978), σελ. 292
  14. Wurster & Ganzert (1978), σελ. 292, σχ. 5; 295
  15. Wurster & Ganzert (1978), σελ. 295 κ.ε.
  16. 16,0 16,1 Wurster & Ganzert (1978), σελ. 296
  17. Wurster & Ganzert (1978), σελ. 297
  18. 18,0 18,1 18,2 Wurster & Ganzert (1978), σελ. 299
  19. 19,0 19,1 19,2 Wurster & Ganzert (1978), σελ. 293
  20. Wurster & Ganzert (1978), σελ. 299 κ.ε.
  21. Wurster & Ganzert (1978), σελ. 301
  22. Wurster & Ganzert (1978), σελ. 300, σημ. 10
  23. Wurster & Ganzert (1978), σελ. 301 κ.ε.
  24. Wurster & Ganzert (1978), σελ. 302
  25. Wurster & Ganzert (1978), σελ. 302 κ.ε.
  26. Wurster & Ganzert (1978), σελ. 302, σημ. 13; 303, σημ. 18; 304–307
  27. Wurster & Ganzert (1978), σελ. 300
  28. O’Connor (1993), σελ. 171
  29. Wurster & Ganzert (1978), σελ. 304–307

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • O’Connor, Colin (1993), Roman Bridges, Cambridge University Press, ISBN 0-521-39326-4 
  • Wurster, Wolfgang W.; Ganzert, Joachim (1978), "Eine Brücke bei Limyra in Lykien", Archäologischer Anzeiger (Βερολίνο: Γερμανικό Αρχαιολογικό Ινστιτούτο): 288-307, ISSN 0003-8105 
Στο λήμμα αυτό έχει ενσωματωθεί κείμενο από το λήμμα Brücke bei Limyra της Γερμανικής Βικιπαίδειας, η οποία διανέμεται υπό την GNU FDL και την CC-BY-SA 3.0. (ιστορικό/συντάκτες).