Βώλακας Τήνου
Συντεταγμένες: Ο Βώλακας ή Βώλαξ ή Βωλάξ[1], είναι χωριό της Τήνου. Σε χειρόγραφο του καθολικού επισκόπου αναφέρεται ως Vulacus[1].
Μεσαιωνικό καθολικό χωριό με περίπου 33 μόνιμους κατοίκους (απογραφή του 2001). Χτισμένο σε υψόμετρο 284 μέτρα, σε ένα μικρό οροπέδιο στη μέση της Τήνου, περιτριγυριζόμενο από πέτρες και μεγάλους σφαιρικούς γρανιτένιους βράχους ηφαιστειογενούς προέλευσης. Πάντα ήταν, και είναι ακόμη, το χωριό της καλαθοπλεκτικής από την οποία και ζει.
Έχει ένα μικρό λαογραφικό μουσείο που λειτουργεί από το Πάσχα μέχρι τα τέλη Οκτωβρίου και ένα καλαίσθητο υπαίθριο πέτρινο θέατρο, 400 θέσεων, όπου το καλοκαίρι γίνονται διάφορες πολιτιστικές εκδηλώσεις. Την περίοδο του Πάσχα, αναρριχητές απ' όλο τον κόσμο μαζεύονται για να κάνουν bouldering στα βράχια[2]. Το χωριό διαθέτει και δύο εστιατόρια.
Κάθε χρόνο, γίνονται δύο πανηγύρια. Την Πέμπτη του Πάσχα, στην «Παναγία Καλαμάν», γιορτάζεται η «μαράντα» με σουβλιστά αρνιά, κρασί και μουσική, και στις 8 Σεπτεμβρίου που γιορτάζει το χωριό τη γέννηση της Θεοτόκου.
Πίνακας περιεχομένων |
[Επεξεργασία] Ιστορικά στοιχεία
Το πότε κτίστηκε είναι αδύνατον να προσδιοριστεί, ωστόσο πρέπει να είναι από τα παλαιότερα του νησιού. [3] Δεν αποκλείεται η περιοχή να κατοικήθηκε πάνω από 2.000 χρόνια προ Χριστού, επειδή μέσα στα βράχια βρέθηκαν δύο κομάτια οψιδιανού αυτής της περιόδου. Πάντως, η πρώτη επίσημη καταγραφή του χωριού Βωλάξ, προέρχεται από τα επίσημα κρατικά έγγραφα της βενετικής διοίκησης του 1618 (ASVe, Duca Di Candia, Busta 92) και βρίσκονται στην Ιταλία. Ενώ, το παλαιότερο επίσημο έγγραφο στον ελληνικό χώρο βρίσκεται στον Κατάλογο Πρωτόγερων στην ποιμαντορική επίσκεψη του επισκόπου Νικόλαου Ρήγου στις 13 Φεβρουαρίου 1642. Τον Νοέμβριο/Δεκέμβριο του 1700 (Κώδιξ 4 ΑΚΤ) υπήρχαν 58 οικισμοί στην Τήνο και ένας από αυτούς ήταν η Βωλάξ. Στο Relation d' un voyage du Levant (J. Pitton De Tournefort, Παρίσι, 1717), ο Βώλακας καταγράφεται στα κυριώτερα χωριά της Τήνου.
Το επίσημο βιβλίο-αρχείο του χωριού, Libro Maestro Della Chiesa Parrocchiale Di Vulacus βρίσκεται φυλαγμένο στα αρχεία της Καθολικής Αρχιεπισκοπής στην Ξινάρα, και «επιβίωσε» χάρη στην αγαθή τύχη και την επιστημονική φροντίδα του π. Μάρκου Φώσκολου. Χωρίζεται σε οκτώ μέρη. Τα κυριώτερα είναι η καταγραφή των εκκλησιών (ενορία, ξωκλήσια, κοιμητήριο) του χωριού (Obblighi de Messe, e Lampadi delle Chiesolle appartenenti alla Chiesa Parrocchiale di Vulacus), οι θάνατοι (Libro dei Morti) και οι βαπτίσεις από το 1824 (Libro de' Battesimi).
[Επεξεργασία] Ονομασία
Το όνομά του το χωριό το οφείλει στους μεγάλους γρανιτένιους βράχους που το περιβάλλουν και είναι κομμάτι του ίδιου του χώρου: από τον τόπο με τα βράχια στους βολάκους, όπου προφέρονταν στους βολάκ'ς στην ντοπιολαλιά, έγινε η περιοχή με τα βράχια η Βολάκ'ς, και κατέληξε σιγά σιγά (στο χωριό) το Βολάξ [4]. Η λέξη Βουλάκ(ου)ς είναι ηχητικά η πιο κοντινή και αποδόθηκε στα λατινικά σαν Vulacus, και αργότερα στα ελληνικά σαν Βώλακας.
Η ακριβής ονομασία είναι ένα σχετικό ζήτημα. Παρά την ίδια ρίζα (Vola-), η κατάληξη άλλαξε αρκετές φορές, και τα διάφορα έγγραφα δεν αποσαφηνίζουν την κατάσταση. Οι επίσημες αναφορές του χωριού είχαν γίνει με λατινική απόδοση και από διαφορετικούς ανθρώπους που ήταν και οι υπεύθυνοι τήρησης των βιβλίων. Αν δε, στα επίσημα έγγραφα προστεθούν κι άλλα ιδιωτικά (προικοσύμφωνα, διαθήκες, πιστοποιητικά προίκας, αγορές γης ή άλλου οικονομικού χαρακτήρα), επέρχεται ακόμη μεγαλύτερη αβεβαιότητα για την σωστή γραφή του ονόματος του χωριού. Τέλος, όσον αφορά το που τονίζονται οι ονομασίες, αυτό είναι θέμα εικασιών, αφού η λατινική γραφή δεν έχει τόνους.
Ενδεικτικά, ακολουθούν δώδεκα παραλλαγές του ονόματος σε διάφορα έγγραφα: Volacus (1642), Volacos (30.11.1784), Volacco (8.1876), Volaco (9.1.1883), Volax (26.3.1886), Vulax (1890), Βολάξη (10.7.1922), Βόλακος (30.9.1942) κλπ. Για πρώτη φορά σε έγγραφο ενοριακής σημασίας, εμφανίζεται –μόλις το 1936– το όνομα Βώλαξ. Η καθυστέρηση βέβαια εξηγείται, γιατί συνήθως οι επίσκοποι έγραφαν μέχρι και την δεκαετία του '30 τα επίσημα έγγραφα στα λατινικά. Όμως, ως Βωλάξ (με τον τόνο στη λήγουσα), εμφανίζεται σε χάρτη (που χάραξε ο Ν. Σταυλάς, και η εκτύπωση έγινε στο Αθηναϊκό Λιθογραφείο Α. Κοντογόνη) πολύ πιο πριν, το 1892. Η παλαιότερη καταγραφή του χωριού που έχει βρεθεί σε χάρτη (στο βιβλίο του Marcaky Zallony, Voyage à Tine, l' une des îles de l' Archipel de la Grèce και σε χάραξη του J.D. Barbié du Bocage) εμφανίζεται ως Vollakos (1809) [5]. Σε άλλον πάλι χάρτη που εκτυπώθηκε στο Παρίσι (J.B. Bory de Saint Vincent) γράφεται ως Bollakos (1838) [6]. Πάντως, οι κάτοικοι προφέρουν το χωριό (η) Βωλάξ.
Ένα άλλο ερώτημα που εμφανίστηκε στα μέσα της δεκαετίας του '90 ήταν ορθογραφικό και αφορούσε την χρήση του «ο» ή του «ω» στην ονομασία του χωριού. Αρκετές απόψεις υπάρχουν περί της ορθής ετυμολογικά γραφής. Πάντως, η παλαιότερη χρονικά λέξη «βώλαξ» μας έρχεται από τον Ησύχιο [7] και είναι με «ω».
[Επεξεργασία] Απογραφές
Από το 1470 –που είναι και η πρώτη γνωστή μαρτυρία που μας πληροφορεί για τον πληθυσμό– έως το 1746 έχουμε συγκεντρωτικά στοιχεία του νησιού και όχι για κάθε χωριό ξεχωριστά. Από το 1756, όμως, υπάρχουν αναλυτικά στοιχεία για το έμψυχο δυναμικό του κάθε χωριού. Οι απογραφές των κατοίκων της Βωλάξ προέρχονται από τρεις πηγές: Από τα αρχεία των ενοριών της Καθολικής Αρχιεπισκοπής για τα πρώτα χρόνια (*), από τις απογραφές της καθέδρας του ίδιου του χωριού με τρεις κύριες εγγραφές (***), και φυσικά, από τις επίσημες απογραφές πληθυσμού του Ελληνικού Κράτους (**) από το 1879 μέχρι σήμερα.
Τα αποτελέσματα παλαιοτέρων απογραφών δεν έγιναν με αντικειμενικά ή επιστημονικά κριτήρια: Έτσι, καταγράφονται κάτοικοι που έφυγαν από το χωριό (συνήθως για την Κωνσταντινούπολη αφού υπήρχε «ανοιχτή επικοινωνία» με τακτικό δρομολόγιο πλοίου) και, συνεπώς, η πεποίθηση ότι θα παλινοστήσουν. Ή, πάλι, λόγω της υψηλής παιδικής θνησιμότητας της εποχής, κατέγραφαν μόνο τους ενήλικες ως ενεργό πληθυσμό, και αυτοί ήταν όσοι είχαν συμπληρώσει το όγδοο έτος της ηλικίας τους. Έτσι, παιδιά μέχρι εφτά χρονών δεν αναφέρονται σαν κάτοικοι, ενώ φαίνεται να υπάρχουν απογραφές με άθροισμα περισσοτέρων κοινοτήτων μαζί, γι αυτό και σε μικρό χρονικό διάστημα υπάρχουν μεγάλες αποκλίσεις. Συνεπώς, τα δεδομένα πρέπει να θεωρηθούν περισσότερο ως ενδεικτικά.
Πληθυσμιακή Εξέλιξη χωριού Βωλάξ
|
[Επεξεργασία] Τοπωνύμια
Σχεδόν όλα –εκτός ίσως από τις εκκλησίες– δεν απαντούνται σε κανέναν χάρτη. Είναι τα ονόματα περιοχών (Εδαφονυμικά (Λειβάδι, Καυκάρα), Ανθρωπονυμικά (Σαββαγιάννη, Του Βουράκη Τ' Αλώνι), Υδρωνυμικά (Βάνα, Πρώτη Πηγή) για τις οποίες μπορούν να συνεννοηθούν μόνον οι κάτοικοι της περιοχής, και συνήθως οι πιο μεγάλοι. Όσα γράμματα βρίσκονται μέσα σε παρενθέσεις δεν προφέρονται στη τοπική γλώσσα -υπονοούνται: [το] Αλωνάκι, [το] Αλών(ι), [το] Άπλωμα (τοποθεσία που βαφτίστηκε έτσι από τα τότε παιδιά, στα πρώτα χρόνια της δεκαετίας του '80, και έχει επικρατήσει μέχρι σήμερα), [η] Αποκωλιασμέν(η), [το] Β(ου)νό, [η] Βάνα, [η] Βάρδα, [τα] Βρυσάκια, [οι] Γαρουφαλιές/Γαρουφωλιές, [η] Γκαγκέλη (σε παλαιότερα έγγραφα εμφανιζόταν ως Γκατζέλη), [η] Γ(ου)λίκα, [η] Γρίζα ή Ζαρανί, [τα] Δεντρά (το παλαιότερο γραπτό τοπωνύμιο. Εμφανίζεται ως Δεντριά από τα τέλη του 1600), [η] Καμμένη Πλάκα, [το] Καμπί, [το] Καράβι (τοποθεσία που βαφτίστηκε έτσι στον μεσοπόλεμο από τον ήχο των νερών που έτρεχαν), [η] Καυκάρα, [η] Κορακοφωλιά, [το] Κο(υ)ρνάρ(ι) ή Κορνάρ(ου), [η] Κουκ, [η] Κουλαρού/Κωλαρού, [η] Κυδωνιά, [;] Λα(γ)ούδ(η) (τουλάχιστον από το 1899), [το] Λαμπίρ, [το] Λειβάδ(ι), [τα] Μάγια, [ο] Μεγάλος Γκρεμ(ν)ός, [ο] Μπισνάδος/Μπιζνάδος, [το] Μπουρό/Μπωρό, [του] Νικόλα (πρόκειται για δύο διαφορετικά χωράφια με το ίδιο όνομα. Το ένα από τα δύο αναφέρεται και ως Αλώνι), [η] Παραγγεριά, [το] Πατητήρ(ι), [η] Παχιανάμμος, [τα] Περάματα, [ο] Πέτασος, [;] Πετρακάκη, [ο] Πετριάδος, [το] Πηγάδι ή [η] Πηγή, [η] Πρώτη Πηγή, [η] Σαββαγιάν(νη), [η] Σαββαγιάν(νη) Τ(η)ς Μπίλιας –διαφορετικό μέρος, [;] Σαμπερλίκ, [η] Σκεπανή, [το] (Τ)ζεράν(ι), Του Βουράκη Τ' Αλών(ι) (Πλάκα), [η] Τράχ(η), [η] Φ( )τιά, [τα] Φαράγγια, [η] Χο(υ)ντρή.
Ακολούθως, υπάρχουν και τα ομώνυμα σημεία: Άγια Βενεράντα (τουλ. από το 1700), Αγία Μαρίνα (τουλ. από το 1700), Άγιος Μάρκος (1926), Εκκλησία, Θέατρο (1996), Καλαμάν (τουλάχιστον από το 1758), Μουσείο (1995), Παπαδικό (1910), Πίσω Πλατεία, Πλατεία (1994).
Μέσα, όμως, από πωλητήρια και διαθήκες, υπάρχουν και κάποια που δεν έφτασαν ως τις μέρες μας και έτσι δεν γνωρίζουμε την ακριβή τους θέση: (η) Αλωνίστρα (σε έγγραφο του 1755), (οι) Ασκέλες ( επίσης το 1755), (το) Άσπρο Βουνί (1755), (ο) Βριάδος (1755), (οι) Γαϊλουφωλιές (έχει άραγε σχέση με τις Γαρουφαλιές;), [το] Γλυφό Πηγάδι, [;] Καγιάνου, [τα] Καλά Ξυνά/Καλαξινά (1755), [η] Κορακιά (1755), [οι] Κυρκομίδες, [;] Μυ(ν)δρινού, [τα] Παπαδικά, [η] Σουπάνη (1755).