Γέφυρα Θεσσαλονίκης

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Συντεταγμένες: 40°43′55″N 22°41′38″E / 40.732°N 22.694°E / 40.732; 22.694

Γέφυρα
Διοίκηση
Χώρα: Ελλάδα
Δήμος: Χαλκηδόνας
Γεωγραφία και στατιστική
Νομός: Θεσσαλονίκης
Υψόμετρο: 30
Πληθυσμός: 3.052 (2011)
Άλλα
Παλαιά ονομασία: Τόψι, Τοψίν

Η Γέφυρα είναι κωμόπολη του νομού Θεσσαλονίκης με πληθυσμό 3.052 κατοίκους (2011). Η Γέφυρα είναι η ιστορική έδρα του δήμου Χαλκηδόνας που προέκυψε από τη συνένωση των δήμων Αγίου Αθανασίου, Κουφαλίων και Χαλκηδόνας, σύμφωνα με το πρόγραμμα "Καλλικράτης".

Η Γέφυρα αποτελείται από τους συνοικισμούς της Σωζόπολης, των Νέων Μετρών και της Κάτω Γέφυρας. Οι κάτοικοι της Γέφυρας είναι στην πλειονότητα πρόσφυγες από την Σωζόπολη της Ανατολικής Ρωμυλίας και τις Μέτρες της Ανατολικής Θράκης. Υπάρχουν επίσης πολλές οικογένειες γηγενών (Κάτω Γέφυρα) και μερικές οικογένειες Βλάχων, Σαρακατσάνων και Καστανεριωτών.

Θέση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Γέφυρα βρίσκεται βορειοδυτικά της Θεσσαλονίκης στην ανατολική όχθη του Αξιού ποταμού. Απέχει 25 χιλιόμετρα από το κέντρο της Θεσσαλονίκης. Η πρόσβαση γίνεται οδικά μέσω της παλαιάς εθνικής οδού Θεσσαλονίκης - Έδεσσας. Τα τελευταία χρόνια συνδέεται με τη Θεσσαλονίκη μέσω της αστικής συγκοινωνίας.

Ονομασία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

H Γέφυρα πήρε το όνομά της από τη γέφυρα του ποταμού Αξιού, που βρίσκεται σε κοντινή απόσταση, καθώς και από την αρχαία πολίχνη "Γέφυρα" που βρισκόταν στην ανατολική όχθη του Αξιού, κοντά στο σημερινό φράγμα του Αξιού, απέναντι από την αρχαία κωμόπολη "Ίχνες". Να σημειωθεί ότι οι κάτοικοι της πόλεως ακολούθησαν τον Μέγα Αλέξανδρο και ίδρυσαν ομώνυμη αποικία στην Συρία, στα ανατολικά της Αντιόχειας.

Ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μακεδονικός τάφος, παρακείμενος της μεγάλης τράπεζας ΝΑ της Γέφυρας

Αρχαιότητα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τα αρχαιολογικά ευρήματα μαρτυρούν την ύπαρξη ενός παραθαλάσσιου οικισμού με υψηλό πολιτιστικό επίπεδο και εμπορικές σχέσεις με τη νότια Ελλάδα και τα νησιά του Αιγαίου. Τα σημαντικότερα ευρήματα είναι ο τεχνητός γήλοφος τύπου τράπεζας στα νοτιοανατολικά του σύγχρονου οικισμού, όπου έχουν βρεθεί πολλά νομίσματα, οι τρεις σημαντικοί ταφικοί τύμβοι της περιοχής και οι παρακείμενοι 30 τάφοι που χρονολογούνται από τον 6ο π.Χ. ως τον 2ο π.Χ αιώνα. Ο καθηγητής της Κλασσικής Αρχαιολογίας Μιχάλης Τιβέριος και η αρχαιολόγος Μαρία Τσιμπίδου-Αυλωνίτη συνεκτιμούν ότι η τοποθεσία της αρχαίας Χαλάστρας βρίσκεται μάλλον στη μεγάλη "τράπεζα του Τοψίν".[1]

Ρωμαϊκή και Βυζαντινή περίοδος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στην περιοχή αναφέρεται η ύπαρξη της πολίχνης "Γέφυρα". Η πολίχνη αυτή αναφέρεται στο "Ιεροσολυμιτικό οδοιπορικό" (Itinerarium Hierosolymitanum ή αλλιώς Itinerarium Burdigalense). Στο διασημότερο από τα Χριστιανικά οδοιπορικά ο ανώνυμος ταξιδευτής καταγράφει το ταξίδι του από το Μπορντώ της Γαλλίας στους Αγίους Τόπους το 333-334 μ.Χ. Η "Gephira" αναφέρεται κατά την επιστροφή του ταξιδιώτη, μεταξύ Θεσσαλονίκης - Πέλλας:

ciuitas thessalonica milia xiii

mutatio ad decimum milia x

mutatio gephira milia x

ciuitas polli, unde fuit alexander, magnus macedo milia x.

Δεν υπάρχουν στοιχεία για την ύπαρξη οικισμού κατά την Βυζαντινή περίοδο.

Ο οικισμός Τοψίν[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η παλιά ονομασία του σημερινού οικισμού της Κάτω Γέφυρας ήταν Τοψίν (Τόψι). Το όνομα Τοψίν είναι Τούρκικο και σημαίνει "τόπος που έχει σχέση με πυροβόλο", για την ακρίβεια "τόπος κανονιού".[2] Το όνομα αυτό αναφέρεται πρώτη φορά σε Τούρκικο έγγραφο του 15ου αιώνα. Τον 17ο-18ο αιώνα ένα μέρος του οικισμού ήταν χωριό και το υπόλοιπο τσιφλίκι. Αναφέρονται 23 Χριστιανικές οικογένειες και 5 Μουσουλμανικές. Στην απογραφή του 1905 στο Τοψίν κατοικούσαν 178 Έλληνες και 64 Τουρκοαθίγγανοι.

Η παράδοση της Θεσσαλονίκης από τους Τούρκους στους Έλληνες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η σημαντικότερη ιστορική στιγμή που συνδέεται με τη Γέφυρα συνέβη στις 26 Οκτωβρίου 1912. Στο κτήριο όπου στεγάζεται σήμερα το Μουσείο Βαλκανικών Πολέμων εγκαταστάθηκε το Στρατηγείο του Ελληνικού στρατού και διεξήχθησαν οι σκληρές διαπραγματεύσεις που οδήγησαν στην υπογραφή της άνευ όρων συνθήκης παράδοσης της Θεσσαλονίκης από τους Τούρκους στους Έλληνες, την 26η Οκτωβρίου 1912. Η συνθήκη παράδοσης υπογράφηκε στο Διοικητήριο της Θεσσαλονίκης από τον Τούρκο Χασάν Ταχσίν Πασά και τους Έλληνες αξιωματικούς.

Η ίδρυση της Γέφυρας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μετά το 1926 εγκαθίστανται στα βόρεια του Τοψίν οι πρόσφυγες από τις Μέτρες και τη Σωζόπολη, οι οποίοι δημιουργούν τον σύγχρονο οικισμό. Το 1927 το χωριό μετονομάστηκε σε Γέφυρα.[3]

Αξιοθέατα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Άγρια άλογα στη μεγάλη νησίδα, βόρεια του φράγματος του Αξιού

Φράγμα Αξιού ποταμού[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Δύο χιλιόμετρα δυτικά της Γέφυρας βρίσκεται η περιοχή του φράγματος του Αξιού. Το φράγμα του ποταμού έχει δημιουργήσει ένα σύμπλεγμα νησίδων, με τη μεγαλύτερη από αυτές να έχει έκταση 1.700 στρεμμάτων. Χαρακτηριστικά είναι το εντυπωσιακό παραποτάμιο δάσος που περιστοιχίζεται από πυκνές συστάδες καλαμιών, τα υδρόβια πουλιά (χουλιαρομύτες, χαλκόκοτες, ερωδιοί, πελεκάνοι, πελαργοί, λαγγόνες, κ.α.), τα άγρια άλογα που ζουν στη μεγάλη νησίδα, άλλα θηλαστικά (τσακάλια, αλεπούδες, αγριογούρουνα, σπανιότερα λύκοι, κ.α.), καθώς και τα αρπακτικά πτηνά (κυρίως γεράκια). Ο υδροβιότοπος είναι ενταγμένος στο πρόγραμμα Natura 2000 της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Μουσείο Βαλκανικών Πολέμων

Μουσείο Βαλκανικών Πολέμων[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το Μουσείο Βαλκανικών Πολέμων στεγάζεται σε μία ιστορική έπαυλη στη νοτιοανατολική πλευρά της Γέφυρας. Το 1999 το Υπουργείο Άμυνας αγόρασε την έπαυλη αυτή για να την αξιοποιήσει ως Μουσείο. Στο κτήριο αυτό εγκαταστάθηκε το Γενικό Στρατηγείο των Ελληνικών δυνάμεων στις 24 Οκτωβρίου του 1912 και παρέμεινε έως τα χαράματα της 27ης Οκτωβρίου. Οι μέρες αυτές υπήρξαν καθοριστικές για την τύχη της Θεσσαλονίκης και γενικότερα της Μακεδονίας. Σ' αυτή την έπαυλη διεξήχθησαν έντονες διαπραγματεύσεις μεταξύ της Τούρκικης αντιπροσωπείας, με επικεφαλής τον διοικητή της πόλης Χασάν Ταχσίν Πασά και του επικεφαλής των Ελληνικών δυνάμεων Αρχιστράτηγου Κωνσταντίνου. Μετά από δύο αποτυχημένες προσπάθειες επίτευξης συμφωνίας, οι Τούρκοι επέστρεψαν στο κτήριο το μεσημέρι της 26ης Οκτωβρίου 1912, ημέρας του πολιούχου της Θεσσαλονίκης Αγίου Δημητρίου, γνωστοποιώντας ότι ο Ταχσίν Πασάς είχε δεχτεί την άνευ όρων παράδοση της πόλης. Κάθε χρόνο, την ίδια μέρα, διοργανώνεται λαμπαδιοδρομία από το Μουσείο στο Τρίτο Σώμα Στρατού, προς ανάμνηση των ιστορικών αυτών γεγονότων. Στις αίθουσες του κτηρίου ο επισκέπτης μπορεί να δει εκθέματα όπως όπλα, ξίφη, στρατιωτικές στολές, μετάλλια, πίνακες, διάφορα κειμήλια από τους Βαλκανικούς Πολέμους, μια ιδιόχειρη κάρτα του τότε πρωθυπουργού της Ελλάδας Ελευθερίου Βενιζέλου, όπως επίσης και αντίγραφο του πρωτοκόλλου παράδοσης της Θεσσαλονίκης. Ο τάφος του Χασάν Ταχσίν Πασά βρίσκεται στον αύλειο χώρο του μουσείου. Ο ίδιος υπήρξε μια δραματική φυσιογνωμία και ο ρόλος του στην άνευ όρων συνθηκολόγηση ήταν καθοριστικός. Ως απόφοιτος της Ζωσιμαίας Σχολής Ιωαννίνων μετείχε της Ελληνικής παιδείας και είχε μεγάλη εκτίμηση προς τον Ελληνικό πολιτισμό, γεγονός που συνέδραμε στην απόφαση του να μην επιτρέψει την παράδοση της Θεσσαλονίκης στους Βούλγαρους. Πέφτοντας στη δυσμένεια των Τούρκων έζησε στη συνέχεια στην Ελβετία, απολαμβάνοντας την προστασία του Ελληνικού κράτους.

Ιερός Ναός Παναγίας Ρευματοκρατούσσας και Αποστόλου Θωμά[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το Ναό της Παναγίας Ρευματοκρατούσας κοσμούν το ιερό εικόνισμα της Παναγίας και το περίτεχνο ξυλόγλυπτο τέμπλο που έφεραν από την χαμένη τους πατρίδα οι πρόσφυγες Μετρινοί. Εκτός από αυτά, μετέφεραν όλο τον εξοπλισμό της Εκκλησίας τους που περιλάμβανε εικόνες και βιβλία της Μητρόπολης, καντήλες, κρυστάλλινους πολυελαίους και μανουάλια. Όλα αυτά τα κειμήλια κοσμούν το ναό της Παναγίας καθώς και το Εκκλησιαστικό μουσείο της Γέφυρας.

Ιερός Ναός Αγίου Γεωργίου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το ξύλινο τέμπλο του Ι.Ν.Αγίου Γεωργίου

Στην Κάτω Γέφυρα βρίσκεται ο ναός του Αγίου Γεωργίου, χτισμένος γύρω στο 1854. Είναι Τρίκλιτη Βασιλική χωρίς τρούλο, χτισμένη από Φλωρινιώτες μαστόρους με ακανόνιστη πέτρα, με ξύλινο ζωγραφισμένο τέμπλο και ξύλινη οροφή. Το 1986 η τότε υπουργός Πολιτισμού Μελίνα Μερκούρη ανακήρυξε το ναό ιστορικό διατηρητέο μνημείο. Το εσωτερικό του ναού και οι εικόνες αναπαλαιώθηκαν στη δεκαετία του 1990.

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Μαρία Τσιμπίδου-Αυλωνίτη. Οι ταφικοί τύμβοι της περιοχής Αγίου Αθανασίου Θεσσαλονίκης (1992-97). "Δέκα χρόνια αρχαιολογικό έργο στη Μακεδονία και Θράκη", Αρχαιολογική συνάντηση 1997, σελ.78
  2. Θεόδωρος Γκλαβέρης. Ο κάμπος της Θεσσαλονίκης. Μια αναδίφηση στη διαχρονική πορεία του., Κοινότητα Καλοχωρίου, 1998, σελ.115. ISBN 960-86145-0-3
  3. Πανδέκτης, μετονομασίες