Βασίλειος Β´

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
(Ανακατεύθυνση από Βασίλειος Β')
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Βασίλειος Β´
Basilios II.jpg
Μικρογραφία από χειρόγραφο ψαλτήρι του 11ου αι. (Βενετία, Μαρκιανή Βιβλιοθήκη).
Αυτοκράτωρ του Βυζαντίου
Περίοδος εξουσίας
10 Ιανουαρίου 976 - 15 Δεκεμβρίου 1025
Προκάτοχος Ιωάννης Α΄
Διάδοχος Κωνσταντίνος Η΄
Οίκος Μακεδόνων
Γέννηση 958 ή 956
Κωνσταντινούπολη
Θάνατος 15 Δεκεμβρίου 1025
Τόπος ταφής Ναός του Αγίου Ιωάννη του Θεολόγου στο Έβδομο (προάστιο της Κωνσταντινούπολης)
Πατέρας Ρωμανός Β'
Μητέρα Θεοφανώ

Ο Βασίλειος Β' (958 - 15 Δεκεμβρίου 1025), ο επονομαζόμενος Βουλγαροκτόνος, ήταν Βυζαντινός αυτοκράτορας της Μακεδονικής δυναστείας, ο οποίος βασίλεψε από τις 10 Ιανουαρίου 976 έως το θάνατό του στις 15 Δεκεμβρίου 1025, χαρίζοντας την τελευταία περίοδο πολιτικής ακμής στην αυτοκρατορία.

Το πρώτο μέρος της μακράς βασιλείας του χαρακτηρίστηκε από τον εμφύλιο πόλεμο ενάντια σε πανίσχυρους στρατηγούς από την αριστοκρατία της Ανατολίας. Μετά την υποταγή τους, ο Βασίλειος επέβλεψε τη σταθεροποίηση και την επέκταση των ανατολικών συνόρων της Βυζαντινής αυτοκρατορίας και, πάνω απ' όλα, την τελική και πλήρη υποταγή της Βουλγαρίας, τον κυριότερο ευρωπαϊκό εχθρό της αυτοκρατορίας. Γι' αυτό και ονομάστηκε από μεταγενέστερους συγγραφείς ως Βουλγαροκτόνος, με το οποίο είναι ευρύτερα γνωστός. Κατά το θάνατό του, η αυτοκρατορία εκτεινόταν από τη Νότια Ιταλία μέχρι τον Καύκασο και από το Δούναβη μέχρι την Παλαιστίνη.

Παρά τους σχεδόν συνεχείς πολέμους, ο Βασίλειος Β' έδειξε επίσης διοικητικές ικανότητες, μειώνοντας τη δύναμη των μεγάλων γαιοκτημόνων, που κυριαρχούσαν στη διοίκηση και στο στρατό, και γεμίζοντας τα θησαυροφυλάκια της αυτοκρατορίας. Πολύ μεγάλης σημασίας ήταν η απόφαση του Βασιλείου να προσφέρει το χέρι της αδελφής του, Άννας, στον Βλαδίμηρο Α' του Κιέβου[1], σε αντάλλαγμα για τη στρατιωτική του υποστήριξη, γεγονός που οδήγησε στον εκχριστιανισμό των Ρως και την ενσωμάτωση της Ρωσίας στην πολιτιστική σφαίρα του Βυζαντίου.

Γέννηση και παιδική ηλικία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Βασίλειος Β' γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη το 958 και ήταν γιος του αυτοκράτορα Ρωμανού Β' και της αυτοκράτειρας Θεοφανούς, η οποία ήταν Ελληνίδα[2][3][4][5][6][7], γεννημένη στη Λακωνία[8]. Η πατρική του καταγωγή είναι άγνωστη καθώς στον υποτιθέμενο πρόγονό του, τον Βασίλειο Α', ιδρυτή της δυναστείας, αποδίδεται αρμενική, σλαβική ή ελληνική καταγωγή. Επιπλέον, είναι πιθανό ότι ο βιολογικός πατέρας του Λέοντα ΣΤ' (προπάππου του Βασιλείου Β') ήταν ο Μιχαήλ Γ΄ και όχι ο Βασίλειος Α'[9]. Η οικογένεια του Μιχαήλ Γ' ήταν Μικρασιάτες από τη Φρυγία και μιλούσαν ελληνικά. Το 960, όταν ο Βασίλειος ήταν δύο ετών, ο πατέρας του τον έκανε συναυτοκράτορα. Όμως το 963 ο πατέρας του πέθανε ενώ ο Βασίλειος ήταν μόλις 5 ετών. Επειδή ο Βασίλειος και ο αδελφός του, ο μελλοντικός αυτοκράτορας Κωνσταντίνος Η' (βασίλεψε από το 1025 έως το 1028), ήταν πολύ μικροί για να βασιλέψουν, η μητέρα τους Θεοφανώ παντρεύτηκε έναν από τους κορυφαίους στρατηγούς του Ρωμανού, τον Νικηφόρο Β' Φωκά, ο οποίος στέφθηκε αυτοκράτορας το ίδιο έτος. Το 969 ο Νικηφόρος Φωκάς δολοφονήθηκε από τον ανηψιό του, Ιωάννη Τσιμισκή, ο οποίος έγινε αυτοκράτορας και βασίλεψε για 7 χρόνια. Τέλος, όταν ο Ιωάννης Τσιμισκής πέθανε στις 10 Ιανουαρίου του 976, ο 18χρονος τότε Βασίλειος Β' ανέλαβε πλέον τα καθήκοντα του αυτοκράτορα.

Εξεγέρσεις στην Ασία και συμμαχία με τους Ρως[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Βασίλειος Β' και ο πατριός του, Νικηφόρος Β' Φωκάς

Ο Βασίλειος ήταν γενναίος στρατιώτης και εξαιρετικός ιππέας και έμελλε να αποδείξει ότι ήταν ισχυρός ηγέτης και ικανός στρατηγός. Στην αρχή δεν έδειξε την πλήρη έκταση της ενέργειάς του. Στα πρώτα χρόνια της βασιλείας του, η διοίκηση παρέμεινε στα χέρια του ευνούχου Βασίλειου Λεκαπηνού (νόθου γιου του αυτοκράτορα Ρωμανού Α'), προέδρου της Γερουσίας. Ο Λεκαπηνός ήταν ένας πανούργος και προικισμένος άνθρωπος, ο οποίος ήλπιζε ότι οι νέοι αυτοκράτορες θα ήταν μαριονέτες του. Ο Βασίλειος περίμενε και παρακολουθούσε χωρίς να παρεμβαίνει, μαθαίνοντας όμως τις λεπτομέρεις των διοικητικών επιχειρήσεων και εμβαθύνοντας στη στρατιωτική επιστήμη.

Ακόμα και ο Νικηφόρος Φωκάς και ο Ιωάννης Τσιμισκής, που ήταν εξαιρετικοί στρατιωτικοί διοικητές, αποδείχθηκε ότι δεν ήταν τόσο καλοί στη διοίκηση του κράτους. Προς το τέλος της βασιλείας του, ο Ιωάννης Τσιμισκής είχε προγραμματίσει καθυστερημένα να περιορίσει τη δύναμη των μεγάλων γαιοκτημόνων, και ο θάνατός του, ο οποίος ήρθε αμέσως μετά την ομιλία του εναντίον τους, δημιούργησε φήμες ότι ο Τσιμισκής δηλητηριάστηκε από τον Βασίλειο Λεκαπηνό, ο οποίος είχε αποκτήσει παράνομα τεράστια ακίνητη περιουσία και φοβόταν την έρευνα και την τιμωρία του.

Ως αποτέλεσμα των αποτυχιών των άμεσων προκατόχων του, ο Βασίλειος Β' βρέθηκε από την αρχή της βασιλείας του αντιμέτωπος μ' ένα σοβαρό πρόβλημα καθώς δύο μέλη της πλούσιας στρατιωτικής ελίτ της Μικράς Ασίας, ο Βάρδας Σκληρός (παλαιότερα στενός συνεργάτης του Ιωάννη Τσιμισκή) και ο Βάρδας Φωκάς, διέθεσαν αρκετούς πόρους για να προβούν σε ανοικτές εξεγέρσεις εναντίον της κεντρικής εξουσίας. Το κύριο κίνητρο των δύο ανδρών, οι οποίοι ήταν έμπειροι αλλά αλληλοσυγκρουόμενοι στρατηγοί, ήταν να αναρριχηθούν στον αυτοκρατορικό θρόνο και να εκμηδενίσουν το ρόλο και την επιρροή του Βασίλειου. Ο Βασίλειος, δείχνοντας την τάση για σκληρότητα που θα γίνει το σήμα κατατεθέν του, ανέλαβε να τους αντιμετωπίσει ο ίδιος και κατέστειλε τις εξεγέρσεις τόσο του Σκληρού (το 979) όσο και του Φωκά (το 989)[10].

Αυτές οι εξεγέρσεις είχαν βαθιά επίδραση στις προοπτικές και τη μέθοδο διακυβέρνησης του Βασίλειου Β'. Ο ιστορικός Μιχαήλ Ψελλός περιγράφει τον ηττημένο Σκληρό να συμβουλεύει τον αυτοκράτορα να καθαιρεί τους κυβερνήτες που γίνονται υπερβολικά περήφανοι, να μην αφήνει στους στρατηγούς που είναι σε εκστρατείες να έχουν πολλούς πόρους, να τους εξαντλεί με άδικες ενέργειες για να είναι απασχολημένοι συνεχώς με υποθέσεις, να μην επιτρέπει την παρουσία γυναικών στα αυτοκρατορικά συμβούλια, να μην είναι προσβάσιμος σε κανέναν και να μοιράζεται με λίγους τα προσωπικά του σχέδια[11]. Ο Βασίλειος φαίνεται πως έλαβε πολύ σοβαρά υπόψη του αυτή τη συμβουλή.

Για να αντιμετωπίσει την τελευταία εξέγερση, ο Βασίλειος συμμάχησε με τον πρίγκιπα Βλαδίμηρο Α' του Κιέβου, ο οποίος το 988 είχε καταλάβει τη Χερσώνα, την κύρια αυτοκρατορική βάση στην Κριμαία. Ο Βλαδίμηρος προσφέρθηκε να αφήσει τη Χερσώνα και να ενισχύσει με 6.000 στρατιώτες τον Βασίλειο, ζητώντας ως αντάλλαγμα να παντρευτεί την αδελφή του Βασίλειου, Άννα. Στην αρχή, ο Βασίλειος δίστασε καθώς οι Βυζαντινοί έβλεπαν όλα τα έθνη της Βόρειας Ευρώπης, είτε ήταν Φράγκοι είτε ήταν Σλάβοι, ως βάρβαρους, αλλά και η ίδια η Άννα δεν ήθελε να παντρευτεί έναν βάρβαρο ηγέτη.

Ο Βασίλειος Β' και ο Κωνσταντίνος Η' κρατούν σταυρό.

Ο Βλαδίμηρος είχε κάνει μακρόχρονη έρευνα σε διάφορες θρησκείες, στέλνοντας μάλιστα και αντιπροσώπους σε διάφορες χώρες. Ο γάμος δεν ήταν ο κύριος λόγος για τον οποίο επέλεξε την ορθόδοξη χριστιανική θρησκεία. Όταν ο Βλαδίμηρος υποσχέθηκε να βαπτιστεί ο ίδιος χριστιανός και να προσηλυτίσει το λαό του στο χριστιανισμό, ο Βασίλειος συμφώνησε. Ο Βλαδίμηρος και η Άννα παντρεύτηκαν στην Κριμαία το 989. Η επιστράτευση των Ρως έπαιξε καθοριστικό ρόλο στον τερματισμό της εξέγερσης και αποτέλεσαν τη βάση του Τάγματος των Βαράγγων. Έτσι κερδήθηκε η κρίσιμη μάχη της Αβύδου ενάντια στις δυνάμεις της οικογένειας Φωκά τον Απρίλιο του 989, ενώ στη συνέχεια συνθηκολόγησε ο Βάρδας Σκληρός. Επιπλέον, ο γάμος του Βλαδίμηρου και της Άννας είχε σημαντικές μακροπρόθεσμες συνέπειες, σηματοδοτώντας την έναρξη της διαδικασίας με την οποία το Μέγα Δουκάτο της Μόσχας πολλούς αιώνες αργότερα θα αυτοανακηρυσσόταν "Η Τρίτη Ρώμη" και θα διεκδικούσε την πολιτική και πολιτιστική κληρονομιά της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας.

Μετά τις εξεγέρσεις ακολούθησε η πτώση του Βασίλειου Λεκαπηνού. Ο Λεκαπηνός κατηγορήθηκε ότι συνωμοτούσε με τους εξεγερθέντες και τιμωρήθηκε με εξορία και με δήμευση της τεράστιας περιουσίας του. Προσπαθώντας να προστατέψει τις χαμηλές και τις μεσαίες κοινωνικές τάξεις, ο Βασίλειος Β' έκανε αδίστακτο πόλεμο κατά του συστήματος της τεράστιας περιουσίας που αναπτύχθηκε στη Μικρά Ασία. Το 995, επιστρέφοντας με το στρατό του από την Ανατολή μέσω της Καππαδοκίας, έτυχε πλουσιοπάροχης φιλοξενίας από τον Ευστάθιο Μαλεϊνό, μέλος ισχυρής οικογένειας που είχε παρασταθεί στους Φωκάδες. Αντί να τον ευχαριστήσει, τον μετέφερε αναγκαστικά στην Κωνσταντινούπολη και όταν πέθανε του δήμευσε την κτηματική περιουσία του. Το 996 νομοθέτησε την πιο απόλυτη απαγόρευση κατά της απόκτησης γαιών από τους ισχυρούς. Ακόμα και εάν κάποιος ισχυρός είχε κατοχή 40 ετών, και άσχετα των οποιωνδήποτε βελτιώσεων εκ μέρους του “δυνατού”, ο αδύνατος μπορούσε να επανακτήσει την περιουσία του, και μάλιστα χωρίς να επιστρέψει το αρχικό τίμημα.

Εκστρατείες εναντίον των Αράβων[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Έχοντας θέσει τέρμα στις εσωτερικές διαμάχες, ο Βασίλειος Β' έστρεψε την προσοχή του σε άλλους εχθρούς της αυτοκρατορίας. Οι βυζαντινοί εμφύλιοι πόλεμοι είχαν εξασθενήσει τη θέση της αυτοκρατορίας στα ανατολικά και οι κατακτήσεις του Νικηφόρου Φωκά και του Ιωάννη Τσιμισκή παρά λίγο να βρεθούν στα χέρια των Φατιμιδών. Μετά από δύο βαριές ήττες του δούκα της Αντιόχειας, Μιχαήλ Βούρτζη, το 992 και το 994, το Χαλέπι πολιορκήθηκε και η Αντιόχεια απειλήθηκε από το στρατό των Φατιμιδών. Το 995, ο Βασίλειος Β' μαζί με ένα στρατό 40.000 ανδρών (και με 80.000 μουλάρια)[12] ξεκίνησε εκστρατεία κατά των Φατιμιδών, ανακουφίζοντας το Χαλέπι. Η ταχύτητα της αφίξεως του στρατού του Βασιλείου ήταν εντυπωσιακή για τα δεδομένα της εποχής. Σε δεκαπέντε μόλις μέρες ο στρατός του διέσχισε την απόσταση από τις χιονοσκέπαστες κορυφές της Μακεδονίας μέχρι τις ερήμους της Συρίας[13]. Στη συνέχεια απέκτησε τον έλεγχο της πεδιάδας του Ορόντη και διεξάγοντας επιδρομές νοτιότερα, κατέλαβε όλες τις πόλεις από την Έμεσα μέχρι την Τρίπολη στο σημερινό Λίβανο.

Αν και δεν είχε αρκετές δυνάμεις για να μπει στην Παλαιστίνη και να ανακτήσει την Ιερουσαλήμ, ο Βασίλειος Β' κατάφερε να ενσωματώσει στην αυτοκρατορία το μεγαλύτερο μέρος της Συρίας. Κανένας αυτοκράτορας από την εποχή του Ηράκλειου δεν κατάφερε να κρατήσει αυτά τα εδάφη, τα οποία παρέμειναν μέρος της αυτοκρατορίας για τα επόμενα 75 χρόνια. Ο Βασιλειος κανονικά κατέλαβε ολο το χαλιφάτο απο την βαγδάτη μέχρι την Ισπανία τουσ αγίους τόπους ολα τα παράλια τησ Αφρικής και τον Καύκασο

Η κατάκτηση της Βουλγαρίας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η νίκη των Βυζαντινών κατά των Βουλγάρων στη Μάχη του Κλειδίου και ο θάνατος του Σαμουήλ.

Ο Βασίλειος Β' ήθελε να αποκαταστήσει την αυτοκρατορία στα εδάφη που είχαν χαθεί στο παρελθόν. Στις αρχές της δεύτερης χιλιετίας, αποφάσισε να αντιμετωπίσει τον μεγαλύτερο εχθρό του, τον Σαμουήλ της Βουλγαρίας. Η Βουλγαρία υποτάχθηκε εν μέρει στον Ιωάννη Τσιμισκή κατά την εκστρατεία του τελευταίου κατά των Ρως του Σβιατοσλάβου, αλλά μέρη της χώρας παρέμειναν εκτός του ελέγχου των Βυζαντινών.

Στα τέλη του 10ου αιώνα, οι κλυδωνισμοί στο εσωτερικό της Βυζαντινής αυτοκρατορίας ευνόησαν την ανάπτυξη του βουλγαρικού επεκτατισμού σε ολόκληρη τη χερσόνησο του Αίμου. Με ηγέτη τον Σαμουήλ οι Βούλγαροι ίδρυσαν ανεξάρτητο κράτος εκτεινόμενοι προς Βορρά μέχρι το Δούναβη και προς Νότο μέχρι τη Θεσσαλία, ενώ οι ληστρικές επιδρομές που επιχειρούσαν ακόμη και μέχρι την Πελοπόννησο είχαν εξελιχθεί σε μάστιγα για την αυτοκρατορία.

Η βυζαντινή κυβέρνηση προσπάθησε να προκαλέσει διχόνοια στις τάξεις των Βουλγάρων επιτρέποντας κατ' αρχάς τη διαφυγή του αιχμάλωτου αυτοκράτορα της Βουλγαρίας, Μπορίς Β'. Μετά την αποτυχία του εγχειρήματος, και κατά τη διάρκεια μίας ανάπαυλας της διαμάχης του με την αριστοκρατία, ο Βασίλειος οδήγησε ένα στρατό 30.000 ανδρών στη Βουλγαρία και πολιόρκησε την πόλη Σερδική (σημερινή Σόφια) το 986. Έχοντας απώλειες και ανησυχώντας για την αφοσίωση μερικών από τους κυβερνήτες του, ο Βασίλειος ήρε την πολιορκία και αποφάσισε να υποχωρήσει προς τη Θράκη. Όμως στις 17 Αυγούστου του 986, έπεσε σε ενέδρα και υπέστη σοβαρή ήττα στη Μάχη που έγινε στις Πύλες του Τραϊανού[14], γεγονός που σημάδεψε για όλη του τη ζωή την πολιτική του απέναντι στους Βούλγαρους.

Ο Βασίλειος διέφυγε με τη βοήθεια του Τάγματος των Βαράγγων και προσπάθησε να καλύψει τις απώλειές του στρέφοντας τον αδελφό του Σαμουήλ, Ααρών, εναντίον του. Ο Ααρών δελεάστηκε από την πρόταση του Βασίλειου να του προσφέρει την αδελφή του, Άννα, σε γάμο (η ίδια που δύο χρόνια αργότερα παντρεύτηκε τον Βλαδίμηρο του Κιέβου), αλλά οι διαπραγματεύσεις απέτυχαν όταν ο Ααρών ανακάλυψε ότι η νύφη που του έστειλε ο Βασίλειος δεν ήταν η Άννα.

Το 987 ο Σαμουήλ εξουδετέρωσε τον Ααρών, ενώ ο Βασίλειος ήταν απασχολημένος πολεμώντας εναντίον του Σκληρού και του Φωκά στη Μικρά Ασία. Παρόλο που το 991 συνελήφθη ο αυτοκράτορας της Βουλγαρίας, Ρωμανός, ο Βασίλειος Β' έχασε από τους Βούλγαρους τη Μοισία.

Το 992 ο Βασίλειος Β' υπέγραψε συνθήκη με τον δόγη της Βενετίας, Πιέτρο Ορσεόλο Β', σύμφωνα με την οποία η Βενετία θα πλήρωνε λιγότερους τελωνειακούς δασμούς στην Κωνσταντινούπολη σε αντάλλαγμα για τη συμφωνία της στη μεταφορά βυζαντινών στρατευμάτων στη νότια Ιταλία, σε περιόδους πολέμου[15].

Τα χρόνια που ο Βασίλειος ήταν απασχολημένος με τις εσωτερικές εξεγέρσεις και την ανάκτηση των ανατολικών συνόρων, ο Σαμουήλ επέκτεινε την κυριαρχία του από την Αδριατική θάλασσα μέχρι τον Εύξεινο Πόντο ανακτώντας τα περισσότερα εδάφη που είχε η Βουλγαρία πριν την εισβολή του Σβιατοσλάβ Α' του Κιέβου. Επίσης ήταν επικεφαλής καταστροφικών επιδρομών στην κεντρική Ελλάδα, που αποτελούσε μέρος της βυζαντινής επικράτειας. Όμως, το 996 ο Βυζαντινός στρατηγός Νικηφόρος Ουρανός επέτυχε συντριπτική νίκη ενάντια στο βουλγαρικό στρατό στη Μάχη του Σπερχειού. Ωστόσο ο Σαμουήλ και ο γιος του, Γαβριήλ Ρωμανός, κατάφεραν να διαφύγουν[16].

Από το έτος 1000, ο Βασίλειος Β' ήταν ελεύθερος πλέον να επικεντρωθεί σε έναν πόλεμο κατά της Βουλγαρίας, έναν πόλεμο τον οποίο προσέγγισε με επιμονή και στρατηγική διορατικότητα. Εκείνη τη χρονιά, ο στρατηγός Νικηφόρος Ξιφίας κατέλαβε την πόλη Μεγάλη Πρεσθλάβα (Βέλικι Πρέσλαφ), παλιά πρωτεύουσα της Βουλγαρίας. Το 1001 ο ίδιος ο Βασίλειος κατάφερε να ανακτήσει τον έλεγχο στις πόλεις Βοδενά, Βέροια και Σέρβια. Την επόμενη χρονιά, έχοντας ως βάση τη Φιλιππούπολη, κατέλαβε τη στρατιωτική οδό από τον δυτικό Αίμο έως το Δούναβη, περικόπτοντας έτσι την επικοινωνία μεταξύ της Μακεδονίας και της Μοισίας. Μετά από αυτή την επιτυχία, πολιόρκησε το Βιδίνιο (Βίντιν), το οποίο τελικά έπεσε μετά από παρατεταμένη αντίσταση. Ο Σαμουήλ αντέδρασε στη βυζαντινή εκστρατεία με ένα τολμηρό χτύπημα. Ξεκίνησε μία μεγάλης κλίμακας επιδρομή στην καρδιά της βυζαντινής Θράκης, επιτιθέμενος στην Αδριανούπολη.

Επιστρέφοντας στην έδρα του με τα λάφυρα, ο Σαμουήλ αναχαιτίστηκε κοντά στα Σκόπια από τον βυζαντινό στρατό που διοικούσε ο αυτοκράτορας. Οι δυνάμεις του Βασίλειου εισέβαλαν στο βουλγαρικό στρατόπεδο, νικώντας τους Βούλγαρους συντριπτικά και ανακτώντας τα λάφυρα της Αδριανούπολης. Τα Σκόπια παραδόθηκαν λίγο μετά τη μάχη και ο κυβερνήτης τους αντιμετωπίστηκε με ευγένεια από τον αυτοκράτορα. Το 1005, ο κυβερνήτης του Δυρραχίου παρέδωσε την πόλη του στους Βυζαντινούς. Η προσάρτηση του Δυρραχίου ολοκλήρωσε την απομόνωση του Σαμουήλ στα υψίπεδα της δυτικής Μακεδονίας. Ο Σαμουήλ εξαναγκάστηκε σε μία εξ ολοκλήρου αμυντική στάση ενισχύοντας τα περάσματα και τους δρόμους των εδαφών που βρίσκονταν ακόμα στην κατοχή του. Κατά τα επόμενα χρόνια, μειώθηκε η επιθετικότητα των Βυζαντινών και δεν σημειώθηκαν ιδιαίτερα σημαντικά γεγονότα, αν και το 1009 μία προσπάθεια αντεπίθεσης των Βούλγαρων αντιμετωπίστηκε επιτυχώς από τους Βυζαντινούς σε μία μάχη που διεξήχθη στα ανατολικά της Θεσσαλονίκης.

Θριαμβική παρέλαση του Βασίλειου Β' στην Κωνσταντινούπολη (από το βιβλίο "Σκυλίτζης της Μαδρίτης")

Το 1014, ο Βασίλειος ήταν έτοιμος να ξεκινήσει μία εκστρατεία με στόχο την εξάλειψη της αντίστασης των Βουλγάρων. Στις 29 Ιουλίου 1014, ο Βασίλειος Β' και ο στρατηγός του, Νικηφόρος Ξιφίας, διέλυσαν το βουλγαρικό στρατό στη Μάχη του Κλειδίου στην οροσειρά Μπέλλες. Ο Σαμουήλ απέφυγε την αιχμαλωσία χάρη στην ανδρεία του γιου του, Γαβριήλ. Έχοντας συντρίψει τους Βούλγαρους, ο Βασίλειος Β' αιχμαλώτισε 15.000 άνδρες, τους οποίους και τύφλωσε αφήνοντας μόνο έναν μονόφθαλμο ανά 100 τυφλούς άνδρες για να μπορέσουν να επιστρέψουν στον Σαμουήλ. Ο Σαμουήλ αντίκρυσε συγκλονισμένος τον τυφλό στρατό του και δύο ημέρες αργότερα πέθανε μετά από καρδιακό επεισόδιο. Αν και η έκταση της κακομεταχείρισης των Βούλγαρων αιχμαλώτων μπορεί να έχει μεγαλοποιηθεί, το περιστατικό αυτό βοήθησε στο να δοθεί αργότερα στον Βασίλειο Β' η προσωνυμία "ο Βουλγαροκτόνος".

Η Βουλγαρία πολέμησε για άλλα τέσσερα χρόνια, καθώς η αντίστασή της αναζωπυρώθηκε από τη σκληρότητα του Βασίλειου Β'. Την άνοιξη του 1017 ο Βασίλειος Β' ξεκίνησε απ' τη Μοσυνούπολη εναντίον του οχυρού του Λογγά (βρίσκεται μεταξύ Σιδεροχωρίου και Τοιχιού Καστοριάς), το οποίο μετά από σκληρή πολιορκία παραδόθηκε στους Βυζαντινούς. Ο αυτοκράτορας κατέστρεψε εκ θεμελίων το βουλγάρικο οχυρό και μοίρασε τους στασιαστές κατοίκους του ως σκλάβους στους στρατιώτες του. Μετά την κατάληψη του Λογγά ο Βασίλειος κυρίευσε τη γειτονική Καστοριά, που την κατείχαν αρκετά χρόνια οι Βούλγαροι, και στη συνέχεια κατέλαβε την Οχρίδα υποτάσσοντας τελικά τους Βούλγαρους το 1018. Η υποταγή αυτή ήταν το αποτέλεσμα της συνεχιζόμενης στρατιωτικής πίεσης και της επιτυχημένης διπλωματικής εκστρατείας που στόχευε στη διχόνοια και στην εξαγορά της βουλγαρικής ηγεσίας. Με τη νίκη επί των Βουλγάρων και τη μετέπειτα υποταγή των Σέρβων, εκπληρώθηκε ένας από τους στόχους του Βασίλειου Β', καθώς η αυτοκρατορία ανέκτησε τα σύνορά της στον Δούναβη για πρώτη φορά μετά από 400 χρόνια. Ο Βασίλειος γιόρτασε το γεγονός με ένα θρίαμβο στην Αθήνα, αφού πριν επιστρέψει στην Κωνσταντινούπολη συνέχισε την προέλασή του από τη Στρώμνιτσα έως το Μελένικο, εισέβαλε στη Πελαγονία και από τη πεδιάδα της Καρατζόβας έφθασε στη Θεσσαλονίκη (1015) και στη συνέχεια μέσω Λιβαδιάς[17] έφτασε στην Αθήνα, όπου παρέμεινε αρκετό χρονικό διάστημα και προσκύνησε στην Παναγία την Αθηνιώτισσα (στον Παρθενώνα)[18]. Μετά πήγε στον Πειραιά, όπου ήταν συγκεντρωμένος ο στόλος του, επιβιβάστηκε στα καράβια και έπλευσε στην Κωνσταντινούπολη. Από τη “Χρυσή Πύλη” μπήκε θριαμβευτικά στην πρωτεύουσα, στεφανωμένος με χρυσό στεφάνι και όρθιος πάνω σε μεγαλόπρεπο άρμα.

Ο Βασίλειος Β' έδειξε τις ικανότητές του στην πολιτική, δίνοντας στους πρώην ηγέτες των Βουλγάρων τίτλους, θέσεις στην επαρχιακή διοίκηση και σημαντικά πόστα στο στρατό. Στις δε βουλγαρικές επαρχίες χορήγησε πλήρη πολιτική και εκκλησιαστική αυτονομία. Μ' αυτό τον τρόπο προσπάθησε να απορροφήσει τη βουλγαρική ελίτ στη βυζαντινή κοινωνία. Επίσης, η Βουλγαρία δεν είχε ανεπτυγμένη τη νομισματική οικονομία στον ίδιο βαθμό που υπήρχε στη Βυζαντινή αυτοκρατορία και ο Βασίλειος πήρε τη σοφή απόφαση να δεχθεί τις πληρωμές των φόρων σε είδος. Οι διάδοχοι του Βασίλειου άλλαξαν την πολιτική αυτή, γεγονός που δημιούργησε έντονη δυσαρέσκεια στη Βουλγαρία και οδήγησε αργότερα σε εξέγερση.

Εκστρατεία κατά των Χαζάρων[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Αν και η δύναμη του Χαζαρικού Χαγανάτου είχε καταλυθεί από τους Ρως τη δεκαετία του 960, οι Βυζαντινοί δεν ήταν σε θέση να εκμεταλλευτούν πλήρως το κενό εξουσίας και να αποκαταστήσουν την κυριαρχία τους στην Κριμαία και σε άλλες περιοχές γύρω από τον Εύξεινο Πόντο.

Το 1016, βυζαντινά στρατεύματα επιτέθηκαν στην Κριμαία, μεγάλο μέρος της οποίας ήταν υπό τον έλεγχο των Χαζάρων που είχαν ως βάση το Κερτς. Ο Γεώργιος Κεδρηνός αναφέρει ότι ο αρχηγός των Χαζάρων συνελήφθη και το διάδοχο κράτος τους καταστράφηκε. Στη συνέχεια οι Βυζαντινοί κατέλαβαν τη νότια Κριμαία.

Τα τελευταία χρόνια[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι στέπες του Πόντου, περίπου το 1015. Οι περιοχές με το μπλε χρώμα είναι εκείνες που ενδεχομένως εξακολουθούσαν να ήταν υπό τον έλεγχο των Χαζάρων.

Ο Βασίλειος Β' επέστρεψε θριαμβευτικά στην Κωνσταντινούπολη και στη συνέχεια επιτέθηκε ανατολικά προσαρτώντας εδάφη της σημερινής Γεωργίας και Αρμενίας[19]. Επίσης ενίσχυσε τα σύνορα σ' αυτές τις ορεινές περιοχές κατά τρόπο που θα μπορούσαν να αποδειχθούν αποτελεσματικά ενάντια στις επιδρομές των Σελτζούκων Τούρκων, εάν οι διάδοχοί του ήταν ικανοί.

Εν τω μεταξύ, άλλες βυζαντινές δυνάμεις νίκησαν τους Λογγοβάρδους και επανέκτησαν μεγάλο μέρος της νότιας Ιταλίας, της οποίας ο έλεγχος είχε χαθεί από τη Βυζαντινή αυτοκρατορία για πάνω από 150 χρόνια. Ο Βασίλειος Β' πέθανε σε ηλικία 69 ετών [956-1025] κανονικα στις 15 Δεκεμβρίου του 1025, έχοντας περάσει σχεδόν ολόκληρη τη ζωή του πολεμώντας. Τις τελευταίες μέρες σχεδίαζε μία στρατιωτική εκστρατεία για να ανακτήσει τη Σικελία.

Ο Βασίλειος Β' ήταν να ταφεί στην τελευταία διαθέσιμη σαρκοφάγο στη ροτόντα του Μέγα Κωνσταντίνου στο Ναό των Αγίων Αποστόλων. Ωστόσο ο ίδιος είχε ζητήσει από τον αδελφό του και διάδοχο Κωνσταντίνο Η' να ταφεί χωρίς πομπές και επισημότητες στο Ναό του Αγίου Ιωάννη του Θεολόγου στην περιοχή Έβδομον, έξω από τα τείχη της Κωνσταντινούπολης. Το 1204, ο τάφος λεηλατήθηκε από τους σταυροφόρους της Δ' Σταυροφορίας. Η επιγραφή του τάφου είναι άγνωστης πατρότητας και χρονολογίας και είναι γνωστή μέσω χειρογράφων που σώθηκαν.

Στίχοι ἐπιτάφιοι εἰς τὸν τάφον κυροῦ Βασιλείου τοῦ Βουλγαροκτόνου καὶ βασιλέως.
ἄλλοι μὲν ἄλλῃ τῶν πάλαι βασιλέων
αὑτοῖς προαφώρισαν εἰς ταφὴν τόπους,
ἐγὼ δὲ Βασίλειος, πορφύρας γόνος,
ἵστημι τύμβον ἐν τόπῳ γῆς Ἑβδόμου
καὶ σαββατίζω τῶν ἀμετρήτων πόνων
οὓς ἐν μάχαις ἔστεργον, οὓς ἐκαρτέρουν·
οὐ γάρ τις εἶδεν ἠρεμοῦν ἐμὸν δόρυ,
ἀφ’ οὗ βασιλεὺς οὐρανῶν κέκληκέ με
αὐτοκράτορα γῆς, μέγαν βασιλέα·
ἀλλ’ ἀγρυπνῶν ἅπαντα τὸν ζωῆς χρόνον
Ῥώμης τὰ τέκνα τῆς Νέας ἐρυόμην
ὁτὲ στρατεύων ἀνδρικῶς πρὸς ἑσπέραν,
ὁτὲ πρὸς αὐτοὺς τοὺς ὅρους τοὺς τῆς ἕω,
ἱστῶν τρόπαια πανταχοῦ γῆς μυρία·
καὶ μαρτυροῦσι τοῦτο Πέρσαι καὶ Σκύθαι,
σὺν οἷς Ἀβασγός, Ἰσμαήλ, Ἄραψ, Ἴβηρ·
καὶ νῦν ὁρῶν, ἄνθρωπε, τόνδε τὸν τάφον
εὐχαῖς ἀμείβου τὰς ἐμὰς στρατηγίας.

Η εμφάνιση και ο χαρακτήρας του[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Χάρτης της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας το 1025, κατά το θάνατο του Βασιλείου Β'.

Ο Βασίλειος Β' ήταν ένας γεροδεμένος άνδρας, ο οποίος, αν και με ανάστημα κάτω από το μέσο όρο, φαινόταν μεγαλοπρεπής πάνω στο άλογό του. Είχε γαλάζια μάτια και έντονα τοξωτά φρύδια. Επίσης είχε ελάχιστη γενειάδα αλλά τα μουστάκια του ήταν πλούσια και είχε τη συνήθεια να τα στριφογυρίζει ανάμεσα στα δάχτυλά του όταν σκεφτόταν κάτι ή ήταν πολύ θυμωμένος. Δεν ήταν ευφραδής ομιλιτής αλλά είχε πολύ δυνατό γέλιο. Ως ώριμος άνδρας είχε ασκητικές συνήθειες και δεν ενδιαφερόταν ιδιαίτερα για τη μεγαλοπρέπεια και τις τελετές της αυτοκρατορικής αυλής, ενώ συνήθως ήταν ντυμένος με στρατιωτική στολή. Ήταν ικανότατος στην κρατική διοίκηση και αποτελεί μοναδική περίπτωση μεταξύ των στρατιωτικών αυτοκρατόρων που πεθαίνοντας άφησε γεμάτα τα ταμεία της αυτοκρατορίας. Ο Βασίλειος Β' περιφρονούσε τη λογοτεχνία και γενικότερα τον πολιτισμό. Ωστόσο, κατά τη διάρκεια της βασιλείας του ήταν ενεργοί πολλοί ρήτορες και φιλόσοφοι.

Ο στρατός τον λάτρευε, καθώς ο αυτοκράτορας πέρασε το μεγαλύτερο μέρος της βασιλείας του εκστρατεύοντας με τον στρατό αντί να στέλνει τις διαταγές του από το παλάτι, όπως έκαναν οι περισσότεροι προκάτοχοί του. Έζησε τη ζωή του απλού στρατιώτη, σε σημείο που έτρωγε το ίδιο φαγητό με τους στρατιώτες του. Επίσης έπαιρνε τα παιδιά των σκοτωμένων αξιωματικών υπό την προστασία του και τους πρόσφερε στέγη, τροφή και μόρφωση. Πολλά απ' αυτά έγιναν αργότερα στρατιώτες και αξιωματικοί και τον θεωρούσαν σαν πατέρα τους.

Ο Βασίλειος Β' ήταν δημοφιλής και στους αγρότες της χώρας. Η τάξη αυτή παρήγαγε το μεγαλύτερο μέρος των προμηθειών του στρατού και παρείχε τους περισσότερους στρατιώτες. Για να διασφαλίσει τη συνέχεια, ο Βασίλειος Β' εισήγαγε νόμους που προστάτευαν τη μικρή αγροτική ιδιοκτησία και μείωσε τους φόρους των αγροτών. Η βασιλεία του θεωρήθηκε ως περίοδος σχετικής ευημερίας παρά τους σχεδόν συνεχείς πολέμους. Απ' την άλλη μεριά, ο Βασίλειος αύξησε τους φόρους της αριστοκρατίας και της εκκλησίας και προσπάθησε να ελαττώσει την ισχύ και τον πλούτο τους. Αν και για ευνόητους λόγους δεν ήταν δημοφιλής στις τάξεις τους, κανένας απ' αυτούς δεν είχε τη δύναμη να αντιταχθεί αποτελεσματικά στον υποστηριζόμενο από το στρατό αυτοκράτορα.

Ο Βασίλειος Β' ποτέ δεν παντρεύτηκε, ούτε απέκτησε παιδιά. Όταν ήταν νέος φλέρταρε με τις γυναίκες, αλλά όταν έγινε αυτοκράτορας επέλεξε να αφοσιωθεί στα καθήκοντα του κράτους. Ο Μιχαήλ Ψελλός αποδίδει τη ριζική αλλαγή του Βασίλειου, από τον έκλυτο νέο στον ζοφερό αυτοκράτορα, στα γεγονότα των εξεγέρσεων του Βάρδα Σκληρού και του Βάρδα Φωκά[20]. Ο ασκητισμός του Βασίλειου είχε ως αποτέλεσμα να αφήσει ως διάδοχο τον αδελφό του και τα υπόλοιπα μέλη της οικογένειάς του, που αποδείχθηκαν αναποτελεσματικοί ως ηγέτες. Παρ' όλα αυτά, ακολούθησαν 50 χρόνια ευημερίας και πνευματικής ανάπτυξης χάρη στους πόρους του κράτους. Υπό τον Βασίλειο Β', η Βυζαντινή αυτοκρατορία είχε πιθανόν έναν πληθυσμό 18.000.000 κατοίκων και, χάρη στη συνετή του διαχείριση, το αυτοκρατορικό θησαυροφυλάκιο συσσώρευσε εκατομμύρια νομίσματα, τα σύνορα ήταν ασφαλή από εισβολείς και η Βυζαντινή αυτοκρατορία αναγνωρίστηκε απ' όλους ως το πιο εύπορο και καλά διοικούμενο βασίλειο του χριστιανικού κόσμου.

Στη λογοτεχνία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

"Ἐκεῖθεν ἄρας ἄπεισιν ἐν Ἀθήνας... Καί έν Ἀθήναις γενόμενος καί τά τῆς νίκης εὐχαριστήρια τῇ Θεοτόκῳ δούς τ΄αναθήμασι πολλοῖς, λαμπροῖς καί πολυτελέσι κοσμήσας τόν ναόν, ὑπέστρεψεν εἰς Κωνσταντινούπολιν."


Κατά τη διάρκεια του 20ου αιώνα, το ενδιαφέρον στην Ελλάδα για τον Βασίλειο Β' οδήγησε σε μία σειρά βιογραφιών και ιστορικών μυθιστορημάτων γι' αυτόν. Το 1911 εκδόθηκε το δεύτερο μυθιστόρημα της Πηνελόπης Δέλτα, με τίτλο "Στον Καιρό του Βουλγαροκτόνου"[21]. Η Πηνελόπη Δέλτα το εμπνεύστηκε μετά από αλληλογραφία που είχε με τον περίφημο βυζαντινολόγο Γκυστάβ-Λεόν Σλυμπερζέ και το δημοσίευσε σε μια εποχή που ο Μακεδονικός αγώνας έθεσε για άλλη μια φορά τους Έλληνες και τους Βούλγαρους σε αντίπαλα στρατόπεδα.

Ο Ίων Δραγούμης, ο οποίος ήταν εραστής της Πηνελόπης Δέλτα και συμμετείχε ενεργά στον Μακεδονικό Αγώνα, το 1907 είχε εκδόσει το έργο "Μαρτύρων και Ηρώων Αίμα", όπου γράφει: "... σε μία τάξη έκαναν ιστορία κι έτυχε ίσα ίσα η βασιλεία του Βουλγαροκτόνου. Ένα παιδί διηγούνταν πως ο βασιλέας, ύστερα από είκοσι χρόνια πόλεμο, καταπόνεσε το Σαμουήλ και τους Βουλγάρους και πως τύφλωσε δεκαπέντε χιλιάδες αιχμαλώτους, αφήνοντας σε κάθε εκατοντάδα από ένα μονόφθαλμο για να τους οδηγεί, και τέλος, πως βλέποντας την τόση καταστροφή, ο Σαμουήλ πέθανε από το κακό του. Ο Αλέξης τότε γύρισε και είπε στα παιδιά: Ο Βασίλειος αντί να τυφλώσει τόσους ανθρώπους, πράγμα βάρβαρο, καλύτερα θα έκανε να τους σκότωνε όλους. Έτσι και δε θα βασανίζονταν οι άνθρωποι αυτοί, τυφλωμένοι και ζωντανοί, και θα ήταν αμέσως δεκαπέντε χιλιάδες Βούλγαροι λιγότεροι στον κόσμο - πράγμα χρήσιμο".

Το 1964 εκδόθηκε το δημοφιλές ιστορικό μυθιστόρημα του Κώστα Κυριαζή "Βασίλειος ο Βουλγαροκτόνος"[22]. Γράφτηκε ως συνέχεια του προηγούμενου έργου του, "Θεοφανώ" (1963), και εστίαζε στη ζωή του αυτοκράτορα από την παιδική του ηλικία μέχρι το θάνατό του, μέσα από τα μάτια τριών φανταστικών αφηγητών. Εκδίδεται συνεχώς από το 1964.

Το 1976 η Αγγλίδα συγγραφέας Ρόζμαρι Σάτκλιφ απεικόνισε τον Βασίλειο Β' στο ιστορικό μυθιστόρημα "Blood Feud" από την οπτική ενός μέλος τού πρόσφατα δημιουργημένου Τάγματος των Βαράγγων.

Το 1996 εκδόθηκε το βιβλίο της Μαρίνας Λουκάκη "Ο Βασίλειος Β' Βουλγαροκτόνος και η Πηνελόπη Δέλτα".

Από την πλευρά του, ο Βούλγαρος πολιτισμολόγος Αλεξάντερ Κιόσεφ έγραψε στο "Understanding the Balkans": "Ο ήρωας ενός έθνους μπορεί να είναι ο κακός του γείτονά του (...) Ο Βυζαντινός αυτοκράτορας Βασίλειος ο Βουλγαροκτόνος, σημαντική προσωπικότητα στο ελληνικό πάνθεον των ηρώων, δεν είναι λιγότερο σημαντικός ως αντικείμενο μίσους για τη δική μας εθνική μυθολογία"[23].

Ο Πολ Στήβενσον στο βιβλίο του "Ο Θρύλος του Βασιλείου του Βουλγαροκτόνου" υποστηρίζει ότι κανένας από τους θρύλους γύρω από το πρόσωπο του Βασιλείου δεν έχει βάση αλήθειας[24].

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Nestor, The Russian Primary Chronicle: Laurentian Text σελ.76, Samuel Hazzard Cross, Olgerd P. Sherbowitz-Wetzor, Mediaeval Academy of America (1953)
  2. McCabe, Joseph (1913). The empresses of Constantinople. R.G. Badger. σελ. 140. OCLC 188408. «(Theophano) came from Laconia, and we may regard her as a common type of Greek.» 
  3. Diacre, Léon le – Talbot, Alice-Mary – Sullivan, Denis F. (2005). The History of Leo the Deacon: Byzantine Military Expansion in the Tenth Century. Dumbarton Oaks. σελ. 99 - 100. ISBN 0884023249. «Nikephoros himself claimed that he wished to maintain his customary moderate lifestyle unaltered, avoiding cohabitation with a wife..And he took in marriage the wife of Romanos, who was distinguished in beauty, and was indeed a Laconian woman.» 
  4. Bury, John Bagnell – Gwatkin, Henry Melvill – Whitney, James Pounder – Tanner, Joseph Robson - Previté-Orton, Charles William - Brooke, Zachary Nugent (1923). The Cambridge medieval history. Camb. Univ. Press. σελ. 67-68. OCLC 271025434. «The new ruler, Romanus II… took possession of the government, or rather handed it over to his wife Theophano. We have already seen who this wife was. The daughter of Craterus, a poor tavern-keeper of Laconian origin, she owed the unhoped-for honour of ascending the throne solely to her beauty and her vices.» 
  5. Durant, Will – Durant, Ariel (1950). The Story of Civilization: The age of Faith; a history of medieval civilization - Christian, Islamic, and Judaic - from Constantine to Dante: A.D. 325-1300.. Simon and Schuster. σελ. 429. OCLC 245829181. «Perhaps Romanus II (958-63) was like other children, and did not read his father's books. He married a Greek girl, Theophano; she was suspected of poisoning her father-in-law and hastening Romanus' death» 
  6. Nicol, Donald MacGillivray (1992). Byzantium and Venice: A Study in Diplomatic and Cultural Relations. Cambridge University Press. σελ. 44. ISBN 0521428947. «Basil II was aware that Otto had been made susceptible to Byzantine influence and ideas by his Greek mother Theophano.» 
  7. Hyslop, R. (2008). Varangian. Cuthan Books. σελ. 545. ISBN 0955871824. «Theophana, a Greek inn-keeper's daughter, married the emperor Romanus II in 958. She was alleged to have murdered this husband to marry the general Nicephorus» 
  8. Goodacre, Hugh George (1957). A handbook of the coinage of the Byzantine Empire. Spink. σελ. 203. OCLC 2705898. «Theophano, in spite of her accomplishments, was but of the humblest birth…she came from Laconia, no doubt bringing with her thence the peerless beauty of the Greek type. Romanus II and Theophano were married about the year 956» 
  9. Timothy E. Gregory, A History of Byzantium σελ. 225, Blackwell Publishing (2005) ISBN 0-631-23512-4
  10. Η σχέση μεταξύ των δύο στρατηγών είναι ενδιαφέρουσα: ο Φωκάς έπαιξε καθοριστικό ρόλο στην καταστολή της εξέγερσης του Σκληρού (979), αλλά όταν αργότερα επαναστάτησε ο ίδιος, ο Σκληρός επέστρεψε από την εξορία του για να υποστηρίξει τον παλιό του εχθρό. Όταν ο Φωκάς έπεσε νεκρός από το άλογό του στη μάχη, ο Σκληρός ανέλαβε την ηγεσία της εξέγερσης πριν αναγκαστεί να παραδοθεί ο ίδιος στον Βασίλειο (989). Ο Βασίλειος τον άφησε να ζήσει και του απένειμε τον τίτλο του κουροπαλάτου, αλλά ο Σκληρός πέθανε τυφλός, ίσως λόγω ασθένειας, αν και μπορεί να τιμωρήθηκε με τύφλωση.
  11. Μιχαήλ Ψελλός, Χρονογραφία: "πανοῦργον εἰσηγεῖται γνώμην͵ καθαιρεῖν μὲν τὰς ὑπερόγκους ἀρχὰς͵ καὶ μηδένα τῶν ἐν στρατείαις ἐᾶν πολλῶν εὐπορεῖν͵ κατατρύχειν τε ἀδίκοις εἰσπράξεσιν͵ ἵνα τοῖς ἑαυτῶν ἀσχολοῖντο οἴκοις͵ γυναῖκά τε εἰς τὰ βασίλεια μὴ εἰσαγαγεῖν͵ καὶ μηδενὶ πρόχειρον εἶναι͵ μήτε τῶν ἐν ψυχῇ βουλευμάτων πολλοὺς ἔχειν εἰδήμονας".
  12. Τζον Τζούλιους Νόριτς, Βυζάντιο - Το Απόγειο σελ. 251, Intered (1997)
  13. Ο Γάλλος βυζαντινολόγος Γκυστάβ-Λεόν Σλυμπερζέ γράφει σχετικά: Η της αφίξεως του βασιλέως φοβερά αγγελία βουτώ αιφνιδίως επισκήψαντος υπήρξε κεραυνός διά τον Αιγύπτιον στρατηγό. Βουτώ δε εταράχθη εκ της τρομεράς από Βορρά περιελθούσης αυτώ ειδήσεως αυτός ο πιστεύων ότι ωρών μόνον εσκέφθη πλέον, να φύγη. Διότι κατέπληξεν αυτόν ο μέγας ούτος των Ρούμ αυτοκράτωρ, όστις διασχίσας εν καλπασμώ ως εκ θαύματος μετά του στρατού αυτού ολόκληρον την αυτοκρατορίαν του ευρίσκετο ήδη εν αποστάσει πορείας ολίγων μόνο ωρών και δή, ότε επίστευεν ότι διετέλει ων εν μέση Βουλγαρία. Πιθανώς δέ εν τη καταπτοήσει επί τοις πρώτοις αγγέλμασι το πλήθος του Ελληνικού στρατού εμεγαλύνθη υπερμέτρως. Αυθωρεί λύσας την πολιορκίαν της πόλεως, ης επί τοσούτους μήνας αντεποιείτο και δι'ην τοσούτους είχε θυσιάσει στρατιώτας.
  14. Πολλοί τοποθετούν λανθασμένα τη μάχη κοντά στη Λάρισα και κατά το έτος 987. Στην πραγματικότητα η μάχη διεξήχθη στις 17 Αυγούστου του 986 κοντά στο σημερινό Ιχτιμάν της Βουλγαρίας.
  15. Τζον Τζούλιους Νόργουιτς, Ιστορία της Βενετίας σελ. 158, Φόρμιγξ (1993)
  16. Τζορτζ Φίνλεϋ, Ιστορία της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας από το 716 έως το 1453, W. Blackwood (1856)
  17. Κωστής Παλαμάς, Η φλογέρα του Βασιλιά, Λόγος έχτος
  18. Κωστής Παλαμάς, Η φλογέρα του Βασιλιά, Λόγος Έβδομος,'Ογδοος και Ένατος σσ.83-116,Εκδ. γράμματα, 1993
  19. Γουόρεν Τρέντγκολντ, A History of Byzantine State and Society σελ. 528-529, Palo Alto, CA: Stanford University Press (1997) ISBN 0-8047-2630-2
  20. Μιχαήλ Ψελλός: Στους περισσότερους ανθρώπους της γενιάς μας έδινε την εντύπωση του στρυφνού και άξεστου στη συμπεριφορά ανθρώπου, οξύθυμου, επίμονου, λιτοδίαιτου, που αποστρέφονταν κάθε είδους μαλθακότητα. Εγώ ο ίδιος συμπέρανα πως δεν ήταν καθόλου έτσι κατ' αρχάς, αλλά από μια ζωή φιλήδονη και τρυφηλή, μεταβλήθηκε σε άνθρωπο ενεργητικότατο, σα να εστύφησαν το χαρακτήρα του οι περιστάσεις, και αποδυνάμωσαν τη χαυνότητα.
  21. Ρόντερικ Μπήτον Εισαγωγή στη Νεότερη Ελληνική Λογοτεχνία σελ. 104, Oxford University Press (1999)
  22. Κώστας Κυριαζής, Βασίλειος ο Βουλγαροκτόνος, εκδόσεις Εστία (2000) ISBN 960-05-0190-4
  23. Alexander Kiossev, Heroes Against Sweets. The Split of National and "Anthropological" cultures in South - East Europe, Understanding the Balkans
  24. Πολ Στήβενσον, Ο θρύλος του Βασιλείου του Βουλγαροκτόνου, μετάφραση: Νίκος Παπαδάκης, Μαρτίνα Κόφφα, εκδόσεις Ενάλιος (2007) ISBN 978-960-536-253-9

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Μιχαήλ Ψελλός, Χρονογραφία, εκδόσεις Άγρα (1993) σε μετάφραση Αλόη Σιδέρη ISBN 960-325-058-9
  • Γκυστάβ-Λεόν Σλυμπερζέ (Schhlumerger), «Βυζαντινή Εποποιία», τόμ Α΄, 1896-1905
  • Ιστορία Ελληνικού Έθνους, Τόμος 11ος- Κωνσταντίνος Παπαρρηγόπουλος, εκδ. Κάκτος
  • Κώστας Καρράς, Βασίλειος Β' Βουλγαροκτόνος, 100 Μεγάλοι Έλληνες, εκδόσεις Σκάι (2009) ISBN 978-960-6845-59-8
  • Βασίλης Ρώτας, Βασίλειος ο Βουλγαροκτόνος, Κλασσικά Εικονογραφημένα Νο 1041, Εκδόσεις Μ. Πεχλιβανίδη & Σία, Αθήνα

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Commons logo
Τα Wikimedia Commons έχουν πολυμέσα σχετικά με το θέμα