Αχμέτ Ζόγου

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Αχμέτ Ζόγου
King Zog.jpg
Βασιλιάς
Περίοδος
25 Αυγούστου 1928 – 7 Απριλίου 1939
Διάδοχος Βίκτωρ Εμμανουήλ ο Γ' της Ιταλίας
Πρόεδρος της δημοκρατίας της Αλβανίας
Περίοδος
21 Ιανουαρίου 1925 – 25 Αυγούστου 1928
Προσωπικά στοιχεία
Γέννηση 8 Οκτωβρίου 1895
Φρούριο Μπουκαγιέτ Οθωμανική Αυτοκρατορία
Θάνατος 9 Απριλίου 1961
Παρίσι
Εθνικότητα Flag of Albania.svg Αλβανός
Υπηκοότητα Flag of Turkey.svg Οθωμανική
Σύζυγος Κόμισσα Γεραλδίνη (Απρίλιος 1938)
Παιδιά Πρίγκιπας Σκεντέρ (5 Απριλίου 1939)
Επάγγελμα Πολιτικός
Θρήσκευμα Άθεος

Ο Αχμέτ Ζόγου ήταν Αλβανός πολιτικός και στρατιωτικός που αργότερα αυτοανακηρύχθηκε βασιλιάς της Αλβανίας.

Πρώτα χρόνια[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Γεννήθηκε στην Αλβανία στις 8 Οκτωβρίου 1895 ως οθωμανός υπήκοος και καταγόταν από πλούσια οικογένεια γαιοκτημόνων. Το κανονικό του όνομα ήταν Αχμέντ Ζόγγολι, το οποίο άλλαξε το 1922 σε Ζόγου (σημαίνει πουλί στα αλβανικά). Σε ηλικία 9 ετών στάλθηκε στην Κωνσταντινούπολη για σπουδές στο Σουλτανικό Λύκειο, γνωστότερο ως Λύκειο Γαλατασαράι. Έπειτα συνέχισε τις σπουδές του στην οθωμανική στρατιωτική σχολή του Μοναστηρίου. Το 1912 με το ξέσπασμα των Βαλκανικών Πολέμων επανήλθε στην Αλβανία και ανέλαβε την αρχηγία της φυλής Ματ (στο οροπέδιο μεταξύ Σκόδρας και Τιράνων διαδεχόμενος τον πατέρα του που είχε πεθάνει το 1911.

Α' Π. Π.[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κατά τον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο κατατάχθηκε στον Αυστροουγγρικό στρατό, που ανήκε στις Κεντρικές Δυνάμεις και μάχονταν τις δυνάμεις της Αντάντ. Αρχικά τοποθετήθηκε στην Βιέννη το 1917-1918 και αργότερα στη Ρώμη, το 1918-1919. Το 1919 επιστρέφει στην Αλβανία όπου και άρχισε αμέσως ν΄ αναμιγνύεται με τις τότε εσωτερικές πολιτικές διενέξεις της χώρας του.

Πολιτική δράση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Από τον Ιανουάριο και επίσημα από τον Μάρτιο μέχρι τον Νοέμβριο του 1920 ανέλαβε υπουργός εσωτερικών και οργάνωσε την εναντίον νοτιοσλαβικών επιδρομών αλβανική αντίσταση. Το επόμενο έτος (1921) ονομάστηκε αρχηγός των ενόπλων δυνάμεων της Αλβανίας. Το 1922 επανέλαβε υπουργός εσωτερικών όπου και κατέστειλε εναντίον του κίνημα. Τον ίδιο χρόνο (1922) διατελεί και πρωθυπουργός, πλην όμως ανατρέπεται όμως τους μπέηδες που συνασπίστηκαν στο πρόσωπο του κύριου αντιπάλου του Φαν Νόλι, καταφεύγοντας ο ίδιος στη Νοτιοσλαβία. Το 1924, μετά από μια απόπειρα δολοφονίας του, επανέρχεται προκαλώντας επιτυχές επαναστατικό κίνημα και στις 21 Ιανουαρίου του 1925 εκλέγεται πρόεδρος της δημοκρατίας της Αλβανίας, με κυβέρνηση περίπου με τα δυτικά πρότυπα, επταετούς θητείας (1925-1932)

Βασιλιάς της Αλβανίας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στις 25 Αυγούστου του 1928 καταργεί την Δημοκρατία και στις 1 Σεπτεμβρίου αυτοανακηρύσσεται Ζώγου Α’ βασιλεύς της Αλβανίας, κηρύσσοντας πολίτευμα του κράτους την απόλυτη μοναρχία αναλαμβάνοντας τη διαχείριση καθώς και την εσωτερική και εξωτερική πολιτική της χώρας του.

Ο Ζώγου αν και ήταν ευφυής και πολύ ενεργητικός στερούνταν απελπιστικά στοιχείων διπλωματίας και είχε άγνοια των διεθνών τότε παρασκηνίων, διαπράττοντας αλλεπάλληλα σφάλματα, πιστεύοντας τον κάθε ξένο διπλωμάτη σε ό,τι του έλεγε, που σαφώς εξυπηρετούσε πρώτον τα συμφέροντα της δικής του χώρας, προκειμένου να πετύχει την ανεξαρτησία της χώρας του.

Απομακρύνθηκε των γειτονικών του Βασιλείων θεωρώντας τα όλα εχθρικά. Αντίθετα θεώρησε φρόνιμο να συνδεθεί στο φασιστικό άρμα της Ιταλίας πιστεύοντας απόλυτα στις ιταλικές υποσχέσεις συνομολογώντας μια σειρά αλλεπάλληλων συμφωνιών οικονομικής, στρατιωτικής, ακόμη και πολιτικής φύσεως με τις οποίες κυριολεκτικά αφενός υποδούλωσε τη χώρα του στην Ιταλία, αφετέρου έθεταν σε κίνδυνο της ασφάλεια της ευρύτερης βαλκανικής.

Βέβαια σε αυτό κατά ένα μέρος συνέτεινε και το γεγονός ότι κανένας βασιλικός οίκος της Ευρώπης δεν τον αναγνώρισε ως αρχηγό βασιλικής δυναστείας. Προκειμένου δε να ξεπεράσει αυτό το εμπόδιο αναζήτησε σύζυγο από ευγενή οίκο της Ευρώπης. Μετά από πολλές αναζητήσεις και επί τούτου λανθασμένα διαβήματα τελικά νυμφεύτηκε τον Απρίλιο του 1938 την κόμισσα Γεραλδίνη, εκ του Ουγγρικού οίκου των Καρολύι, με την οποία και απέκτησε στις 5 Απριλίου του 1939 τον πολυπόθητο διάδοχό του θρόνου του πρίγκιπα Σκεντέρ. Η προσπάθεια τότε του Ζώγου να αναγνωριστεί βασιλιάς από τις κυβερνήσεις της Δύσης που επιχείρησε με τηλεγραφήματα και πάλι απέτυχε.

Διαβλέποντας τότε η Ιταλία ως σκοπιμότητες τις αγωνιώδεις προσπάθειες του Ζώγου, αποφάσισε την εισβολή και κατάληψη της Αλβανίας. Έτσι στις 7 Απριλίου του 1939, δύο μόλις ημέρες μετά τη γέννηση του διαδόχου του αλβανικού θρόνου, ιταλικές στρατιωτικές δυνάμεις αποβιβάστηκαν στην Αλβανία και στη συνέχεια καθαίρεσαν τον Ζώγου ενώ ο Μπενίτο Μουσολίνι έσπευσε να προσφέρει το στέμμα της Αλβανίας στον Βασιλέα της Ιταλίας.

Η επίθεση της Ιταλίας κατά του αλβανικού κρατιδίου προκάλεσε παγκόσμια αγανάκτηση ενώ ταυτόχρονα κατέστησε την αλβανική βασιλική οικογένεια προσωρινά συμπαθή. Το γεγονός της ευρύτερης κατά της Ιταλίας αγανάκτησης οφειλόταν στο ότι η επιχείρηση αυτή πραγματοποιήθηκε ανήμερα Μεγάλης Παρασκευής του έτους εκείνου και ότι η Βασίλισσα Γεραλδίνη έπαιρνε το δρόμο της εξορίας έχοντας στην αγκαλιά της το μόλις δύο ημερών βρέφος της.

Ο Ζώγου και η βασίλισσα με ελάχιστη ακολουθία κατέφυγαν αρχικά στην Ελλάδα όπου η τότε Κυβέρνηση Μεταξά άνοιξε αμέσως τα σύνορα παραχωρώντας τους άσυλο όπου και διέμεινε για λίγες ημέρες στη Θεσσαλονίκη. Από εκεί ατμοπλοϊκώς μετέβησαν στην Αγγλία και στη συνέχεια στο Παρίσι ζητώντας από τους συμμάχους στρατιωτική βοήθεια για τη χώρα του. Με την κατάληψη όμως και του Παρισιού από τους Γερμανούς η βασιλική οικογένεια της Αλβανίας κατέφυγε στην Αλεξάνδρεια και από εκεί στη Νότιο Αφρική.

Μετά το τέλος του Β' Παγκόσμιο Πόλεμο, το 1946, οπότε στην Αλβανία το καθεστώς μετατράπηκε σε κομμουνιστικό, ο Ζώγου καθαιρέθηκε και επίσημα. Λίγο αργότερα ο Ζώγου μετακόμισε μόνιμα στη Γαλλία όπου και άφησε την τελευταία του πνοή στις 9 Απριλίου του 1961 σε ηλικία 66 ετών.

Το μαυσωλείο του στο Παρίσι

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Σύγχρονος Εγκυκλοπαίδεια Ελευθερουδάκη,εκσυγχρονισμένη δια συμπληρώματος κατά τόμον,τόμος 11ος, (1962)