Ανταγωνισμός

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση


Ανταγωνισμός είναι ο αγώνας μεταξύ περισσοτέρων για την επικράτηση ή για την επίτευξη κάποιου σκοπού. Στα οικονομικά ανταγωνισμός μεταξύ επιχειρήσεων είναι ο αγώνας μεταξύ τους για την επικράτηση στην αγορά και την αύξηση του μεριδίου αγοράς του καθενός. Η Πολιτική του Ανταγωνισμού ορίζει τους στόχους, που επιδιώκονται μέσω του ανταγωνισμού.

Μονοπώλιο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το μονοπώλιο χρησιμοποιείται ως το αντίθετο του ανταγωνισμού. Μονοπώλιο έχουμε, όταν όταν μόνο μια επιχείρηση δραστηριοποιείται στην αγορά ως πωλητής (όταν είναι μοναδικός αγοραστής, ονομάζεται μονοψώνιο). Η φυσική τάση όλων των επιχειρήσεων είναι να αυξήσουν το κέρδος τους. Ο μονοπωλιακός προμηθευτής αυξάνει το κέρδος του μειώνοντας την παραγωγή και αυξάνοντας τις τιμές. Στην αγορά κυκλοφορούν λιγότερα αγαθά και ο καταναλωτής τα πληρώνει ακριβά

Τέλειος Ανταγωνισμός[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τέλειο ανταγωνισμό έχουμε, όταν στην αγορά υπάρχουν πολλοί πωλητές (πολυπώλιο) και δεν υπάρχουν περιορισμοί, οικονομικοί ή νομικοί, στην είσοδο και έξοδο από την αγορά για οποιονδήποτε θέλει να δραστηριοποιηθεί ως πωλητής. Κανείς από τους πωλητές δεν έχει επίδραση στις τιμές, επειδή υπάρχουν πολλοί πωλητές και ο καταναλωτής έχει αναρίθμητες εναλλακτικές επιλογές. Οι καταναλωτές δεν παρατηρούν κάποια σημαντική διαφοροποίηση μεταξύ των προϊόντων, άρα μία αύξηση των τιμών από έναν πωλητή θα ζημιώσει μόνο τον ίδιο, αφού θα οδηγήσει τους καταναλωτές στους άλλους πωλητές. Στην πράξη το μοντέλο αυτό δεν υπάρχει, αφού πάντα υπάρχουν ατέλειες στην αγορά.

Πλεονεκτήματα του Ανταγωνισμού[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο ανταγωνισμός ωθεί τις επιχειρήσεις να προσπαθήσουν να κερδίσουν περισσότερους πελάτες από τους ανταγωνιστές τους προκειμένου να επιβιώσουν, να αναπτυχθούν και να επιτύχουν μεγαλύτερο κέρδος. Για να προσελκύσουν τους πελάτες αναγκάζονται να αυξήσουν την παραγωγή τους, να μειώσουν τις τιμές και να βελτιώσουν τα προϊόντα τους. Αποτέλεσμα είναι η ευημερία του καταναλωτή (consumer welfare), ο οποίος αντίστοιχα ωφελείται αφού πληρώνει λιγότερο για τα ίδια προϊόντα, έχει περισσότερες επιλογές και οι επιχειρήσεις προσπαθούν να ανταποκρίνονται στις ανάγκες του με νέα προϊόντα. Έτσι ο ανταγωνισμός ρίχνει τις τιμές, αυξάνει την ποιότητα και ευνοεί την καινοτομία. Βασικός όρος στη μικροοικονομία είναι η αποτελεσματικότητα (efficiency). Η αποτελεσματικότητα αυξάνεται, όταν με το ίδιο κόστος παράγονται περισσότερα αγαθά ή αντίστοιχα για τα ίδια αγαθά απαιτείται λιγότερο κόστος. Η αποτελεσματικότητα διακρίνεται στα οικονομικά του ανταγωνισμού σε τρία είδη:

  • τη διανεμητική αποτελεσματικότητα (allocative efficiency): τα αγαθά κατανέμονται εκεί που ο καταναλωτής τα έχει περισσότερη ανάγκη
  • την παραγωγική αποτελεσματικότητα (productive efficiency): οι πρώτες ύλες βρίσκονται στον παραγωγό που τις αξιοποιεί καλύτερα
  • τη δυναμική αποτελεσματικότητα (dynamic efficiency): η καινοτομία επιτυγχάνεται με το λιγότερο δυνατό κόστος

Πως λειτουργεί ο ανταγωνισμός[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο ανταγωνισμός ευνοεί και τα τρία είδη αποτελεσματικότητας. Οι επιχειρήσεις αναγκάζονται να προσαρμόσουν την προσφορά τους στη ζήτηση, για να μη χάσουν τους καταναλωτές από πελάτες. Αφουγκράζονται τις ανάγκες του καταναλωτή και στρέφουν προς τα εκεί την παραγωγή τους (διανεμητική αποτελεσματικότητα), μειώνουν το κόστος παραγωγής προκειμένου να πωλούν φθηνότερα και επεξεργάζονται πιο αποτελεσματικά τις πρώτες ύλες (παραγωγική αποτελεσματικότητα) και προσπαθούν διαρκώς να εφεύρουν καινούργια προϊόντα που να καλύπτουν καλύτερα τις ανάγκες του καταναλωτή προκειμένου να έχουν προβάδισμα απέναντι στους ανταγωνιστές τους (δυναμική αποτελεσματικότητα).

Ταυτόχρονα ο ανταγωνισμός δίνει στον καταναλωτή περισσότερες επιλογές. Ο τελευταίος μπορεί να διαλέξει ανάμεσα σε περισσότερα προϊόντα, σε περισσότερους όρους και τρόπους συναλλαγής (δάνεια, δόσεις, leasing, internet κλπ.). Λόγω του ανταγωνισμού οι επιχειρήσεις δεν έχουν τη δυνατότητα να εκμεταλλευτούν τον καταναλωτή χρεώνοντάς του υπερβολικές τιμές και επιφέροντας έτσι μια μετακίνηση του πλούτου από τους πολλούς (καταναλωτές) στους λίγους (μονοπώλια). Μια άποψη υποστηρίζει ότι έτσι αποφεύγεται και η δημιουργία υπερβολικά μεγάλων επιχειρήσεων και τραστ, τα οποία θα επηρέαζαν με αθέμιτα μέσα την πολιτική και τη δημοκρατία. Υπάρχει τέλειος ή πλήρης ανταγωνισμός σε ένα κλάδο της οικονομίας, όταν ισχύουν οι παρακάτω προϋποθέσεις:

  • Μεγάλος αριθμός πωλητών ή επιχειρήσεων

Όταν ο αριθμός των επιχειρήσεων σε ένα κλάδο θεωρείται αρκετά μεγάλος, ώστε καμία επιχείρηση από μόνη της, να μπορεί να επηρεάζει τις τιμές που πληρώνει για τους παραγωγικούς συντελεστές, ή τις τιμές που εισπράττει για τα προϊόντα, αυξάνοντας ή μειώνοντας την προσφερόμενη ποσότητα, τότε επικρατούν στον κλάδο, συνθήκες τέλειου ανταγωνισμού.

  • Εύκολη είσοδος και έξοδος από τον κλάδο.

Ανταγωνισμός δεν σημαίνει μόνο μεγάλος αριθμός επιχειρήσεων.Είναι και η ευχέρεια εισόδου των νέων επιχειρήσεων και εξόδου των αποτυχημένων.Το χαρακτηριστικό αυτό δίνει τη δυνατότητα σε επιχειρήσεις, να διεισδύσουν σε κερδοφόρους οικονομικούς κλάδους και να αποσυρθούν από τους ζημιογόνους.

  • Τα προϊόντα των ανταγωνιστικών επιχειρήσεων δεν είναι διαφοροποιημένα.

Διαφοροποιημένο προϊόν είναι αυτό που εύκολα αναγνωρίζεται από τον καταναλωτή. Αν μπορεί ο παραγωγός να διαφοροποιεί το προϊόν του, έχει μεγαλύτερες πιθανότητες να αποκτήσει πιστή πελατεία αλλά και να καθορίσει δικές του τιμές, που μπορεί να είναι διαφορετικές από εκείνες των ανταγωνιστών του. Στην ανταγωνιστική αγορά όμως, το ένα προϊόν μοιάζει ακριβώς με το άλλο. Η έλλειψη διαφοροποίησης καθιστά άχρηστη, για τον επιχειρηματία την δαπάνη για διαφήμιση, μια και τα οφέλη της θα διασκορπιστούν σε ολόκληρο το κλάδο. Έχει όμως και μια άλλη συνέπεια, μεγάλης σημασίας. Ο ανταγωνισμός των επιχειρήσεων για την προσέλκυση των πελατών, διεξάγεται αποκλειστικά και μόνο με την τιμή. Τέτοιου είδους αγορές είναι περιορισμένες. Οι γεωργικές εκμεταλλεύσεις θεωρείται, ότι λειτουργούν κάτω από συνθήκες που προσεγγίζουν τις συνθήκες του τέλειου ανταγωνισμού. Π.χ προϊόντα όπως το στάρι, το καλαμπόκι, παράγονται από ένα πολύ μεγάλο αριθμό παραγωγών σε ποσότητες, που είναι πολύ μικρές σε σχέση με τη συνολική προσφορά. Οι τιμές αυτών των προϊόντων διαμορφώνονται από τη συνολική ζήτηση και τη συνολική προσφορά και ο παραγωγός δεν έχει άλλη επιλογή παρά να τις αποδεχτεί. Αν ο αγρότης προσπαθήσει να διαθέσει το καλαμπόκι ή το στάρι σε τιμή μεγαλύτερη από εκείνη που διαμορφώθηκε στην αγορά, δεν θα μπορέσει να βρει αγοραστές, γιατί θα υπάρχει στην αγορά το ίδιο ακριβώς προϊόν σε χαμηλότερη τιμή.

Ισορροπία στον τέλειο ανταγωνισμό[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μια ανταγωνιστική επιχείρηση, όση ποσότητα προϊόντος και να παράγει, δεν μπορεί να επηρεάσει την τιμή που επικρατεί στην αγορά, γιατί οι συνθήκες τέλειου ανταγωνισμού αποκλείουν κάθε δυνατότητα να μπορεί να επηρεάζει από μόνη της, το επίπεδο των τιμών. Επομένως, η καμπύλη ζήτησης του προϊόντος της είναι μια οριζόντια γραμμή που δείχνει ότι, οποιαδήποτε ποσότητα και να ρίξει στην αγορά ο επιχειρηματίας, θα απορροφηθεί από την αγορά σε δεδομένη τιμή. Η τιμή δηλαδή, δεν μεταβάλλεται, άσχετα από την παραγόμενη ποσότητα. Παράδειγμα Ένας αγρότης έχει ένα χωράφι στο οποίο καλλιεργεί σιτάρι. Έστω η τιμή του κιλού είναι 2€. Είτε παράγει 100 κιλά είτε 10 τόνους, η τιμή θα είναι 2€. Επομένως, κάθε φορά που θα πουλάει ένα επιπλέον κιλό, το πρόσθετο έσοδο που θα αποκομίζει θα είναι και αυτό 2€. (Οριακό έσοδο=2€). Σταθερό θα είναι και το μέσο έσοδο ανά κιλό, και είναι ίσο με την τιμή.

Πίνακας 1

ΣΥΝΟΛΙΚΟ ΠΡΟΙΟΝ Q σε κιλά ΤΙΜΗ ΑΝΑ ΚΙΛΟ

P ΟΡΙΑΚΟ ΕΣΟΔΟ ΑΝΑ ΚΙΛΟ

MR ΣΥΝΟΛΙΚΑ ΕΣΟΔΑ

TR ΜΕΣΟ ΕΣΟΔΟ ΑΝΑ ΚΙΛΟ

AR

1.000 2,00 € 2,00 € 2.000 € 2,0 €

2.000 2,00 € 2,00 € 4.000 € 2,0 €

5.000 2,00 € 2,00 € 10.000 € 2,0 €

10.000 2,00 € 2,00 € 20.000 € 2,0 €

20.000 2,00 € 2,00 € 40.000 € 2,0 €

40.000 2,00 € 2,00 € 80.000 € 2,0 €

80.000 2,00 € 2,00 € 160.000 € 2,0 €

100.000 2,00 € 2,00 € 200.000 € 2,0 €

Διάγραμμα 1

Όπως δείχνουν ο πίνακας 1 και το διάγραμμα 1 ,οριακό και μέσο έσοδο είναι ίδια.

Η καμπύλη ζήτησης του αγρότη είναι οριζόντια

Ο αγρότης υπολογίζει το κόστος ανά μονάδα, καθώς προσθέτει ή αφαιρεί παραγωγικούς συντελεστές και με βάση τα νέα δεδομένα, προκύπτει ο πίνακας 2 και το διάγραμμα 2 :

Πίνακας 2

ΣΥΝΟΛΙΚΟ ΠΡΟΙΟΝ Q σε ΣΕ ΚΙΛΑ ΤΙΜΗ ΑΝΑ ΚΙΛΟ

P ΟΡΙΑΚΟ ΕΣΟΔΟ ΑΝΑ ΚΙΛΟ

MR ΣΥΝΟΛΙΚΑ ΕΣΟΔΑ

TR ΜΕΣΟ ΕΣΟΔΟ ΑΝΑ ΚΙΛΟ

AR ΟΡΙΑΚΟ ΚΟΣΤΟΣ ΑΝΑ ΚΙΛΟ

MC 1.000 2,00 € 2,00 € 2.000 € 2,0 € 3,00 €

2.000 2,00 € 2,00 € 4.000 € 2,0 € 1,50 €

5.000 2,00 € 2,00 € 10.000 € 2,0 € 1,20 €

10.000 2,00 € 2,00 € 20.000 € 2,0 € 1,30 €

20.000 2,00 € 2,00 € 40.000 € 2,0 € 1,50 €

40.000 2,00 € 2,00 € 80.000 € 2,0 € 1,67 €

80.000 2,00 € 2,00 € 160.000 € 2,0 € 2,00 €

100.000 2,00 € 2,00 € 200.000 € 2,0 € 2,72 €

Διάγραμμα 2

Μια ανταγωνιστική επιχείρηση, όπως στο παράδειγμα μας, ανεξάρτητα αν πραγματοποιεί κέρδη ή ζημιές, ισορροπεί βραχυχρόνια, στο επίπεδο εκείνο της παραγωγής, όπου το οριακό κόστος αυξανόμενο ισούται με το οριακό έσοδο, το οποίο όπως είπαμε, είναι ίσο με την δεδομένη και σταθερή τιμή του αγαθού. ΜC=MR=AR=P

Όταν ικανοποιείται η παραπάνω σχέση, η επιχείρηση μεγιστοποιεί τα κέρδη της ή ελαχιστοποιεί τις ζημιές της.

Συμπεράσματα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

O αγρότης συλλέγοντας πλέον όλες τις πληροφορίες, υπολογίζει πόσο προϊόν πρέπει να παράγει για να μεγιστοποιήσει το κέρδος του ή να ελαχιστοποιήσει τις ζημιές του. Όπως φαίνεται στον πίνακα 2 και στο διάγραμμα 2, η ποσότητα του προϊόντος θα είναι 80.000 κιλά (σημείο Ε). Αν η αγροτική επιχείρηση βρίσκεται αριστερά του σημείου Ε, τη συμφέρει να αυξήσει την παραγωγή, γιατί κάθε πρόσθετο κιλό σιταριού αποφέρει οριακό έσοδο μεγαλύτερο από το οριακό κόστος (MR>MC), άρα αυξάνει τα κέρδη της. Αν η επιχείρηση βρίσκεται στο σημείο Α που είναι και αυτό σημείο τομής των δύο καμπυλών MC και MR, θα ήταν προς το συμφέρον της να αυξήσει την παραγωγή, γιατί το MC είναι κατερχόμενο σε αυτό το στάδιο και κάθε πρόσθετο κιλό το κάνει μικρότερο από το MR. Αν η αγροτική επιχείρηση βρίσκεται δεξιά του σημείου Ε, τη συμφέρει να μειώσει την παραγωγή, γιατί κάθε πρόσθετο κιλό σιταριού αποφέρει οριακό έσοδο μικρότερο από το οριακό κόστος (MR<MC), άρα μειώνονται τα κέρδη της.

Για να εξακριβώσει τελικά ο αγρότης αν έχει κέρδη ή ζημιές, πρέπει να υπολογίσει το μέσο συνολικό κόστος του σιταριού και μετά να το συγκρίνει με την τιμή του.


Πίνακας 3[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

ΣΥΝΟΛΙΚΟ ΠΡΟΙΟΝ Q ΣΕ ΚΙΛΑ ΤΙΜΗ ΑΝΑ ΚΙΛΟ ΟΡΙΑΚΟ ΕΣΟΔΟ ΑΝΑ ΚΙΛΟ ΣΥΝΟΛΙΚΑ ΕΣΟΔΑ ΜΕΣΟ ΕΣΟΔΟ ΑΝΑ ΚΙΛΟ ΟΡΙΑΚΟ ΚΟΣΤΟΣ ΑΝΑ ΚΙΛΟ ΜΕΣΟ ΚΟΣΤΟΣ ΑΝΑ ΚΙΛΟ ΣΥΝΟΛΙΚΟ ΚΟΣΤΟΣ ΣΥΝΟΛΙΚΟ ΚΕΡΔΟΣ ΚΕΡΔΟΣ ΑΝΑ ΚΙΛΟ 1000 2,00 € 2,00 € 2.000 € 2,0 € 3,00 € 2,61 € 2.610,00 € -610,00 € -0,61 € 2000 2,00 € 2,00 € 4.000 € 2,0 € 1,50 € 2,15 € 4.300,00 € -300,00 € -0,15 € 5000 2,00 € 2,00 € 10.000 € 2,0 € 1,20 € 1,82 € 9.100,00 € 900,00 € 0,18 € 10000 2,00 € 2,00 € 20.000 € 2,0 € 1,30 € 1,60 € 16.000,00 € 4.000,00 € 0,40 € 20000 2,00 € 2,00 € 40.000 € 2,0 € 1,50 € 1,50 € 30.000,00 € 10.000,00 € 0,50 € 40000 2,00 € 2,00 € 80.000 € 2,0 € 1,67 € 1,51 € 60.400,00 € 19.600,00 € 0,49 € 80000 2,00 € 2,00 € 160.000 € 2,0 € 2,00 € 1,70 € 136.000,00 € 24.000,00 € 0,30 € 100000 2,00 € 2,00 € 200.000 € 2,0 € 2,72 € 2,00 € 200.000,00 € 0,00 € 0,00 €

Διάγραμμα 3

Αν η τιμή είναι μεγαλύτερη του μέσου κόστους (P>AC) και το οριακό κόστος είναι μικρότερο από το οριακό έσοδο (MC<MR) ο αγρότης κερδίζει. Αν όμως η τιμή είναι μικρότερη από το μέσο κόστος(P<AC) τότε η επιχείρηση παρουσιάζει ζημιές. Ο αγρότης με την αγοραία τιμή των 2€ κερδίζει, αφού προσαρμόζοντας την παραγωγή μπορεί να έχει μικρότερο μέσο κόστος. Αν ο αγρότης αντιμετωπίζει μέσο κόστος σε όλα τα επίπεδα της παραγωγής μεγαλύτερο από την αγοραία τιμή των 2€, χάνει χρήματα. Και το ερώτημα που τίθεται είναι το εξής;Θα πρέπει να κλείσει την επιχείρηση του ή όχι; Δεν θα την κλείσει, αν μπορεί με την αγοραία τιμή να καλύπτει τουλάχιστον το μέσο μεταβλητό κόστος. Αν τα καταφέρνει και το καλύπτει, έχει να πληρώνει μόνο το σταθερό κόστος. Για πόσο διάστημα θα αντέξει; Εξαρτάται από το πόσο γρήγορα θα απαλλαγεί από το σταθερό κόστος, αν τα καταφέρει π.χ και πουλήσει κτίρια, μηχανήματα ή από τα μετρητά που είναι διατεθειμένος να εκταμιεύει για να το καλύπτει. Στα σημεία Β και Γ στα οποία η καμπύλη του μέσου κόστους (με το πορτοκαλί χρώμα) τέμνει την καμπύλη του μέσου εσόδου (με το μπλε χρώμα), η επιχείρηση δεν κερδίζει ούτε χάνει. (τα σημεία Β και Γ ονομάζονται νεκρά σημεία). Στο γκρι πλαίσιο η τιμή είναι μεγαλύτερη από το μέσο κόστος αλλά το οριακό κόστος είναι μεγαλύτερο από το οριακό έσοδο(MC>MR), άρα δεν συμφέρει τον αγρότη να κυμαίνεται σε τέτοιο επίπεδο παραγωγής.

Συμπεράσματα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τελικά, το μόνο σημείο στο οποίο ο αγρότης μεγιστοποιεί τα κέρδη του, είναι το σημείο ισορροπίας Ε.Στο σημείο Ε αντιστοιχεί ποσότητα Q=80.000 κιλά η οποία αποφέρει τα μεγαλύτερα κέρδη(κέρδος=24.000€). Το κέρδος αυτό είναι ίσο με το γινόμενο του κέρδους ανά κιλό (διαφορά μεταξύ της τιμής και μέσου κόστους) και της άριστης ποσότητας παραγωγής.Δηλαδή Κ=0,3€*80.000→Κ=24.000€ Αυτή η ποσότητα παραγωγής δεν αποφέρει όμως και το μεγαλύτερο μέσο κέρδος.(μέσο κέρδος=0,30€ το κιλό). Το μεγαλύτερο μέσο κέρδος αποφέρει, αν προσέξουμε τον πίνακα 3, ποσότητα Q=20.000 κιλά (σημείο Δ) γιατί η καμπύλη του οριακού κόστους(με το κόκκινο χρώμα), σε αυτό το επίπεδο παραγωγής τέμνει την καμπύλη του μέσου κόστους στο κατώτατο σημείο της,(μέσο κέρδος=0,5€ το κιλό).

Κατά συνέπεια: Βραχυχρόνια, έχουμε δύο άριστα επίπεδα παραγωγής: Στο ένα επίπεδο(Q=20.000κιλά) ελαχιστοποιείται το κατά μονάδα κόστος και μεγιστοποιείται το κατά μονάδα κέρδος και σε ένα άλλο επίπεδο παραγωγής(Q=80.000) μεγιστοποιείται το συνολικό κέρδος.

Προσφορά της ανταγωνιστικής επιχείρησης Ο αγρότης θέλει να γνωρίζει και τις διάφορες ποσότητες που μπορεί να προσφέρει σε διάφορες τιμές, με άλλα λόγια, την καμπύλη προσφοράς της επιχείρησης του.

Διάγραμμα 4

Το ανερχόμενο τμήμα της καμπύλης του οριακού κόστους αποτελεί την καμπύλη προσφοράς της ανταγωνιστικής επιχείρησης.Αν υποθέσουμε ότι η αγοραία τιμή ανεβαίνει από 1,5€ σε 2€, αυτό που ενδιαφέρει τον αγρότη είναι αν η αύξηση της παραγωγής είναι κερδοφόρα. Για να είναι κερδοφόρα όμως, το οριακό έσοδο πρέπει να είναι μεγαλύτερο από το οριακό κόστος της πρόσθετης παραγωγής.Επομένως, όταν η τιμή αυξάνεται από 1,5€ σε 2€, θα αυξηθεί η παραγωγή καλαμποκιού άρα και η προσφορά, από 20.000 κιλά σε 80.000 κιλά αφού επιφέρει στον αγρότη πρόσθετο κέρδος 14.000€ (24.000€-10.000€). Το σημείο Β στο οποίο θα βρεθεί η παραγωγή προσδιορίζεται από την τομή της καμπύλης του οριακού κόστους με την νέα τιμή.

Είσοδος και έξοδος στον κλάδο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τα κέρδη που πραγματοποιεί ο αγρότης στο παράδειγμα μας , αποτελούν πόλο έλξης και για άλλες μικρές αγροτικές επιχειρήσεις αλλά και για άλλους επιχειρηματίες, που εγκαταλείπουν άλλους κλάδους για να μετακινηθούν στον κερδοφόρο κλάδο του αγρότη. Με την είσοδο στον κλάδο νέων επιχειρήσεων, η παραγωγή του σιταριού θα αυξηθεί. Η προσφορά του προϊόντος θα είναι πλέον μεγαλύτερη, γεγονός που θα προκαλέσει μείωση της τιμής του. Μέχρι πότε θα εισρέουν νέοι ανταγωνιστές στον κλάδο; Ώσπου να εξαντληθούν τα περιθώρια κέρδους. Αν η τιμή πέσει κάτω από την καμπύλη του μέσου κόστους πλέον όχι μόνο κέρδη δεν υπάρχουν, αλλά παρουσιάζονται ζημιές. Μια τέτοια εξέλιξη όχι μόνο θα αποθαρρύνει νέες επιχειρήσεις να εισρεύσουν στον κλάδο αλλά και τις υφιστάμενες να ακολουθήσουν το δρόμο της εξόδου. Η έξοδος επιχειρήσεων από τον κλάδο θα μειώσει την παραγωγή του σιταριού και θα επιφέρει αύξηση της τιμής του. Η διαδικασία μπορεί να μην ολοκληρωθεί γρήγορα, όμως η έξοδος μερικών επιχειρήσεων θα επιφέρει την αναγκαία αναπροσαρμογή.


Μακροχρόνια ισορροπία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μακροχρόνια, η ισορροπία μιας πλήρους ανταγωνιστικής επιχείρησης επιτυγχάνεται, όταν η επιχείρηση παράγει τέτοια ποσότητα προϊόντος που να εξισώνει το ανερχόμενο οριακό κόστος με το οριακό έσοδο-τιμή αλλά και με το ελάχιστο μέσο κόστος. Αν ισχύουν τα παραπάνω, όλα τα υπερκέρδη και οι ζημιές έχουν εξαφανιστεί. Όταν ισορροπεί μακροχρόνια η μεμονωμένη επιχείρηση, δεν έχει κίνητρο να αυξομειώσει την παραγωγή της αφού το οριακό κόστος είναι ίσο με το οριακό έσοδο και δεν υπάρχει κίνητρο εισόδου ή εξόδου άλλων επιχειρήσεων αφού το μέσο κόστος είναι ίσο με την τιμή. Τελικά, για να παραμείνει η επιχείρηση στην αγορά μακροχρόνια πρέπει να καλύπτει οπωσδήποτε τα έξοδα της (σταθερό και μεταβλητό κόστος)

Φορολογία και τέλειος ανταγωνισμός[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ποιες είναι οι επιδράσεις των φόρων που επιβάλλονται στις πωλήσεις μιας επιχείρησης που λειτουργεί κάτω από συνθήκες τέλειου ανταγωνισμού; Οι φόροι μεταβάλλουν το σημείο αριστοποίησης της παραγωγικής δραστηριότητας της επιχείρησης, επομένως μεταβάλλουν την προσφορά τόσο της επιχείρησης όσο και του κλάδου.

Μια περίπτωση φορολογίας μπορεί να είναι η επιβολή φόρου t Ευρώ ανά μονάδα προϊόντος.

Ο φόρος αποτελεί ένα επιπλέον στοιχείο κόστους.Επομένως η συνάρτηση κόστους της επιχείρησης είναι:

TC = F(q)+FC+tq

όπου ΤC=συνολικό κόστος

F(q)=Μεταβλητό κόστος

FC= Σταθερό κόστος

q=μονάδες παραγόμενου προϊόντος

p=τιμή

q=παραγόμενο προϊόν

Η επιχείρηση μεγιστοποιεί τα κέρδη της, στο επίπεδο εκείνο της παραγωγής, όπου το οριακό κόστος αυξανόμενο ισούται με το οριακό έσοδο, το οποίο όπως είπαμε, είναι ίσο με την δεδομένη και σταθερή τιμή (P) του αγαθού.

Αν παραγωγίσουμε τη συνάρτηση κόστους ως προς q προκύπτει:

ΤC΄=F(q)΄+FC΄+(Tq)΄ =p →TC΄= F(q)΄+ t=p

→ F(q)΄=ΜC=p-t

Tι σημαίνει η παραπάνω εξίσωση;[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η επιχείρηση εξισώνει το οριακό κόστος με την τιμή του προϊόντος μειωμένη κατά το ποσό του φόρου, με αποτέλεσμα η άριστη παραγόμενη ποσότητα από την επιχείρηση να μειώνεται μετά την επιβολή του φόρου. Η συνολική προσφορά του κλάδου είναι συνάρτηση της τιμής (P-t) που εισπράττει o παραγωγός. Επομένως η καμπύλη προσφοράς του μετατοπίζεται προς τα πάνω κατά το ποσό του φόρου Τ ανά μονάδα προϊόντος. Αυτό σημαίνει ότι οι ποσότητες που προσφέρονται στην αγορά σε κάθε επίπεδο τιμής είναι τώρα μικρότερες.

Δείτε το παρακάτω διάγραμμα:

Διάγραμμα 5

H μετατόπιση της συνάρτησης προσφοράς S1 στη θέση S2 απεικονίζει την επίδραση του φόρου (ΑΒ). Η ποσότητα είναι μειωμένη από q1 σε q2 και η τιμή αυξημένη από p1 σε p2. Διαπιστώνουμε ότι η τιμή που πληρώνει ο καταναλωτής είναι μεγαλύτερη και η τιμή που εισπράττει ο παραγωγός μικρότερη. Πόσο θα επηρεάσει ο ειδικός αυτός φόρος τον καταναλωτή ή τον παραγωγό εξαρτάται από την ελαστικότητα της ζήτησης και της προσφοράς. Μια άλλη περίπτωση φορολογίας μπορεί να είναι η επιβολή φόρου πωλήσεων που εκφράζεται ως ποσοστό της τιμής πώλησης του προϊόντος. Στην περίπτωση αυτή η προσφορά του κλάδου είναι συνάρτηση της καθαρής τιμής που εισπράττει ο παραγωγός. Αυτός ο φόρος συνεπάγεται μετατόπιση της καμπύλης προσφοράς ανάλογα με την τιμή του προϊόντος.

Μειονεκτήματα του Ανταγωνισμού[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο ανταγωνισμός έχει όμως και μειονεκτήματα. Αν δεν υπάρχει απολύτως κανένας περιορισμός στην αγορά και όλοι μπορούν να παράγουν όλα τα αγαθά, οι επιχειρήσεις δεν έχουν κίνητρο να βελτιώσουν την ποιότητα. Η βελτίωση των προϊόντων κοστίζει και απαιτεί επενδύσεις σε έρευνα και τεχνολογία, σε έρευνα αγοράς, σε προώθησή τους. Αν οι ανταγωνιστές μπορούν να αντιγράψουν τα προϊόντα των άλλων χωρίς περιορισμούς, η ανάπτυξη νέων δημιουργεί μόνο κόστος σ’ αυτόν που τα δημιουργεί χωρίς να του αποδίδει κέρδος, αφού όλοι οι ανταγωνιστές θα επωφεληθούν από αυτά. Αποτέλεσμα είναι ότι κανείς δεν καινοτομεί, αφού γνωρίζει ότι δε θα ωφεληθεί από την καινοτομία. Για να βελτιώσει προϊόντα και υπηρεσίες, χρειάζεται να ξέρει, ότι ο καταναλωτής θα μπορεί να εξατομικεύσει τα προϊόντα του και να τα ταυτίσει με αυτόν ή ότι αυτός θα είναι ο μόνος που θα μπορεί να τα παράγει. Έτσι δημιουργείται ένα είδος περιορισμού στη δράση των άλλων επιχειρήσεων, αφού δεν τους επιτρέπεται να αντιγράψουν τα προϊόντα ή τις υπηρεσίες του ανταγωνιστή τους. Με το δικαίωμα στο σήμα ο καταναλωτής μπορεί να ταυτίσει το προϊόν με τον παραγωγό, ενώ το δίπλωμα ευρεσιτεχνίας εξασφαλίζει στον κάτοχό του ότι, για όσο διαρκεί, οι ανταγωνιστές δε θα μπορούν να αντιγράψουν την καινοτομία του.

Μπορεί όμως και με το δικαίωμα στο σήμα και στην ευρεσιτεχνία πάλι ο ανταγωνισμός να γίνεται μόνο για τις τιμές, αν τα προϊόντα είναι από τη φύση τους ομογενοποιημένα και δεν επιδέχονται διαφοροποίηση. Παράδειγμα είναι το γάλα. Του καταναλωτή τού είναι αδιάφορο από ποιον κτηνοτρόφο προέρχεται, αφού όλοι προσφέρουν το ίδιο προϊόν, και το μόνο που τον ενδιαφέρει είναι η τιμή. Ο κτηνοτρόφος έχει ως μόνο όπλο την τιμή, επειδή ο καταναλωτής συνήθως δεν είναι διατεθειμένος να πληρώσει περισσότερο π.χ. για καλύτερη ποιότητα, αφού οι διαφορές στην ποιότητα δεν του είναι αντιληπτές και το κύριο κριτήριό του είναι η τιμή. Έτσι ο αγώνας στην αγορά του γάλακτος γίνεται μόνο για τις τιμές. Όσο ο κτηνοτρόφος πρέπει να ρίξει τις τιμές, τόσο προσπαθεί να εξοικονομήσει κόστος μειώνοντας την ποιότητα του προϊόντος του (φθηνότερες ζωοτροφές, χειρότερες συνθήκες εκτροφής των ζώων). Ο ανταγωνισμός είναι τότε καταστροφικός και οδηγεί σε διαρκή χειροτέρευση του προϊόντος (race to the bottom).