Απαγωγή από το Σεράι (Μότσαρτ)

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
(Ανακατεύθυνση από Απαγωγή από το σεράι (Μότσαρτ))
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση


Η Απαγωγή από το Σεράι ή «Αρπαγή από το Σεράι» (γερμ. Die Entführung aus dem Serail) είναι όπερα σε τρεις πράξεις του Βόλφγκανγκ Αμαντέους Μότσαρτ. Το λιμπρέτο είναι του Κρίστοφ Φρίντριχ Μπρέτζνερ με παραλλαγές του Γκότλιμπ Στέφανι. Το έργο αποτελεί ένα αριστούργημα χάριτος και δροσερότητας.

Σημειώνεται ότι η όπερα αυτή ήταν παραγγελία του Αυστριακού Αυτοκράτορα Ιωσήφ Β΄ των Αψβούργων και πρωτοπαίχθηκε στις 16 Ιουλίου 1782 στο Μπούργκτεατερ της Βιέννης. Η πρεμιέρα είχε επιτυχία και εδραίωσε τη φήμη του Μότσαρτ στη Βιέννη, ο οποίος είχε έρθει μόλις πριν ένα χρόνο στην πόλη, από τη γενέτειρά του, το Σάλτσμπουργκ. Η όπερα εκπλήρωσε μια παλιά επιθυμία του Αυτοκράτορα, δηλαδή να ανέβει στο Burgtheater μια επιτυχημένη γερμανική όπερα. Οι προηγούμενες παραστάσεις στο συγκεκριμένο χώρο είχαν επιτυχία μόνο και εφόσον ήταν παραλλαγές ή μεταφράσεις ξένων έργων.

Υπόθεση του έργου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η υπόθεση του έργου διασκευασμένη σε λιμπρέτο έχει ληφθεί από την κωμωδία του Μπρέτονερ "Μπελμόντε και Κωνστάντζα".

Ο Σελήμ πασάς αγαπάει με πάθος την πανέμορφη Κωνστάντζα (Κονστάνς), την οποία απέκτησε αγοράζοντάς την ως σκλάβα από κουρσάρους που είχαν ληστέψει το ισπανικό πλοίο του Μπελμόντε και είχαν αρπάξει όλες τις γυναίκες μεταξύ των οποίων την Κωνστάντζα, την υπηρέτριά της Μπιόντα καθώς και τον υπηρέτη του Μπελμόντε τον Πετρίλο και πούλησαν στη συνέχεια στον καλοκάγαθο πασά.

Ο Μπελμόντε όμως έχοντας διαφύγει την σύλληψή του ναυλώνει άλλο πλοίο και φθάνει κοντά στο σαράι για ν΄ απελευθερώσει τους φίλους του. Στο μεταξύ ο Σελήμ εξομολογείται στην Κωνστάντζα τον προς αυτήν έρωτά του η οποία όμως αρνείται να ενδώσει και του δηλώνει με παρρησία ότι αγαπάει τον Μπελμόντε, η δε Μπιόντα και ο Πετρίλο που συνδέονται αισθηματικά, καταστρώνουν σχέδια για την δραπέτευσή τους. Έτσι χάρις αυτών των ενεργειών τους επιτυγχάνεται συνάντηση της Κωνστάντζας με τον Μπελμόντε, μέσα στο ίδιο το σεράι του Πασά, τον οποίον ο Πετρίλο παρουσίασε στον αυθέντη του ως Ιταλό αρχιτέκτονα και τον πείθει να του αναθέσει τον εξωραϊσμό των κήπων του ανακτόρου που βρίσκονται σε άσχημη κατάσταση.

Έτσι, και οι τέσσερις τώρα αιχμάλωτοι καταστρώνουν από κοινού σχέδιο απόδρασής τους. Αφού μεθούν τον με κρασί και ναρκωτικό τον αρχιεπιστάτη του πασά Οσμάν θέτουν σε εφαρμογή το σχέδιό τους. Τη στιγμή, όμως, που έχουν φθάσει κοντά στη θάλασσα, η δραπέτευσή τους γίνεται αντιληπτή, συλλαμβάνονται και οδηγούνται στον Σελήμ. Ο Σελήμ ακούγοντας από το στόμα του Μπελμόντε την ιστορία της οικογένειάς του, συγκινείται και, μολονότι οι πρόγονοι των δύο ανδρών υπήρξαν θανάσιμοι εχθροί, ευσπλαχνίζεται τους νέους και τους αποδίδει την ελευθερία τους.