Αντιδιουρητική ορμόνη

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Η αντιδιουρητική ορμόνη (ADH) είναι γνωστή και ως βασοπρεσίνη (ΑVP) ή αργιπρεσίνη ή αργινίνη-βασοπρεσίνη. Ανευρίσκεται στα περισσότερα θηλαστικά ζώα συμπεριλαμβανομένου του ανθρώπου. Η ADH είναι πεπτιδική ορμόνη που ελέγχει την επαναρρόφηση μορίων από τα σωληνάρια του νεφρού, επιδρώντας στη διαπερατότητά τους. Αυξάνει επίσης την περιφερειακή αρτηριακή πίεση αυξάνοντας την περιφερειακή αγγειακή αντίσταση. Παίζει σημαντικό ρόλο στην ομοιόσταση και στη ρύθμιση του νερού, της γλυκόζης και των αλάτων στο αίμα.
Προέρχεται από μια πρόδρομη πρωτεΐνη με την μορφή προ-ορμόνης που συντίθεται στον υποθάλαμο και αποθηκεύεται σε κυστίδια στον οπίσθιο λοβό της υπόφυσης απ’ όπου απελευθερώνεται στην κυκλοφορία του αίματος. Ωστόσο, ένα μέρος της ορμόνης απελευθερώνεται άμεσα στον εγκέφαλο όπου διαδραματίζει σημαντικό ρόλο στην κοινωνική συμπεριφορά του ανθρώπου.

H τρισδιάστατη μορφή του μορίου της αντιδιουρητικής ορμόνης

Λειτουργίες της αντιδιουρητικής ορμόνης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Επίδραση της αντιδιουρητικής ορμόνης στο κεντρικό νευρικό σύστημα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η ADH ανήκει στις οπίσθιες υποφυσιακές ορμόνες του υποθαλάμου του εγκεφάλου και έχει σημαντική συμβολή σε πολλές λειτουργίες του εγκεφάλου.

  • Εμπλέκεται στο σχηματισμό της μνήμης, μακροπρόθεσμης και βραχυπρόθεσμης καθώς και την αντίληψη εικόνων και χρήση ανακλαστικών. Τα ευρήματα αυτά είναι ακόμα συζητήσιμα.
  • Εμπλέκεται στην επιθετικότητα, τη ρύθμιση της αρτηριακής πίεσης και της θερμοκρασίας.
  • Σχετίζεται με την κοινωνική συμπεριφορά των φύλων όταν που απελευθερώνονται στον εγκέφαλο κατά τη διάρκεια της σεξουαλικής δραστηριότητας σχετίζεται και με την κοινωνική συμπεριφορά.
Π.χ. υπάρχουν ενδείξεις ότι εμπλέκεται:
  • Στην επιθετικότητα των αρσενικών προς άλλα αρσενικά.
  • Σε φαινόμενα απιστίας στους άνδρες(!). Συγκεκριμένα, εξετάστηκε το γονίδιο που κωδικοποιεί τον υποδοχέα της βασοπρεσίνης στον ανθρώπινο εγκέφαλο, σε δείγμα εκατοντάδων ζευγαριών εθελοντών και βρέθηκε ότι μια συγκεκριμένη γονιδιακή παραλλαγή (η υπ. αρ. 334) σχετίζεται με την ικανότητα ή ανικανότητα ενός άνδρα να προσκολλάται συναισθηματικά στη σύντροφό του.
  • Σε καταστάσεις κυτταρικής αφυδάτωσης διεγείρεται η αύξηση της απελευθέρωσης της ADH στον υποθάλαμο της υπόφυσης λόγω αύξησης της ωσμωτικότητας. Έτσι, δίνεται σήμα για πρόσληψη ύδατος και έκκριση της ορμόνης μέσω των ωσμω-υποδοχέων στον πρόσθιο υποθάλαμο.

Επίδραση της αντιδιουρητικής ορμόνης στο ουροποιητικό σύστημα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η ADH διατηρεί την ωσμωτική πίεση και την ισορροπία του νερού στον οργανισμό. Με την παρουσία της, η ωσμωτικότητα των ούρων είναι 1200 mOsm/lt και η ροή τους περίπου 0,5 ml/λεπτό ενώ σε απουσία της οι αντίστοιχες τιμές ανέρχονται για την μεν ωσμωτικότητα στα 30 mOsm/lt και για την δε ροή στα 15-20 ml/λεπτό. Δηλαδή αυξημένη ωσμωτικότητα οδηγεί σε μειωμένη απέκκριση νερού.
Οι μηχανισμοί είναι οι ακόλουθοι:

  • Προκαλεί την αύξηση της διαπερατότητας του νερού από τα κύτταρα των περιφερικών σωληναρίων του νεφρού με αποτέλεσμα την επαναρρόφηση του νερού και την απέκκριση των συμπυκνωμένων ούρων.
  • Προκαλεί την κίνηση του νερού έξω από το νεφρώνα και την αύξηση της ποσότητας του νερού που απορροφάται εκ νέου με αποτέλεσμα την μείωση της ωσμωτικότητας του πλάσματος και την αύξηση της ωσμωτικότητας των ούρων.
  • Αυξάνει τη διαπερατότητα του μυελώδους μοίρας για την αυξημένη επαναρρόφηση της ουρίας στο μυελώδες διάμεσο.

Επίδραση της αντιδιουρητικής ορμόνης στο κυκλοφορικό σύστημα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η ADH αυξάνει την περιφερική αγγειακή αντίσταση, η οποία με τη σειρά της αυξάνει την αρτηριακή πίεση του αίματος. Αυτή η λειτουργία φαίνεται να είναι μικρής συχνότητας σε υγιή άτομα. Εντούτοις, είναι ένας σημαντικός αντισταθμιστικός μηχανισμός για την αποκατάσταση της αρτηριακής πίεσης σε καταστάσεις σοκ όπως αυτό που εμφανίζεται κατά τη διάρκεια αιμορραγίας.

Έτσι:
  • Αυξάνει την αρτηριακή πίεση (σε υψηλές συγκεντρώσεις) προκαλώντας μέτρια αγγειοσύσπαση.
  • Προάγει την αγγειοδιαστολή στους νεφρούς, πνεύμονες κ.α. μέσω της ενδοθηλιακής αποδέσμευσης του αζώτου.
  • Μειώνει την πίεση στους κόλπους της καρδιάς σε μεγάλες αιμορραγίες.
H χημική δομή της αντιδιουρητικής ορμόνης

Η χημική δομή της αντιδιουρητικής ορμόνης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η αντιδιουρητική ορμόνη είναι ένα νευρο-υποφυσιακό πεπτίδιο που αποτελείται από 9 αμινοξέα. Η αλληλουχία τω αμινοξέων της είναι: Cys-Tyr-Phe-Gln-Asn-Cys-Pro-Arg-Gly-NH2 Δηλαδή: Κυστεΐνη-Τυροσίνη-Φαινυλαλανίνη-Γλουταμίνη-Ασπαραγίνη-Κυστεΐνη-Προλίνη-Αργινίνη-Γλυκίνη. Από αυτά, η κυστεΐνη σχηματίζει «γέφυρα θείου».

Πηγές - Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]