Βάλτερ Κριστάλλερ

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

O Βάλτερ Κριστάλλερ (Walter Christaller, 21 Απριλίου 1893 - 9 Μαρτίου 1969), ήταν Γερμανός γεωγράφος του οποίου κύρια θεωρητική συμβολή αποτελεί η Θεωρία Κεντρικών Τόπων[1], που πρωτοδημοσιεύθηκε το 1933. Αυτή η πρωτοποριακή θεωρία ήταν θεμελιώδης για την μελέτη των πόλεων ως συστήματα πόλεων, αντί για απλές ιεραρχίες ή αυτόνομες οντότητες.

Η ζωή του[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

O Βάλτερ Κριστάλλερ γεννήθηκε στο Berneck της Γερμανίας στις 21 Απριλίου 1893. Πριν από το 1914, ο Κριστάλλερ σπούδασε φιλοσοφία και πολιτική οικονομία και εν συνεχεία υπηρέτησε στο στρατό. Αργότερα κατά τη δεκαετία του '20, ακολούθησε ποικίλα επαγγέλματα. Το 1929 συνέχισε ακαδημαϊκές μελέτες που οδήγησαν στη διάσημη διατριβή του "Θεωρία Κεντρικών Τόπων" το 1933 (Μεταφράστηκε στα Αγγλικά το 1966). Στο τέλος της δεκαετίας του '30 κράτησε έναν βραχύβιο ακαδημαϊκό διορισμό στο Πανεπιστήμιο του Φρειβούργου [1] και διατέλεσε το διάστημα 19371940 βοηθός στο τοπικό επιστημονικό Ινστιτούτο, με τον καθηγητή και μέλος του NSDAP, Theodor Maunz. Κατά τη διάρκεια του Β' Παγκοσμίου Πολέμου, μετακινήθηκε στην κυβερνητική υπηρεσία στο γραφείο προγραμματισμού και εδαφών του Χίμλερ. Αρμοδιότητα του Κριστάλλερ ήταν να συνταχτούν τα σχέδια για τη μετατροπή της οικονομικής γεωγραφίας των ανατολικών κατακτήσεων της Γερμανίας ("γενικό σχέδιο της ανατολής") - πρώτιστα για τις Τσεχοσλοβακία και Πολωνία, και σε περίπτωση που ήταν επιτυχημένα, την ίδια την Ρωσία. Στο Κριστάλλερ δόθηκε η ειδική ευθύνη προγραμματισμού της Πολωνίας, και το έκανε χρησιμοποιώντας την Θεωρία Κεντρικών Τόπων του ως ρητό οδηγό. [2] Μετά από τον πόλεμο προσχώρησε στο Γερμανικό Κομμουνιστικό Κόμμα και έγινε πολιτικά ενεργός. Επιπλέον, αφιερώθηκε στη γεωγραφία του τουρισμού και ίδρυσε το 1950 μαζί με τον Emil Meynen τη Γερμανική Ομοσπονδία εφαρμοσμένης Γεωγραφίας (DVAG). Πέθανε στις 9 Μαρτίου 1969 στην πόλη Königstein.

Η Θεωρία των Κεντρικών Τόπων[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

K=3 Principle

Η Θεωρία των Κεντρικών Τόπων προσπαθεί να εξηγήσει το μέγεθος και τη διάταξη των οικισμών στο χώρο. Η θεωρία υποθέτει ότι σε μια ομοιογενή περιοχή (αγγλικά:abstract space) χωρίς οικονομικούς ή άλλους περιορισμούς, υφίστανται μοτίβα που ερμηνεύουν / καθορίζουν τον αριθμό, το μέγεθος και την (χωρική) κατανομή των πόλεων. Η θεωρία ενδιαφέρεται για τις πόλεις μόνο ως αγορές, και δεν λαμβάνει υπόψη εξειδικευμένους οικισμούς όπως π.χ. οικισμούς που αναπτύσσονται γύρω από ένα ορυχείο ή οικονομίες κλίμακας. Οι παράγοντες αυτοί ενσωματώθηκαν σε μεταγενέστερα υποδείγματα χωροταξικής ανάλυσης από άλλους ερευνητές (McDonald, 1997).

Η βασική διαπίστωση ήταν ότι σε συνθήκες όπως αυτές των παραδοχών του Κριστάλλερ, δημιουργούνται πόλεις μεγάλου μεγέθους (κεντρικοί τόποi, ή περιοχές αγοράς), που συγκεντρώνουν ορισμένες αποκλειστικές κεντρικές λειτουργίες ανώτερου επιπέδου. Οι λειτουργίες αυτές εξυπηρετούν τόσο την ίδια την πόλη όσο και έξι μικρότερους κεντρικούς τόπους (ή περιοχές αγοράς), οι οποίοι βρίσκονται στις γωνίες ενός εξαγώνου, με γεωμετρικό κέντρο την μεγαλύτερη πόλη. Οι οικισμοί δεύτερου επιπέδου με την σειρά τους ενσωματώνουν δεύτερου επίπέδου λειτουργίες, που χωροθετούνται μόνο σε αυτές (και στην υπερκείμενη πόλη) και εξυπηρετούν τους οικισμούς αυτούς καθώς και έξι άλλους οικισμούς τρίτου, "χαμηλότερου", επιπέδου.

Δημιουργία των πολυγώνων επιρροής

Η διάταξη σε πολύγωνα, βασίζεται στην αρχή ότι αν δύο ισοδύναμες αγορές ανταγωνίζονται για την ίδια περιοχή επιρροής, σε βάθος χρόνου η ακτίνα επιρροής της κάθε μίας αγοράς, θα φτάνει μέχρι το μισό της απόστασης της από την ανταγωνίστρια αγορά. Συνεπώς, όταν οι κύκλοι επιρροής[3] δύο τέτοιων αγορών αλληλεπικαλύπτονται σε ένα τμήμα τους, το κοινό αυτό τμήμα θα μοιραστεί τελικά διακριτά και ισοδύναμα στις δύο αγορές, με κριτήριο την απόσταση από αυτές.

Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Christaller, W. (1933). Central Places in Southern Germany, Jena, Fischer. English translation by C. W. Baskin, London: Prentice-Hall, 1966.
  • Christaller, W. (1972). How I discovered the Theory of Central Places: A Report about the Origin of Central Places in: P. W. English, R.C. Mayfield (Hrsg.): Man Space and Environment. Oxford Univ. Press, 1972, 601-610.
  • McDonald, J.F. (1997). Fundamentals of Urban Economics. Upper Saddle River, NJ: Prentice Hall

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Christaller, Walter (1933): Die zentralen Orte in Süddeutschland. Gustav Fischer, Jena.
  2. Rössler, Marc (1989): Applied geography and area research in Nazi society: central place theory and planning, 1933-1945. Environment and Planning D: Society and Space 7, 419-431.
  3. όπως αυτοί στην θεωρία του Γιόχαν Χάινριχ φον Τύνεν


Στο λήμμα αυτό έχει ενσωματωθεί κείμενο από το λήμμα Walter Christaller της Αγγλόγλωσσης Βικιπαίδειας, η οποία διανέμεται υπό την GNU FDL και την CC-BY-SA 3.0. (ιστορικό/συντάκτες).