Βάντα Λάντοβσκα

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Η Βάντα Λάντοβσκα το 1907

Η Βάντα Λάντοβσκα [πολωνικά: Wanda Landowska] (5 Ιουλίου 1879 - 16 Αυγούστου 1959) ήταν Πολωνή (αργότερα πολιτογραφήθηκε ως Γαλλίδα πολίτης) τσεμπαλίστα, της οποίας οι παραστάσεις, διδασκαλία, ηχογραφήσεις και τα γραπτά της έπαιξαν μεγάλο ρόλο στην αναβίωση της δημοτικότητας του τσέμπαλου στις αρχές του 20ου αιώνα. Ήταν η πρώτη που ηχογράφησε τις "Παραλλαγές Γκόλντμπεργκ" του Γιόχαν Σεμπάστιαν Μπαχ στο τσέμπαλο (1931).

Βιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Λάντοβσκα γεννήθηκε στη Βαρσοβία· ο πατέρας της ήταν δικηγόρος, και η μητέρα της γλωσσολόγος, η οποία μάλιστα μετέφρασε το έργο "Μαρκ Τουέιν" στα Πολωνικά. Ξεκίνησε να παίζει πιάνο στην ηλικία των τεσσάρων, και σπούδασε στο Ωδείο της Βαρσοβίας με τους Γιαν Κλεζίνσκι (Jan Kleczynski) και Αλεξάντερ Μιχαλόβσκι (Aleksander Michałowski). Σπούδασε επίσης σύνθεση με τον Χάινριχ Ούρμπαν (Heinrich Urban) στο Βερολίνο, αλλά κατά δήλωσή της ήταν "ανυπότακτη στους κανόνες". Μετά το γάμο της με τον Πολωνό λαογράφο Χένρυ Λεβ (Henry Lew) το 1900 στο Παρίσι, δίδαξε πιάνο στη Schola Cantorum (1900-1912).

Αργότερα δίδαξε τσέμπαλο στην Hochschule für Musik του Βερολίνου (1912-1919). Το έντονο ενδιαφέρον της για τη μουσικολογία -ιδιαιτέρως για τα έργα των Μπαχ, Κουπρέν και Ραμώ- την οδήγησε να περιοδεύσει τα μουσεία της Ευρώπης, εξετάζοντας αυθεντικά πληκτροφόρα όργανα. Μάλιστα απέκτησε κάποια παλαιά πληκτροφόρα, ενώ κατασκευάστηκαν κάποια σύγχρονα όργανα, κατόπιν παραγγελίας της, από τους κατασκευαστές Πλεϋέλ και Σια (Pleyel et Companie). Τα περισσότερα απ' αυτά επρόκειτο για μεγάλα τσέμπαλα 16 ποδών (μια οκτάβα χαμηλότερα από τον φυσιολογικό τόνο), με πολλά κατασκευαστικά στοιχεία του σύγχρονου πιάνου. Τα όργανα αυτά έχουν εκπέσει εντελώς από την αισθητική αντίληψη της μουσικής μπαρόκ τις τελευταίες δεκαετίες. Μετά τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο ήταν η πρώτη που αναβίωσε την εκτέλεση του συνεχούς βάσιμου με τσέμπαλο, παίζοντας στα "Κατά Ματθαίον Πάθη" του Μπαχ, στη Βασιλεία της Ελβετίας, όπου έδινε σεμινάρια.

Ίδρυσε την Σχολή Παλαιάς Μουσικής (École de Musique Ancienne) στο Παρίσι το 1925: από το 1927, το σπίτι της στο Σαιν-Λε-λα-Φορέ (Saint-Leu-la-Forêt) έγινε κέντρο μελέτης και ερμηνείας της παλιάς μουσικής. Κατά την εισβολή του γερμανικού στρατού στη Γαλλία, η Λάντοβσκα -Εβραία στην καταγωγή- διέφυγε με τη βοηθό και σύντροφό της Ντενίζ Ρεστού (Denise Restout). Το 1940 τη βρίσκει να περιοδεύει στη νότια Γαλλία, ενώ αργότερα εξέπλευσε από τη Λισαβόνα για τις Ηνωμένες Πολιτείες. Έφθασε στη Νέα Υόρκη στις 7 Δεκεμβρίου 1941. Το σπίτι στο Σαιν-Λε λεηλατήθηκε, μουσικά όργανα, χειρόγραφα και βιβλία εκλάπησαν (φημολογείται πάνω από 10.000 τόμοι), αφήνοντάς τη ουσιαστικά χωρίς περιουσιακά στοιχεία. Το 1949 εγκαταστάθηκε στην πόλη Λέικβιλ (Lakeville) του Κονέκτικατ και άρχισε μια νέα καριέρα ως εκτελέστρια και καθηγήτρια μουσικής στις Ηνωμένες Πολιτείες, κάνοντας συνάμα και εκτεταμένες περιοδείες. Η σύντροφός της, Ντενίζ Ρεστού, ήταν εκδότης και μεταφραστής των γραπτών της για τη μουσική, συμπεριλαμβανομένων των Musique Ancienne ("Παλαιά Μουσική") και Landowska on Music ("Η Λάντοβσκα για τη Μουσική").

Αν και έχει ασκηθεί σφοδρή κριτική στην ερμηνεία της, η Λάντοβσκα θεωρείται πρωτοπόρος στην αναβίωση του τσέμπαλου και της προκλασσικής μουσικής στον 20ό αιώνα. Ο τρόπος ερμηνείας της χαρακτηρίζεται σφριγηλός και ζωντανός, εν αντιθέσει με την εύθραυστη και λεπτεπίλεπτη όψη της ιδίας. Σε πολλές ηχογραφήσεις της διαφαίνεται μια υπερβολική χρήση ρεγκίστρων, κάτι που οφείλεται εν πολλοίς στα κριτήρια της εποχής της και τα διαθέσιμα όργανα. Αρκετοί μαθητές της εξελίχθηκαν σε αξιόλογους και διάσημους εκτελεστές, ενώ τα γραπτά της συνέβαλαν στην κατανόηση ενός ξεχασμένου -εν πολλοίς- μουσικού κόσμου. Επιπλέον, συνέβαλε στην ανάπτυξη σύγχρονων τεχνικών εκτέλεσης στο τσέμπαλο, ιδίως όσον αφορά τους δακτυλισμούς και την ποικιλία στην άρθρωση. Αρκετά νέα έργα γράφτηκαν γι 'αυτήν: το El retablo de maese Pedro του Μανουέλ ντε Φάλια (το κουκλοθέατρο του Μαστρο-Πέτρου), σηματοδότησε την επιστροφή του τσέμπαλου στη σύγχρονη ορχήστρα. Ο ντε Φάλια έγραψε αργότερα ένα κοντσέρτο για τσέμπαλο, το οποίο και τής αφιέρωσε, όπως και ο Φρανσίς Πουλένκ με το "Αγροτικό" του Κοντσέρτο (concert champêtre).

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Salter L. The New Grove Dictionary of Music and Musicians London, 1995

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]