Γάδαρα

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Συντεταγμένες: 32°39′00″N 35°41′00″E / 32.65°N 35.6833°E / 32.65; 35.6833 Τα Γάδαρα (Αραβικά: أم قيس, Umm Qais, Εβραϊκά: גדרה, gad´a-ra) είναι μια πόλη της σημερινής Ιορδανίας, μεταξύ του ποταμού Ιορδάνη και της Αραβικής ερήμου.

Η πόλη -βάσει μαρτυριών και ανασκαφών- πρωτοϊδρύθηκε από τον Μεγάλο Αλέξανδρο, την εποχή που κατέλαβε την Παλαιστίνη (333/2 π.Χ.). Τα Γάδαρα ήταν αρχικά ένας στρατιωτικός μακεδονικός συνοικισμός που με την πάροδο του χρόνου μεταβλήθηκε σε πόλη. Σαν δείγμα για το πόσο προχώρησε ο ελληνισμός στα μέρη εκείνα, είναι το ότι η πόλη λεγόταν Ατθίς εν Ασσυρίοις ναιομένα Γαδάροις. Ως προς την ετυμολογία του ονόματος μπορούν να προταθούν δύο εικασίες:

    • Από την σημιτική λέξη gader (גדר) που σημαίνει οχυρό, σύνορο ή φράγμα (με την ίδια λέξη ετυμολογούν μερικοί και τα Γάδειρα της Ιβηρίας).
    • Από την πόλη Γάδαρα της Μακεδονίας, πράγμα το οποίο αναφέρεται από τον Στέφανο τον Βυζάντιο.[1] Αυτός ο δεύτερος ισχυρισμός επικυρώνεται από τα μακεδονικά ονόματα των γύρω πόλεων της Δεκαπόλεως (π.χ. Πέλλα, Δίον, Πιερία).

Μετά τον θάνατο του Μακεδόνα στρατηλάτη, η πόλη περιήλθε στην σφαίρα εξουσίας των Λαγιδών της Αιγύπτου. Κατά την διάρκεια του τετάρτου Συριακού πολέμου (219-217 π.Χ.), ο βασιλιάς της Συρίας Αντίοχος Γ' ο Μέγας κατά την εκστρατεία του κατά του Πτολεμαίου Δ΄ στην Κοίλη Συρία, διήλθε από την Δεκάπολη. Μόλις έφθασε έξω από τα Γάδαρα έστησε τις πολιορκητικές του μηχανές, με αποτέλεσμα οι τρομοκρατημένοι Γαδαρηνοί να του παραδώσουν αμαχητί την πόλη τους (218 π.Χ.). Μετά την ήττα των σελευκιδικών δυνάμεων στην Ραφία το 217 π.Χ., τα Γάδαρα -όπως και οι άλλες πόλεις της Κοίλης Συρίας- κατελήφθησαν με έφοδο των πτολεμαϊκών στρατευμάτων. Τελικά η πόλη περιήλθε στην συριακή κυριαρχία μετά την νίκη του Αντιόχου επί του Αιτωλού στρατηγού Σκόπα του Πτολεμαίου Ε΄ στο Πάνειον, επί των πηγών του Ιορδάνη (198 π.Χ.). Δεν αποκλείεται τότε η πόλη να έλαβε και τις επιπλέον ονομασίες Αντιόχεια και Σελεύκεια, τουλάχιστον αν όχι από τον Αντίοχο Γ΄, τότε από τον Αντίοχο Δ΄. Το 83/2 π.Χ. ο Ιουδαίος βασιλιάς Αλέξανδρος Ιανναίος απέσπασε τα Γάδαρα από τους Σελευκίδες και τα κατέστρεψε.

Το 64/3 π.Χ. ο στρατηγός Πομπήιος κατέλαβε την πόλη και την ανοικοδόμησε για χάρη του φίλου του Δημητρίου του Γαδαρηνού που ήταν απελεύθερος και είχε αποκτήσει δύναμη στη Ρώμη. Το 30 π.Χ. ο Οκταβιανός Αύγουστος προσέφερε την πόλη -που ήταν ως τότε αυτόνομη και έκοβε δικό της νόμισμα- στον βασιλιά Ηρώδη. Τότε οι Γαδαρηνοί έστειλαν πρεσβεία στην Λέσβο και διαμαρτυρήθηκαν στον εκπρόσωπο του αυτοκράτορα Αγρίππα το 29 π.Χ., γεγονός το οποίο επανέλαβαν εμπρός στον αυτοκράτορα το 28 π.Χ. όταν επισκέφτηκε την Συρία. Μετά τον θάνατο του Ηρώδου, το 4 π.Χ., τα Γάδαρα ενώθηκαν με την ρωμαϊκή επαρχία της Συρίας. Από την Αγία Γραφή μάλιστα διαβάζουμε ότι οΙησούς Χριστός θεράπευσε στην πόλη έναν δαιμονισμένο, από τον οποίο έδιωξε τα δαιμόνια σε μια αγέλη χοίρων που κρημνίστηκαν στην Τιβεριάδα λίμνη. Με την αρχή του Ρωμαιο-Ιουδαϊκού πολέμου το 66 μ.Χ. η περιοχή γύρω από τα Γάδαρα ερημώθηκε, όταν ο Βεσπασιανός εισέβαλε στην πόλη και αφάνισε τον ανθό της. Τότε οι Γαδαρηνοί συνέλαβαν τους πιο τολμηρούς Ιουδαίους, εκ των οποίων άλλοι θανατώθηκαν και άλλοι φυλακίστηκαν. Άλλοι παραδόθηκαν στον Βεσπασιανό που τοποθέτησε φρουρά στην πόλη. Τον 2ο αιώνα μ.Χ. το υδραγωγείο της πόλεως παρείχε πόσιμο νερό σε απόσταση 170 χιλιομέτρων. Το μεγαλύτερό τμήμα του τούνελ του υδραγωγείου είναι για 94 χιλιόμετρα κάτω από το έδαφος και είναι η μακρύτερη γνωστή σήραγγα της αρχαιότητος. Την εποχή εκείνη γνωστές ήταν και οι θέρμες της πόλεως (Hammath Gader), στις οποίες προσέρχονταν επιφανείς Ρωμαίοι.

Στους πρωτοχριστιανικούς χρόνους τα Γάδαρα συνέχιζαν να υπάρχουν σαν μια σημαντική πόλη στην Δεκάπολη. Το 303 μ.Χ. μαρτύρησαν εκεί οι άγιοι Ζαχαρίας και Αλφειός επί Διοκλητιανού. Ο επίσκοπος της πόλεως Σαβίνος συμμετείχε στην Σύνοδο της Νίκαιας το 325 μ.Χ. Μετά την μάχη της Πέλλας (635 μ.Χ.) και την αποφασιστική μάχη στον παραπόταμο του Ιορδάνη Ιερομύακα (Yarmouk το 636 μ.Χ.) οι Άραβες νίκησαν τους Βυζαντινούς και εξασφάλισαν τον έλεγχο της νοτίου Συρίας. Οι Γαδαρηνοί διατήρησαν την χριστιανική τους πίστη και την περιουσία, έναντι υψηλού φόρου που θα πλήρωναν στους κατακτητές. Κατά τον σεισμό που σημειώθηκε το 749 στο όρος Ερμών τα Γάδαρα οδηγήθηκαν σε βαθμιαία παρακμή, ώστε στην εποχή των Σταυροφοριών να αναφέρονται σαν ένα απλό χωριό.

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Στέφανος Βυζάντιος Εθνικά στο λήμμα Γάδαρα: Γάδαρα, πόλις Κοίλης Συρίας, ήτις και Αντιόχεια και Σελεύκεια εκλήθη. Το εθνικόν Γαδαρεύς, και Γαδαρίς και η γυνή και η χώρα. Εντεύθεν ήν Μένιππος ο σπουδογελοίος. Έστι και Γάδαρα κώμη Μακεδονίας.

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Επαμεινώνδας Βρανόπουλος Οδοιπορικό στην Ιορδανία, εκδόσεις Πελασγός.
  • Johann Gustav Droysen Ιστορία των Επιγόνων του Μεγάλου Αλεξάνδρου εκδόσεις ελεύθερη σκέψις.
  • Πολυβίου Ιστορίαι.