Αρνησικυρία
|
|
Αυτό το λήμμα ή η ενότητα δεν αναφέρει τις πηγές του ή δεν περιέχει επαρκείς παραπομπές. Μπορείτε να βοηθήσετε την Βικιπαίδεια προσθέτοντας κατάλληλες πηγές και παραπομπές που να υποστηρίζουν το λήμμα. Η σήμανση τοποθετήθηκε στις 20/11/2010. |
Αρνησικυρία ονομάζεται η άρνηση μιας κρατικής αρχής να επικυρώσει νόμο ή απόφαση κάποιας άλλης, έστω κι αν η δεύτερη είναι η καθ' ύλην αρμόδια, προκαλώντας επαναδιαπραγμάτευση ή σπανιότερα ακύρωσή του. Ο όρος χρησιμοποιείται επίσης στους περισσότερους διεθνείς οργανισμούς και αναφέρεται στην άρνηση ενός εταίρου να συνυπογράψει απόφαση των συλλογικών οργάνων, οδηγώντας στην ακύρωσή της.
Συχνά χρησιμοποιείται επίσης ο διεθνής όρος βέτο, προερχόμενος από τη λατινικό ρήμα veto που σημαίνει παρεμποδίζω. Η λέξη αυτή μας φέρνει πίσω στα πρώτα χρόνια εφαρμογής της συγκεκριμένης πρακτικής, όταν καθένας από τους δύο υπάτους της Ρωμαϊκής Δημοκρατίας μπορούσε να ακυρώσει τις αποφάσεις του άλλου - αν και τότε δεν ονομαζόταν στην πραγματικότητα veto αλλά intercessio.
Η αρνησικυρία αποτελεί ένα ακραίο μέσο για την άσκηση πολιτικής, αξιοποιούμενο κυρίως σε διεθνείς οργανισμούς, όταν κάποιος από τους εταίρους νιώθει ότι μια απόφαση απειλεί τα κυριαρχικά δικαιώματα ή ζωτικά συμφέροντά του. Αντίθετα, στο εσωτερικό δίκαιο (ιδίως στις σύγχρονες δημοκρατίες) αποφεύγεται, λόγω της μεγάλης πιθανότητας να οδηγήσει σε κρίση. Παραδείγματος χάριν, στην Ελλάδα η απειλή βέτο που προέβαλε το 1965 ο βασιλιάς Κωνσταντίνος Γκλύξμπουργκ εναντίον της απόφασης του πρωθυπουργού Γεωργίου Παπανδρέου να απολύσει τον υπουργό Αμύνης Γαρουφαλιά, είχε ανοίξει το δρόμο στην εννεαετή πολιτειακή ανωμαλία που ακολούθησε (παραίτηση κυβέρνησης Παπανδρέου, Αποστασία, Χούντα των Συνταγματαρχών).
Σε κάθε περίπτωση, το ποιοι έχουν δικαίωμα αρνησικυρίας, έναντι ποίου, για ποια ζητήματα και τι συνέπειες αυτή παράγει, καθορίζεται όχι από απλές διατάξεις, αλλά από κείμενα αυξημένης ισχύος: για το εσωτερικό δίκαιο από τα συντάγματα, για τους διεθνείς οργανισμούς από τους καταστατικούς χάρτες τους.
[Επεξεργασία] Μορφές αρνησικυρίας
Ανάλογα με τις συνέπειες που παράγει, η αρνησικυρία διακρίνεται σε:
- Απόλυτη, όταν η άσκησή της συνεπάγεται την ακύρωση του νόμου/απόφασης. Στο εσωτερικό δίκαιο εμφανίζεται πια κυρίως σε απολυταρχικά καθεστώτα, όπου π.χ. ο απόλυτος μονάρχης μπορεί να ακυρώσει νόμο ψηφισμένο απ' το κοινοβούλιο. Συνηθίζεται όμως σε διεθνείς οργανισμούς, με χαρακτηριστικότερο παράδειγμα το Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ: εάν κάποιο από τα πέντε μόνιμα μέλη του ασκήσει βέτο, αυτό οδηγεί αυτομάτως σε ακύρωση της απόφασης, ακόμα και εάν αυτή έχει ληφθεί από όλους τους υπολοίπους.
- Αναβλητική, όταν οδηγεί σε αναστολή εφαρμογής και αναπομπή του νόμου/απόφασης στο αρμόδιο όργανο, ώστε να ξανασυζητηθεί. Τέτοιας μορφής είναι για παράδειγμα το δικαίωμα αρνησικυρίας του αρχηγού κράτους στις περισσότερες δημοκρατίες, αν και οι συνέπειές του δεν είναι ομοιόμορφες: Στην Ελλάδα, εάν ο πρόεδρος της Δημοκρατίας αρνηθεί να επικυρώσει κάποιο νόμο, τότε αυτός επανεισάγεται στη Βουλή - εάν ξαναψηφιστεί, ο πρόεδρος δεν έχει δικαίωμα δεύτερου βέτο. Σε άλλες χώρες, όπως στις ΗΠΑ, ο νόμος ακυρώνεται εάν δεν ξαναψηφιστεί με αυξημένη πλειοψηφία. Τέλος, υπάρχουν περιπτώσεις που η προεδρική αρνησικυρία οδηγεί όχι σε νέα συζήτηση στη Βουλή αλλά σε δημοψήφισμα, όπως στην Ισλανδία.