Βιβλιοθήκη ενός ατόμου

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Η βιβλιοθήκη ενός ατόμου (συντομογραφία OPL) είναι μία βιβλιοθήκη η οποία ηγείται από ένα πρόσωπο ή από έναν επαγγελματία βιβλιοθηκονόμο, χωρίς να υπάρχει συνεργασία με κανέναν άλλον επαγγελματία βιβλιοθηκονόμο. Αυτές οι βιβλιοθήκες αντιπροσωπεύουν την μεγαλύτερη πλειοψηφία των βιβλιοθηκών στον κόσμο. Μπορεί να βρίσκονται σε δημόσιες και κυβερνητικές βιβλιοθήκες, σε ακαδημαϊκά και ερευνητικά πανεπιστήμια και ως ιδιωτικές πρωτοβουλίες για πολλά αντικείμενα. Πολύ συχνά εξειδικεύονται σε ένα συγκεκριμένο αντικείμενο μιας συλλογής και ως εκ τούτου αποτελούν τμήμα του τομέα των ειδικών βιβλιοθηκών.

Ο επίσημος τίτλος του βιβλιοθηκονόμου που εργάζεται σε μια βιβλιοθήκη ενός ατόμου ποικίλλει σε μεγάλο βαθμό. Μπορεί να κληθεί διευθυντής, επικεφαλής βιβλιοθηκονόμος, πανεπιστημιακός βιβλιοθηκονόμος, συντονιστής, ή απλά βιβλιοθηκονόμος, αλλά όλοι οι τίτλοι είναι άμεσοι με το έργο του οργανισμού που ανήκει η βιβλιοθήκη.[1]

Το 1976, ο Guy St. Clair[2] όρισε την «βιβλιοθήκη ενός ατόμου» ως “εκείνη στην οποία όλη η δουλειά γίνεται από ένα [μόνο] βιβλιοθηκονόμο.” Το τμήμα της Ένωσης Ειδικών Βιβλιοθηκών SOLO Librarians Division, ορίζει τον βιβλιοθηκονόμο που εργάζεται σ' αυτού του είδους την βιβλιοθήκη ως “έναν απομονωμένο βιβλιοθηκονόμο ή πάροχο/συλλέκτη πληροφοριών που δεν έχει μαζί του επαγγελματίες συνάδελφους στην άμεση οργάνωση της βιβλιοθήκης.” Άλλοι όροι που εμφανίζονται στην ξένη βιβλιογραφία είναι solo librarian (στις Ηνωμένες Πολιτείες, στην Αγγλία και στο Ισραήλ), solo-charge librarian (στην Αυστραλία και στη Νέα Ζηλανδία) και one-man band, που χρησιμοποιείται από την Aslib (Association for Information Management) στο Ηνωμένο Βασίλειο.

Ιστορική αναδρομή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η παράδοση της βιβλιοθήκης υπό την ευθύνη ενός ατόμου είναι σίγουρα παλιά και οι ρίζες της μπορούν να εντοπιστούν στους μεσαιωνικούς χρόνους. Όταν ο Σύλλας κατέλαβε την Αθήνα το 86 π.Χ. και μαζί με αυτή την βιβλιοθήκη του Αριστοτέλη, τοποθέτησε δύο βιβλιοθηκονόμους να είναι επιφορτισμένοι με τη συλλογή. Αν μια τέτοια σημαντική συλλογή είχε δύο βιβλιοθηκονόμους, είναι πιθανώς ασφαλές να συμπεράνουμε ότι άλλες συλλογές είχαν τουλάχιστον έναν βιβλιοθηκονόμο.[3] Μοναστήρια του έβδομου και όγδοου αιώνα είχαν ένα μεγάλο αριθμό μοναχών που εμπλέκονταν στην αντιγραφή χειρογράφων, και συχνά γίνονται αναφορές σε έναν βιβλιοθηκονόμο που είχε την ευθύνη αυτών των αρκετά μεγάλων συλλογών. Η πρώτη δημόσια βιβλιοθήκη στο Ηνωμένο Βασίλειο, δόθηκε στην πόλη του Λονδίνου από τον Ρίτσαρντ Ουίτινγκτον (Richard Whittington), και η συλλογή της ήταν υπό την ευθύνη ενός προσώπου, του εφημέριου του Guildhall College. Παρόμοιες συλλογές ιδρύθηκαν στο Ουόρτσεστερ και στο Μπρίστολ.

Από τα τέλη του 1800, η έννοια του έργου της βιβλιοθήκης ως υπηρεσία πρόσβασης στο επάγγελμα αναπτύχθηκε και η πρόσληψη βιβλιοθηκονόμων με πολλές εξειδικευμένες εργασίες άρχισε να είναι μια αποδεκτή μορφή της βιβλιοθηκονομίας στις πόλεις. Ωστόσο, τα σχολεία, τα μικρά ακαδημαϊκά ιδρύματα, οι ειδικές βιβλιοθήκες, και πολλές αγροτικές κοινότητες συνέχισαν (και συνεχίζουν) να εξυπηρετούνται από έναν μεμονωμένο βιβλιοθηκονόμο.

Το 1972 η Ένωση Ειδικών Βιβλιοθηκών της Αμερικής (SLA) ξεκίνησε στο ετήσιο συνέδριο της μια συζήτηση σχετικά με το ζήτημα μιας τέτοιου τύπου βιβλιοθήκης υπό τον τίτλο "The One Man Library" με επικεφαλής τον Guy St. Clair που ήταν τότε βιβλιοθηκονόμος στο University Club of New York στη Νέα Υόρκη. Χάρη στη μεγάλη δέσμευση και αφοσίωση για μεγάλο χρονικό διάστημα του Guy St. Clair μετά την πρώτη συνεδρίαση, η "Βιβλιοθήκη Ενός Ατόμου" έγινε ένα παγκόσμιο κίνημα που εξαπλώθηκε σε πολλές χώρες σε όλο τον κόσμο. Ο Guy St. Clair όρισε το 1976 την "Βιβλιοθήκη Ενός Ατόμου" ως "εκείνη στην οποία όλη η δουλειά γίνεται από ένα [μόνο] βιβλιοθηκονόμο". Το 1984, ο Guy St. Clair άρχισε να δημοσιεύει, με τον Άντριου Μπέρνερ (Andrew Berner), το ενημερωτικό δελτίο "The One-Person Library: A Newsletter for Librarians and Management (OPL)". Το 1991, χάρη στην προσφυγή του διοικητικού συμβουλίου της Ένωσης Ειδικών Βιβλιοθηκών, η βιβλιοθηκονομία ενός ατόμου αναγνωρίστηκε ως επίσημο τμήμα της Ένωσης Ειδικών Βιβλιοθηκών (SLA).


Προσόντα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Guy St Clair το 1995, περιέγραψε τα απαιτούμενα προσόντα του βιβλιοθηκονόμου για την διεύθυνση μιας βιβλιοθήκης ενός ατόμου ως εξής: Οραματιστής, δημιουργικός, αντισυμβατικός, ανοικτός σε συμμαχίες, υπομονετικός, γενναιόδωρος, ευέλικτος, ανθεκτικός, εξυπηρετικός, με αρκετή αυτοπεποίθηση - εν ολίγοις: πρωτοπόρο πνεύμα. Με άλλα λόγια τα διευθυντικά στελέχη θέλουν έναν διευθυντή πληροφοριών που καταλαβαίνει ποιες είναι οι ανάγκες πληροφόρησης του οργανισμού, ο οποίος σχετίζεται με το να εντοπίζει τις πληροφοριακές ανάγκες των πελατών στο εσωτερικό του οργανισμού, και ο οποίος δεν έχει καμία αποστροφή για την υπευθυνότητα και την ευθύνη που απαιτούνται για την επιτυχή λειτουργία της βιβλιοθήκης.[4]

Λόγω της φύσης της εργασίας του ο βιβλιοθηκονόμος μιας τέτοιας βιβλιοθήκης, χρειάζεται συνήθως πολύ περισσότερες δεξιότητες από τους βιβλιοθηκονόμους που εργάζονται σε δημόσιες ή ακαδημαϊκές βιβλιοθήκες. Εκείνοι που εργάζονται σε μεγαλύτερες βιβλιοθήκες βρίσκονται σε χαμηλότερα επίπεδα διαχείρισης και έχουν συνήθως ανωτέρους για να τους καθοδηγούν. Στην βιβλιοθήκη όμως ενός ατόμου, ο επαγγελματίας βιβλιοθηκονόμος είναι αυτός που στην ουσία αναμένεται να κάνει τα πάντα, έστω και σε μικρή κλίμακα.[5]

Όσον αφορά την εκπαίδευση που απαιτείται για αυτή την θέση, πέρα της βασικής εκπαίδευσης (δηλαδή στη δευτεροβάθμια ή την τριτοβάθμια εκπαίδευση), ο βιβλιοθηκονόμος πρέπει να διαθέτει και περαιτέρω εκπαίδευση. Αυτή μπορεί να είναι οποιαδήποτε εκπαιδευτική δραστηριότητα, η οποία μπορεί να συμβάλλει στην επαγγελματική εξέλιξη και βελτίωση των ικανοτήτων του βιβλιοθηκονόμου στον χώρο εργασίας του,όπως ένα ανώτερο πτυχίο, κάποια σύντομη σειρά μαθημάτων, παρακολούθηση συνεδρίων ή προσωπική μελέτη.


Καθήκοντα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Σε μια βιβλιοθήκη ενός ατόμου, τα καθήκοντα μπορεί να περιλαμβάνουν τα πάντα, από τη διοικητική εργασία έως τις πιο ταπεινές εργασίες της. Κατά τη διάρκεια της ημέρας, ο διευθυντής μπορεί να απαντά στο ηλεκτρονικό ταχυδρομείο, στα τηλεφωνικά μηνύματα, και στην αλληλογραφία, να βοηθήσει έναν χρήστη να εντοπίσει πληροφορίες για την εργασία του, να επεξεργαστεί αρχεία καταλόγων, να επιλέξει νέους τίτλους, καθώς και την υποβολή της παραγγελίας τους, να κάνει αρχειοθέτηση και να χειρίζεται το γραφείο δανεισμού στην απουσία ενός εθελοντή ή υπάλληλου. Επίσης μπορεί να εργαστεί σε καθήκοντα δημόσιων σχέσεων για να αποδείξει τη σημασία της βιβλιοθήκης στην οργανωτική ιεραρχία. Ανάλογα με την ημέρα, ένα μεγάλο μέρος του χρόνου θα μπορούσε να περάσει με την συμπλήρωση αιτημάτων για διαδανεισμό, οι οποίες είναι ουσιαστικής σημασίας για την έρευνα των χρηστών. Και φυσικά, θα πρέπει να τηρεί στατιστικά στοιχεία για όλα αυτά που έχουν γίνει ή πραγματοποιήθηκαν σε ένα μήνα ή ένα χρόνο, συμπεριλαμβανομένου του αριθμού των τεκμηρίων που έγινε δανεισμός, του αριθμού των βιβλίων ή των άρθρων που ζητήθηκαν μέσω διαδανεισμού, και τα ερωτήματα που απαντήθηκαν, προκειμένου να "αποδείξει" την αποδοτικότητα της βιβλιοθήκης για τον οργανισμό.


Πλεονεκτήματα και μειονεκτήματα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Σύμφωνα με βρετανική μελέτη, η ποικιλία των καθηκόντων και το περιεχόμενο της εργασίας, ξεχώρισαν ως τα πιο θετικά στοιχεία της εργασίας σε μια βιβλιοθήκη ενός ατόμου. Άλλα πλεονεκτήματα της εργασίας σε μια βιβλιοθήκη ενός ατόμου είναι:

  • Η ανεξαρτησία και η αυτονομία.

Η αίσθηση και η πραγματικότητα της αληθινής ανεξαρτησίας που έρχεται με μια τέτοια θέση. Η ανεξαρτησία αυτή επιτρέπει στους βιβλιοθηκονόμους να ορίσουν το δικό τους πρόγραμμα και τις προτεραιότητές τους, συνήθως με λίγη επίβλεψη ή παρεμβολές. Απολαμβάνουν επίσης την δυνατότητα να κάνουν τα δικά τους λάθη και να απολαμβάνουν τις δικές τους επιτυχίες. Είναι σε θέση να δοκιμάσουν νέα πράγματα και να είναι δημιουργικοί κατά την επίλυση ενός προβλήματος.

  • Η δύναμη και επιρροή.

Μία δεύτερη και στενά συναφής πτυχή της ανεξαρτησίας που έρχεται με την βιβλιοθηκονομία ενός ατόμου είναι η δύναμη και η επιρροή που νιώθει ένας βιβλιοθηκονόμος σε μια τέτοια θέση. Ο βιβλιοθηκονόμος σ' αυτή την θέση έχει την δυνατότητα να λάμψει ως ο μοναδικός επαγγελματίας της πληροφόρησης εντός του οργανισμού και πρέπει να συνειδητοποιήσει ότι έχει μια συνεργασία με τον οργανισμό του, μια εταιρική σχέση που και οι δύο μπορούν να επωφεληθούν από αυτό. Η διοίκηση πρέπει να αναγνωρίζει την αξία της βιβλιοθήκης εντός του οργανισμού και τα πλεονεκτήματα της απασχόλησης ενός επαγγελματία βιβλιοθηκονόμου για να υπάρξει επιτυχία στη μεταξύ τους συνεργασία.

  • Η γνώση της συλλογής και των χρηστών της βιβλιοθήκης

Ο βιβλιοθηκονόμος αναπτύσσει μια στενή σχέση με τους χρήστες του και μπορεί να προβλέπει τις ανάγκες τους.


Οι βιβλιοθηκονόμοι όμως που εργάζονται σ αυτού του είδους τις βιβλιοθήκες αντιμετωπίζουν και αρκετά προβλήματα όπως:

  • Επαγγελματική απομόνωση. Η στέρηση της αμοιβαίας στήριξης και αλληλεπίδρασης, όπως και η έλλειψη κοινών στόχων επιδρούν αρνητικά στην ψυχολογία των βιβλιοθηκονόμων.
  • Απουσία γραμματειακής υποστήριξης.
  • Υποβολή εκθέσεων σε μη βιβλιοθηκονόμους. Οι βιβλιοθηκονόμοι συχνά κουράζονται από τη συνεχή πίεση να εξηγούν και να δικαιολογούν την ύπαρξη τους στον οργανισμό και στον εκάστοτε διευθυντή.
  • Χαμηλές αμοιβές.
  • Απογοήτευση στο να μην είναι σε θέση να «τα κάνει όλα». Ο βιβλιοθηκονόμος εδώ δεν είναι σε θέση να διεκπεραιώσει όλες τις καθημερινές εργασίες που είναι υποχρεωμένος να κάνει και συγχρόνως να εξυπηρετήσει τους χρήστες του στο υψηλό επίπεδο που θα ήθελε.[6]


Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Pitts, R. (1994). A Generalist in the Age of Specialists: A Profile of the One-PersonLibrary Director.Library Trends. 43, 121-135.
  2. St. Clair, Guy (1976). "The one-person library: An essay on essentials". Special Libraries 67 (3): 233–238
  3. St. Clair, G. & Williamson, J. (1986). Managing the One-Person Library. London, England: Butterworths.
  4. St. Clair, G. (1997). Solo Power: How One-Person Librarians Maximize Their Influence. Information Outlook. 1, (12).
  5. Williamson, J. (1988). One Person Libraries and Information Units: Their Education and Training Needs. Library Management. 9(5):2-72.
  6. Siess, J. (1997). The Future of SOLO Librarianship. AALL Spectrum.10-12.