Αργκό

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Είναι η συνθηματική γλώσσα που χρησιμοποιούσαν παλαιότερα οι άνθρωποι του υποκόσμου της Γαλλίας για να μπορούν να συνεννοούνται μεταξύ τους, χωρίς να γίνονται αντιληπτοί από άλλους. Σύμφωνα με το Λεξικό της Νέας Ελληνικής γλώσσας του Γ. Μπαμπινιώτη ο όρος αργκό προέρχεται από το γαλλικό «argot»<παλαιότ. «argoter» (ελλ. επαιτώ, ζητιανεύω). Η σημασία «ιδίωμα των περιθωριακών και αγυρτών» ερμηνεύεται από τη παρασύνδεση της λέξης με το παλαιότερο γαλλικό «hargoter» (λογομαχώ). Ο όρος επεκτάθηκε και σήμερα σημαίνει κάθε γλώσσα «κλειστή», συμβατική, που χρησιμοποιείται από διάφορες κοινωνικές ομάδες ανθρώπων. Ύστερα μάλιστα από τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο καθιερώθηκε και ως διεθνής όρος. Η αργκό αποτελείται από λέξεις και φράσεις της κοινής ομιλούμενης γλώσσας που έχουν όμως εντελώς διαφορετική σημασία, ή από λέξεις που διατηρούν την ίδια έννοια, είναι όμως παραφθαρμένες ή αυτοσχέδιες.

Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • «Νέα εγκυκλοπαίδεια παιδεία», Εκδόσεις Μαλλιάρης Παιδεία, 2005.

Δείτε επίσης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]