Βαρβάρα Χαλκιδικής

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Συντεταγμένες: 40°34′12″N 23°39′30″E / 40.5699°N 23.6582°E / 40.5699; 23.6582

Βαρβάρα
Περιφέρεια Κεντρικής Μακεδονίας
Νομός Χαλκιδικής
Δήμος Αρναίας
Πληθυσμός 571 (2001)
Υψόμετρο 550 m
Είσοδος στη Βαρβάρα.
Άποψη του χωριού.

Η Βαρβάρα είναι χωριό και ομώνυμο δημοτικό διαμέρισμα (έκτασης γύρω στα 90.300 στρ.) του Δήμου Αρναίας με 571 και 639 μόνιμους κατοίκους αντίστοιχα, σύμφωνα με την πληθυσμιακή απογραφή του 2001.[1] Είναι κτισμένο στα βορειοανατολικά του νομού, μέσα σε δάσος.

Στο χωριό λειτουργούν Δημοτικό σχολείο και νηπιαγωγείο. Κύρια ασχολία είναι η κτηνοτροφία. Πολλοί από τους κατοίκους ασχολούνται με την υλοτομία, ενώ δραστηριοποιείται γυναικείος συνεταιρισμός, που παράγει γλυκά κουταλιού και τραχανά. Ενεργός είναι και πολιτιστικός σύλλογος. Στα αθλητικά, δραστηριοποιείται η ποδοσφαιρική ομάδα με το όνομα Αετός Βαρβάρας, που αγωνίζεται στη β΄ ερασιτεχνική κατηγορία του πρωταθλήματος της Ε.Π.Σ. Χαλκιδικής. Πανηγυρίζει στις 4 Δεκεμβρίου, κατά την εορτή της Αγίας Βαρβάρας. Το κυρίως πανηγύρι γίνεται στον κεντρικό ναό του Αγίου Γεωργίου, ενώ τον Απρίλιο και τον Ιούλιο λαμβάνουν χώρα τριήμερες πολιτιστικές εκδηλώσεις.

Διοικητικά όρια του χωριού[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η ευρύτερη περιοχή της Βαρβάρας συνορεύει ανατολικά, με τον Στρυμονικό κόλπο και την κτηματική περιοχή του Δημοτικού Διαμερίσματος Ολυμπιάδος Χαλκιδικής. Νότια, με την κτηματική περιοχή του Δημοτικού Διαμερίσματος Σταγίρων, Νεοχωρίου και Αρναίας Χαλκιδικής. Δυτικά, με το Δημοτικό Διαμέρισμα του Στανού Χαλκιδικής και Μοδίου Θεσσαλονίκης. Βόρεια, με το Δημοτικό Διαμέρισμα Άνω Σταυρού και Σταυρού Θεσσαλονίκης.

Τουρισμός[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το δάσος της Βαρβάρας.

Το Δημοτικό διαμέρισμα Βαρβάρας διαθέτει 90.300 στρέμματα, μέσα στα διοικητικά όριά του, με ένα δάσος στο οποίο ζουν πολλά είδη ζώων και 2 καταρράκτες στη θέση Κηπουρίστρα-Νεροπρίονο. Τα νερά στα βουνά της Βαρβάρας είναι άφθονα. Εκτός από τους καταρράκτες υπάρχουν και οι Πέντε Βρύσες-Κρασονέρι, Κρυονέρι, Μαυρόλακας.

Στο Δημοτικό διαμέρισμα της Βαρβάρας γίνονται προσπάθειες για μεγαλύτερη ανάπτυξη του αγροτουρισμού, τα τελευταία χρόνια, με 1 δημοτικό ξενώνα και 2 ιδιωτικά καταλύματα, ενώ η περιοχή Γαβράδια συνδυάζει βουνό και θάλασσα. Η ιδιωτική νησίδα Καυκανάς αποτελεί τμήμα του Δ.δ. της ορεινής Βαρβάρας, που είναι το μόνο διαμέρισμα του Δήμου Αρναίας το οποίο βρέχεται από τη θάλασσα του Στρυμονικού Κόλπου.

Δ.Δ.Βαρβάρας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο πληθυσμός της Βαρβάρας κατά την απογραφή του έτους 2001 ήταν 712 μόνιμοι κάτοικοι και κατανέμεται ως εξής:[εκκρεμεί παραπομπή]

Δημοτικό διαμέρισμα Βαρβάρας (712):

  • Βαρβάρα (613)
  • Καλύβια Βαρβάρας
  • Χρυσή Ακτή (53)
  • Καυκανάς (ακατοίκητη νησίδα) (0)

Τα Καλύβια Βαρβάρας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Πρόκειται για πολύ παλιό οικισμό που βρίσκεται στην πεδινή κτηματική περιοχή του Δ.δ. της Βαρβάρας κοντά στο Δ.δ. της Ολυμπιάδας Χαλκιδικής. Πριν τη δεκαετία του 1970, ο οικισμός έσφυζε από ζωή, διότι οι κάτοικοι της Βαρβάρας είχαν χτισμένες καλύβες για να διαμένουν εκεί κατά τους θερινούς κυρίως μήνες του χρόνου. Η παλιά ονομασία των καλυβιών ήταν Ολυμπιάδα όπως το παραθαλάσσιο χωριό κοντά στα Καλύβια, αλλά, όταν ήρθαν οι πρόσφυγες από την Αγία Κυριακή της Μ. Ασίας, διεκδίκησαν τη συγκεκριμένη ονομασία ως νεοσύστατη κοινότητα τότε. Οι κάτοικοι της Βαρβάρας αποκαλούσαν και αποκαλούν την ευρύτερη περιοχή των Καλυβιών με την ονομασία Λιμπσάσντα δηλαδή Ολυμπιάδα στην τοπική διάλεκτο.

Από τη δεκαετία του 1970, αρχίζει η ερήμωση των καλυβιών και λόγοι διάφοροι, όπως ο σύγχρονος τρόπος ζωής, ανάγκασαν τις αγροτικές οικογένειες να μετακινηθούν στη Βαρβάρα, ενώ εκείνη ακριβώς τη περίοδο κατασκευάζεται δίπλα από τα Καλύβια Βαρβάρας εργοστάσιο μεταλλουργίας της Ολυμπιάδας Χαλκιδικής. Στα μέσα της δεκαετίας του 1970, δημιουργείται λίμνη τελμάτων και το Δημόσιο υποχρεώνει τους κατοίκους σε απαλλοτρίωση 1600 στρεμμάτων γης από το Δ.δ. της Βαρβάρας για τη δημιουργία της. Σήμερα στα Καλύβια της Βαρβάρας διαμένουν 2-3 αγροτικές οικογένειες οι οποίες συντηρούν τον οικισμό.

Ονομασία του χωριού[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η επικρατέστερη εκδοχή είναι ότι το χωριό πήρε την ονομασία του από την Αγία Βαρβάρα, ναός της οποίας κτίστηκε το 1875. Η άλλη εκδοχή κάνει λόγο για το όνομα βασίλισσας η οποία διοικούσε το χωριό.

Πριν από την Τουρκοκρατία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στην τοποθεσία Ρετσίνη ανακαλύφθηκε νόμισμα της εποχής του αυτοκράτορα Αναστασίου (491-518 μ.Χ.), μαζί με παλαιοχριστιανικά λυχναράκια από πηλό και γυναικεία σκουλαρίκια από ασήμι. Τα κτίσματα αυτά καταστράφηκαν από Σλάβους κατά την παρακμή του Βυζαντίου και εγκαταλείφθηκαν με την εγκατάσταση των Γιουρούκων στην περιοχή, γύρω στον 14ο αιώνα. Χαλάσματα αλλά και μεγάλα πιθάρια έχουν βρεθεί διάσπαρτα σε διάφορες τοποθεσίες (Γλαβίνα, Δρεβενίκος, Ζέρναβο) και τρία κάστρα περιτριγυρίζουν το χωριό, που προστάτευαν τις δραστηριότητες επεξεργασίας του μεταλλεύματος κλείνοντας τα τρία περάσματα: το Ασαάρ προς την Εγνατία οδό και τις λίμνες, το κάστρο στο Ζέρναβο προς την Ολυμπιάδα και ο Δρεβενίκος προς Αρναία, τα Στάγειρα, την Ιερισσό.

Τουρκοκρατία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η περιοχή γνώρισε μέρες ακμής από το 1530, αφότου δηλαδή ο σουλτάνος Σουλεϊμάν Α' αναδιοργάνωσε τα μεταλλεία της αυτοκρατορίας. Υπολογίζεται ότι στα μέσα του 16ου αιώνα κάθε μήνα ο σουλτάνος έπαιρνε από τα μεταλλεία κατά μέσο όρο μετάλλευμα αξίας 18.000-30.000 περίπου χρυσών νομισμάτων. Οι εργασίες όμως έπαψαν, όπως φανερώνει φιρμάνι του 1580 προς τον καδή του τόπου, με το οποίο υποχρεωνόταν αυτός να θέσει και πάλι σε ενέργεια τα μεταλλεία και να στείλει άφθονα νομίσματα στην Κωνσταντινούπολη. Στα Σιδηροκαύσια λοιπόν, υπήρχε και νομισματοκοπείο αργυρών νομισμάτων, το οποίο μάλιστα λειτουργούσε από την εποχή του Μουράτ Β' (1421-1451).

Κατά τη διάρκεια του 16ου αιώνα, μεταναστεύουν στην περιοχή Αγραφιώτες και Βορειοηπειρώτες, αλλά και Βούλγαροι χωρικοί ή εργάτες, ενισχύοντας τα υπολείμματα των παλαιών σλαβικών οικισμών. Τότε δημιουργήθηκαν τα νέα σλαβικά τοπωνύμια της περιοχής (π.χ. Νόβο Σέλο που σημαίνει Νέο χωριό). Στα Μαδεμοχώρια, κατά τη διάρκεια της Τουρκοκρατίας λοιπόν παρατηρήθηκε συρροή ατόμων από διαφορές εθνότητες: Ελλήνων, Σέρβων, Τούρκων, Κροατών, Γερμανών, Εβραίων, ιδίως Βουλγάρων μεταλλωρύχων, για την εκμετάλλευση των εκεί μεταλλείων.

Τα Μαδεμοχώρια ήταν δώδεκα και ήταν τα εξής: Γαλάτιστα, Βάβδος, Ραβνά, Στανός, Βαρβάρα, Λιαρίγκοβη, Νοβοσέλο, Μαχαλάς, Ίσβορος, Χωρούδα, Ρεβινίκια και Ιερισσός, με πρωτεύουσα τη Λιαρίγκοβη (τη σημερινή Αρναία) [2]. Από ένα φιρμάνι του Απριλίου του 1705, μαθαίνουμε ότι οι ραγιάδες των Μαδεμοχωρίων ζήτησαν να παραχωρηθεί σ’ αυτούς η εκμετάλλευση του μεταλλείου, υπό τον όρο να πληρώνονται τα ημερομίσθιά των όπως και πριν και με την υποχρέωση:

    ...να φυλάξουν το μεταλλείον τούτο και τα εξαρτήματά του από την προσβολήν των επικατάρατων εχθρών και από δολίας ενεργείας των ιδίων, εις τρόπον ώστε ουδείς να ζημειώσει ή να επιφέρει βλάβην εις αυτό…Εάν οι καταχθόνιοι εχθροί ήθελαν πιθανώς προξενήσει βλάβας και ζημείας εις το μεταλλείον και στα εξαρτήματά του και τούτο κατεστρέφετο ή ειρημούτο, δέχονται να εισπραχθούν παρ αυτών όλα τα υπό του δημοσίου καταβληθέντα μέχρι τούδε χρηματικά ποσά δια την βελτίωσιν του μεταλλείου.    

Τα προνόμια που κατά καιρούς είχαν δοθεί στους μεταλλωρύχους ανανεώθηκαν, όπως προκύπτει από ένα άλλο φιρμάνι του 1733, που απευθύνεται προς τον καδή της Θεσσαλονίκης. Σύμφωνα με αυτό, οι κάτοικοι των Μαδεμοχωρίων:

    ...ήταν απηλλαγμένοι φόρων και δεν έπρεπε να ζητώνται παρ’ αυτών παράτων βαλίδων της Ρούμελης και των μουτεσαριφών της Θεσσαλονίκης εν καιρώ ειρήνης και εν καιρώ πολέμου συνδρομαί εκστρατείας, τέλη επιθεωρήσεως εκκλησιών και βιγλών, έξοδα βιλαετίου και υπό άλλας προφάσεις χρήματα, μηδέ να προσάγωνται εις την Θεσσαλονίκην αλλά δια του διευθυντού του μεταλλείου να δικάζονται ενώπιον του ιεροδίκου του δήμου Μαντεμοχωρίων.    

Στη περιοχή είχε την έδρα του αξιωματούχος με τον τίτλο Madem-Emini, ο οποίος είχε στην διάθεσή του στρατιωτική δύναμη για την φύλαξη του μεταλλείου αλλά, παρά την πολιτική και αστυνομική εξουσία που εξασκούσε, δεν είχε το δικαίωμα να επεμβαίνει στα εσωτερικά της κοινότητας. Καθένα από τα δώδεκα χωριά είχε τη δική του ξεχωριστή κοινοτική διοίκηση, εξέλεγαν δώδεκα προεστούς έναν από κάθε χωριό, και αυτοί τους τέσσερις βεκίλειδες που συγκροτούσαν την κεντρική διοίκηση. Παρά το γεγονός όμως ότι η ομοσπονδία των χωριών αυτών είχε απαλλαγεί από ορισμένα βάρη, η υποχρέωσή της να καταβάλει κάθε χρόνο στην Υψηλή Πύλη 220 οκάδες καθαρό ασήμι και να καλύπτει την διατροφή του Madem-Emini και των στρατιωτών του, δημιουργούσε αφόρητη συχνά κατάσταση. Επανειλημμένες αναφορές των κατοίκων προς την Πύλη μαρτυρούν τις προσπάθειες που κατέβαλλαν για την διασφάλιση των προνομίων τους από την αυθαιρεσία και την αρπακτικότητα των Τούρκων αξιωματούχων.

Επανάσταση και πυρπόληση χωριού[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η σημαία της επανάστασης υψώθηκε στα Μαντεμοχώρια στις 3 Ιουνίου του 1821, με πρωτοστάτες τον Δουμπιώτη και τον Αν. Χιμευτό. Δημιουργήθηκε σώμα αντίστασης με άνδρες από τα Μαδεμοχώρια και 2.000 περίπου μοναχούς του Άθω με αρχηγό τον Εμμανουήλ Παππά. Βλέποντας τον κίνδυνο του Χατζή Μεχμέτ Μπαϊράμ Πασά, που κατέβαινε από τα στενά της Ρεντίνας προς την Αρναία τα γυναικόπαιδα της Βαρβάρας κατευθύνθηκαν προς το Άγιο Όρος, κουβαλώντας τις εικόνες των εκκλησιών τους. Καίγοντας τα ελληνικά χωριά και σφάζοντας τους κατοίκους οι Τούρκοι πέρασαν στην Αρναία. Όμως τη Βαρβάρα την βρήκαν έρημη. Ήταν τότε που στην τοποθεσία Καζίμπ (που σημαίνει τόπος μαρτυρίου), προς τον Δρεβενίκο, σύμφωνα με την παράδοση έσφαξαν ένα κοπάδι πρόβατα και στερέωσαν τα κεφάλια τους σε στημένα κουτσούπια (κούτσουρα) προς παραδειγματισμό των ραγιάδων. Το χωριό κάηκε ολόκληρο, εκτός από ένα σπίτι που διατήρησαν οι Τούρκοι για να εξυπηρετούνται οι ίδιοι. Μετά την καταστροφή, πολλοί αγωνιστές συνέχισαν τη δράση τους στη Νότια Ελλάδα, όπως ο Γεώργιος Αστερίου.

Η Βαρβάρα στο Μακεδονικό Αγώνα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το σώμα του Αθανάσιου Μινόπουλου

Στον Μακεδονικό Αγώνα, η Βαρβάρα πήρε μέρος με τον Μακεδονομάχο Αθανάσιο Μινόπουλο του Μίνου.

Εμφύλιος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κατά τον Εμφύλιο πόλεμο το φθινόπωρο του 1947, οι κάτοικοι της Βαρβάρας υποχρεώθηκαν από το Ελληνικό κράτος να εγκαταλείψουν το χωριό τους και να εγκατασταθούν στα γύρω χωριά, κυρίως Νεοχώρι, Παλαιοχώρι, Αρναία.

Με τη λήξη του εμφυλίου την άνοιξη του 1950, οι κάτοικοι επέστρεψαν στο χωριό. Το 1918, όταν πρωτοϊδρύθηκε η κοινότητα Βαρβάρας, αποτελούνταν από τους συνοικισμούς Βαρβάρα, Ολυμπιάδα και Πραβίτα (συνοικισμός κοντά στα Βραστά). Αργότερα, το 1924, ο οικισμός Πραβίτα αποσπάστηκε και υπάχθηκε στη Λιαρίγκοβη. Το 1922, κοντά στον οικισμό Ολυμπιάδα εγκαταστάθηκαν πρόσφυγες από την Μικρά Ασία. Το 1940, τον οικισμό αυτόν τον ονόμασαν Ολυμπιάδα και ο παλιός συνοικισμός Ολυμπιάδας μετονομάστηκε σε Καλύβια Βαρβάρας. Τα Καλύβια Βαρβάρας απέχουν από την Ολυμπιάδα μόλις 2 χλμ και κατοικούνται από λιγοστούς κτηνοτρόφους.

Υποσημειώσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Δήμητρα Παπαδοπούλου, Συγκριτική Θεωρία Μορφών και Ρυθμών (1991)
  • Σειρά περιοδικών «Τα Νέα της Βαρβάρας», έκδοση του Συλλόγου Βαρβαριωτών.
  • Μελέτη ίδρυσης και λειτουργίας Ελεγχόμενης Κυνηγετικής Περιοχής της κοινότητας Βαρβάρας Χαλκιδικής (του Δασολόγου Κωνσταντίνου Μ. Βαρβαλέκα)
  • Ευαγγελίας Μαραγκού, Ιστορία του χωριού Βαρβάρας Χαλκιδικής (1993)
  • Aσπρούλα Πολύζου, Εργασία στο μάθημα Τουριστική Γεωγραφία Ελλάδος
  • Tα Nέα της Βαρβάρας