Α΄ Επιστολή Ιωάννη

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
(Ανακατεύθυνση από Α' Επιστολή Ιωάννη)
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Η Α΄ Επιστολή Ιωάννη είναι μία από τις επτά Καθολικές επιστολές της Καινής Διαθήκης.

Περιεχόμενο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Χωρίς εισαγωγικό χαιρετισμό ο συντάκτης της αναφέρεται στην αποστολική μαρτυρία του περί του προσώπου του Ιησού και γράφει στους παραλήπτες με σκοπό να έχουν κι αυτοί κοινωνία με αυτή τη μαρτυρία. Η κοινωνία αυτή συνίσταται στο να μην αμαρτάνουν, στην τήρηση των εντολών, στην αγάπη του αδελφού χωρίς την αμαρτία. Η αγάπη προς τον κόσμο και την αμαρτία είναι κάτι που δεν συμβιβάζεται με την Θεία αγάπη. Όσοι διακηρύσσουν πως ο Ιησούς δεν είναι Χριστός είναι οι αντίχριστοι που θα εμφανιστούν τους έσχατους καιρούς μέσα από τους κόλπους των πιστών. Στη συνέχεια παρουσιάζει τα γνωρίσματα των παιδιών του Θεού: αναμένουν τον Θεό, είναι δίκαιοι και αναμάρτητοι, είναι εμπράκτως φιλάδελφοι, αρνούνται και αποφεύγουν τις αντίχριστες διδασκαλίες των ψευδοπροφητών. Επανέρχεται στο κεντρικό θέμα της αγάπης: ο Θεός αγαπάει τον άνθρωπο και γι αυτό έστειλε τον Υιό του. Από αυτό απορρέει η αγάπη του χριστιανού προς κάθε αδελφό του. Αν δεν αγαπά τον αδελφό του τότε είναι ψεύτικη και η αγάπη προς τον Θεό. Όποιος αγαπά δεν φοβάται και ίσταται με παρρησία στην τελική κρίση. Η επιστολή κλείνει με την υπόδειξη να απευθύνουν κάθε αίτημά τους προς τον Θεό και να προσεύχονται για όσους από τους αδελφούς τους αμαρτάνουν.

Συγγραφέας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η ομοιότητα θεμάτων γλώσσας και ύφους ανάμεσα το 4ο Ευαγγέλιο και την επιστολή αυτή συνηγορούν υπέρ της συγγραφής της από το ίδιο πρόσωπο.[1] Επίσης ο συντάκτης της εμφανίζεται ως αυτόπτης μάρτυρας της ζωής του Χριστού αν και ομιλεί σε πρώτο πληθυντικό πρόσωπο ως εκφραστής της εμπειρίας των αρχικών αυτοπτών μαρτύρων. Η νεότερη έρευνα όμως στάθηκε επιφυλακτική ως προς τις γλωσσικές ομοιότητες με το 4ο Ευαγγέλιο: γραμματικές και συντακτικές διαφορές, απουσία χαρακτηριστικών εννοιών του 4ου Ευαγγελίου, μεταξύ αυτών της ΄΄δόξας’’, σαράντα όρων υπάρχουν μόνο στην επιστολή αυτή, συχνή χρήση αντιθετικών και επεξηγηματικών προτάσεων, απουσία σημιτισμών, μη γλωσσική εξάρτηση από τη μετάφραση των εβδομήκοντα. Οι διαφορές υπάρχουν και σε επίπεδο διδασκαλίας θεολογικής: ο Ιησούς και όχι το Πνεύμα είναι ο άλλος Παράκλητος, συχνή είναι η αναφορά στη σταυρική θυσία του Χριστού, έμφαση στην αγάπη. Όμως ο αντίλογος που διατυπώνεται σε όλες αυτές τις επισημάνσεις είναι ότι οι διαφορές έγκεινται στις διαφορετικές συνθήκες συγγραφής των δύο κειμένων.[2]

Τόπος και χρόνος συγγραφής[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Πρέπει να συντάχθηκε περί τα τέλη του 1ου αιώνα μ.Χ και συγκεκριμένα γύρω στα 95 με 100 μ.Χ. με πιθανό τόπο την Έφεσσο.[3]

Παραλήπτες της επιστολής[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Αυγουστίνος στο υπόμνημα το οποίο συνέταξε στην συγκεκριμένη επιστολή , λέει ότι γράφτηκε ad Parthos[4] κι αυτό το επαναλαμβάνει και ο μαθητής του Ποσσίδιος και άλλοι δυτικοί συγγραφείς και χειρόγραφα τηςΒουλγάτα.[5] Είναι ένα αναπόδεικτο ενδεχόμενο να απευθύνεται στους Χριστιανούς της Παρθίας και της Βαβυλώνας. Η πιο πιθανή ερμηνεία αυτής της αναφοράς είναι ότι πρόκειται για αντιγραφικό λάθος και παρανόηση του τίτλου, ‘’Ιωάννου του παρθένου’’ και γράφτηκε ad Parthos.[4]

Χαρακτήρας κειμένου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Επειδή από το κείμενο απουσιάζουν το σύνηθες προοίμιο με τα στοιχεία του αποστολέα και των παραληπτών, τους σχετικούς χαιρετισμούς προς τους δεύτερους και στο τέλος του οι χαιρετισμοί με τους ασπασμούς και την ευλογία προς τους παραλήπτες έχει θεωρηθεί ως ‘’ εγκύκλια επιστολή’’.[6] Από την άλλη μεριά όμως η προσφώνηση των παραληπτών ως ‘’αγαπητών’’, ‘’τεκνίων μου’’, ‘’παιδιών’’ χωρίς πληροφορίες για το που βρίσκονται της προσδίδει χαρακτήρα εγκύκλιας επιστολής.[7] Οι προσφωνήσεις αυτές όμως δείχνουν πως βρίσκεται σε προσωπική σχέση μαζί τους ο συντάκτης. Επίσης αναφέρεται και στους κινδύνους που αντιμετωπίζουν λόγω της δράσης των αιρετικών. Έτσι «… δεν μπορεί να θεωρηθεί ούτε ένα απλό ‘’γράμμα’’ αλλά και ούτε ως πραγματεία ή ομιλία[…] Από φιλολογική άποψη είναι εντελώς πρωτότυπο κείμενο, χωρίς κάποια αναλογία στα λοιπά βιβλία της Κ.Δ.» Έχει πιο πολύ χαρακτήρα υπόμνησης και παραίνεσης ως προς το περιεχόμενό της. Συνδυάζει δογματικά και ηθικά θέματα και ηθικές παραινέσεις.[8]

Ενότητα του κειμένου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Tην ενότητά της αμφισβήτησαν οι ερευνητές στηριζόμενοι στη απουσία συστηματικότητας στη διάταξη του περιεχομένου και της σπειροειδούς επανάληψης με αντιθετικές προτάσεις των θεμάτων της αγάπης και της ορθής πίστεως. Για παράδειγμα διδάσκει την αναμαρτησία και την άφεση των αμαρτιών συγχρόνως. Άλλοι εκκινώντας από συγκεκριμένες περικοπές της επιστολής, όπως την 2, 29-3,10 ή την 1,5-2,2 που την σπάνε στις 1,5-1,10 και 2,1 -2,2 θεωρούν πως υπήρχε ένα αρχικό κείμενο και μια μεταγενέστερη επεξεργασία του. Άλλοι πάλι θεωρούν πως ο συγγραφέας έχει ταξινομήσει τα θέματά της σε επτάδες και τα επεξεργάζεται σε ύφος αποκαλυπτικό, προφητικό και ομιλητικό. Αυτή η επεξεργασία σε επτάδες έχει εσχατολογικό και αποκαλυπτικό χαρακτήρα. Τέλος, άλλοι θεωρούν πως πρόκειται περί μιας βαπτισματικής κατήχησης η οποία αρχικά επικεντρωνόταν στην προσήλωση των χριστιανών νεοφώτιστων στην αναμαρτησία κι έπειτα και λόγω της διάδοσης στις χριστιανικές κοινότητες διαφόρων γνωστικών διδασκαλιών προσέθεσε και το θέμα της άφεσης των αμαρτιών.[9]

Με την φιλολογική-κριτική ενότητα του κειμένου συνδέεται το χωρίο 4,2-3 όπου αναφέρεται πως μόνο εκείνοι που αναγνωρίζουν τον Ιησού ως πράγματι ενανθρωπήσαντα, ανήκουν στο Θεό. Εκείνοι όμως που κάνουν το αντίθετο είναι του αντίχριστου. Το συγκεκριμένο χωρίο έχει μια παραλλαγή : δεν αναφέρει εκείνον που δεν ‘’παραδέχονται τον Ιησού’’ αλλά στον Ιησού που ‘’χάνει τον Χριστό’’. Αυτή η παραλλαγή υπάρχει μόνο σε ένα χειρόγραφο του 10ου αιώνα που έχει αντιγραφεί από χειρόγραφο του 4ου αιώνα. Το χειρόγραφο του 10ου αιώνα αναφέρει κάποια ονόματα πατέρων του 2ου και των αρχών του 3ου αιώνα που γνώριζαν αυτήν την παραλλαγή, η οποία υπάρχει και στην Βουλγάτα. Επειδή αναφέρεται ελάχιστα η παραλλαγή αυτή - και σε κανένα προγενέστερο ελληνικό χειρόγραφο - δεν γίνεται αποδεκτή ως πρωτότυπο κείμενο. Η παραλλαγή αυτή που δημιούργησε κάποιος χριστιανός αντιγραφέας εντάσσεται στα πλαίσια του χριστολογικού ανταγωνισμού μεταξύ χριστιανών και γνωστικών καθώς οι τελευταίοι τραβούσαν μια τέτοια διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στον Θεό και τον άνθρωπο Ιησού.[10]

Τι Comma Johanneum ή το Ιωάννειο κόμμα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Συνδεόμενο με τα κριτικά προβλήματα της επιστολής είναι και το θέμα του χωρίου 5,7-8, το οποίο περιέχει τριαδολογική ομολογία. Απουσιάζει στα αρχαία ελληνικά χειρόγραφα, στις αρχαίες ανατολικές μεταφράσεις, τα πρώτα χειρόγραφα της Βουλγάτας και στους έλληνες και λατίνους εκκλησιαστικούς συγγραφείς πριν από τον 4ο αιώνα. Μόνο τέσσερα μικρογράμματα χειρόγραφα το περιέχουν: ένα του 12ου αι., ένα του 15ου αι. και δύο του 16ου αιώνα. Η αρχαιότερη μαρτυρία εντοπίζεται στον Πρισκιλλιανό (τέλη 4ου αι.). Κατόπιν στους λοιπούς λατίνους πατέρες. Άρα η πατρίδα της προσθήκης αυτής είναι η βόρειος Αφρική. Ο χαρακτήρας της προσθήκης αυτής είναι καθαρά δογματικός-θεολογικός: επρόκειτο για μια αλληγορική επεξήγηση των τριών μαρτύρων από κάποιο αντιγραφέα προκειμένου να ενισχύσει την τριαδολογική διδασκαλία της λατινικής Εκκλησίας. Ο Έρασμος στις δύο πρώτες εκδόσεις της Καινής Διαθήκης δεν το συμπεριέλαβε αλλά το έκανε στην Τρίτη, του 1522. Στην πατριαρχική έκδοση του 1904 έχει τυπωθεί με πλάγια γράμματα.[11]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Αγουρίδης, σελ. 379, Καραβιδόπουλος, σελ. 446.
  2. Παναγόπουλος, σελίδες 376–377.
  3. Παναγόπουλος, σελ. 378.
  4. 4,0 4,1 Καραβιδόπουλος, σελ 442.
  5. Αγουρίδης, σελ. 390.
  6. Αγουρίδης, σελ. 378.
  7. Καραβιδόπουλος, σελίδες 442–443.
  8. Παναγόπουλος, σελ 376.
  9. Αγουρίδης, σελίδες 380–381.
  10. Ehrman, σελίδες 230–232.
  11. Παναγόπουλος, σελίδες 378–379 και Καραβιδόπουλος, σελίδες 447–448.

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Wikisource logo
Στη Βικιθήκη υπάρχει υλικό που έχει σχέση με το θέμα:
  • Ehrman, Bart D. (2008). Παραφράζοντας τα λόγια του Ιησού. Μετάφραση Νίκος Παπαδάκης. Αθήνα: Ενάλιος. σελ. 230–232. ISBN 978-960-536-363-5. 
  • Αγουρίδης, Σάββας (1991). Εισαγωγή εις την Καινήν Διαθήκην. Αθήνα: εκδόσεις Γρηγόρης. σελ. 378–390. 
  • Καραβιδόπουλος, Ιωάννης (2004). Εισαγωγή στην Καινή Διαθήκη. Θεσσαλονίκη: Π.Πουρναράς. σελ. 442–448. ISBN 978-960-242-162-8. 
  • Παναγόπουλος, Ιωάννης (1995). Εισαγωγή στην Καινή Διαθήκη. Αθήνα: Ακρίτας. σελ. 374–380.