Ανατολικό μέτωπο (Β' Παγκόσμιος Πόλεμος)

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Ανατολικό μέτωπο
Β' Παγκόσμιος Πόλεμος
Kovpak partisanki.jpg
Ημερομηνία 22 Ιουνίου 1941 - 30 Απριλίου 1944
Τόπος Σοβιετική Ένωση (1941-1944), Κεντρική Ευρώπη(1944-1945)
Έκβαση Νίκη του Κόκκινου Στρατού
Εμπλεκόμενες πλευρές
Ηγετικά πρόσωπα
Δυνάμεις
μη υπολογίσιμες
μη υπολογίσιμες
Απώλειες
Στρατιώτες:010.250.000
Άμαχοι:000015.000.000
άνω των 5.000.000

Ως Ανατολικό Μέτωπο του Β' Παγκοσμίου Πολέμου περιγράφεται το σύνολο των πολεμικών γεγονότων που έλαβαν χώρα ανάμεσα στη Σοβιετική Ένωση και τις ευρωπαϊκές δυνάμεις του Άξονα κατά τα έτη 1941 έως 1945, στα πλαίσια του Β' Παγκοσμίου Πολέμου. Αποτελεί το σπουδαιότερο πολεμικό γεγονός της σοβιετικής ιστορίας και ένα από τα σπουδαιότερα της παγκόσμιας. Στη ρωσική ιστοριογραφία αναφέρεται συνήθως ως Μεγάλος Πατριωτικός Πόλεμος (ρωσικά: Великая Отечественная война) - ο εν λόγω όρος πρωτοχρησιμοποιήθηκε από την εφημερίδα Πράβντα την επομένη της γερμανικής εισβολής, σε ένα άρθρο που καλούσε τους σοβιετικούς πολίτες να επαναλάβουν το θρίαμβο του Πατριωτικού Πολέμου (η νίκη της Παλαιάς Ρωσίας επί του Ναπολέοντα).

Θέατρο επιχειρήσεων του Ανατολικού μετώπου ήταν κυρίως τα σοβιετικά και προς το τέλος τα κεντροευρωπαϊκά εδάφη. Το ανθρώπινο κόστος του υπήρξε τεράστιο, αφού το Ανατολικό Μέτωπο ήταν το κύριο θέατρο του πολέμου συνολικά (πάνω από το 70% των πολεμικών εχθροπραξιών του Β΄ Π.Π.). Πάνω από 25.000.000 Σοβιετικοί πολίτες πέθαναν κατά τη διάρκειά του και πολλά ακόμη εκατομμύρια έμειναν σωματικά ή ψυχικά ανάπηροι. Σχεδόν όλες οι υποδομές της χώρας στο ευρωπαϊκό τμήμα της καταστράφηκαν.

Επιχείρηση Μπαρμπαρόσα: Η γερμανική επέλαση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Υπόβαθρο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Αν και το 1939 η ΕΣΣΔ και η Γερμανία (Γ' Ράιχ) είχαν συνυπογράψει το Σύμφωνο Μολότοβ - Ρίμπεντροπ, με το οποίο δεσμεύονταν να μην επιτεθούν η μία στην άλλη και επιπλέον μοιράζονταν τις μεταξύ τους χώρες, ήταν σαφές ότι μετά την κατάκτηση της Κεντρικής Ευρώπης και των Βαλκανίων θα ερχόταν η σειρά της Σοβιετικής Ένωσης. Η ανάγκη υποταγής της ΕΣΣΔ είχε και ιδεολογικό υπόβαθρο για τον Χίτλερ, αφού θεωρούσε τους Σλάβους ως κατώτερη φυλή και μισούσε θανάσιμα τον κομμουνισμό. Επιπλέον, θεωρούσε ότι έτσι εξασφάλιζε τον απαιτούμενο για τους Γερμανούς «ζωτικό χώρο» (Lebensraum), ενώ παράλληλα προσδοκούσε ότι η Βρετανία, έχοντας χάσει το ηπειρωτικό της στήριγμα, θα ζητούσε συνθηκολόγηση μετά την κατάρρευση της ΕΣΣΔ.

Η προετοιμασία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η προετοιμασία της γερμανικής επίθεσης άρχισε από τη Βέρμαχτ το 1940. Ο πρώτος επιτελής που ανέλαβε την εκπόνηση σχετικών σχεδίων ήταν ο στρατηγός Έριχ Μαρκς, ο οποίος κατέστρωσε τη μεγαλύτερη μάχη αναστρεφόμενων μετώπων που είχε ποτέ σχεδιασθεί. Ο Χίτλερ απέρριψε το σχέδιο (πιθανόν από προσωπική αντιπάθεια προς τον δημιουργό του) δηλώνοντας ότι πρέπει κανείς να έχει υπερβολικά περίπλοκο εγκέφαλο για να εκπονήσει σχέδια όπως αυτό[1]. Δεύτερος ανέλαβε ο Φρίντριχ Πάουλους που εκτέλεσε αεροπορική αναγνώριση των εδαφών και τρόμαξε από την ευρύτητά τους, με αποτέλεσμα ένα σχετικά απλό σχέδιο. Ούτε αυτό όμως έτυχε της έγκρισης του Φύρερ.

Τελικά το οριστικό σχέδιο ενέργειας, υπό την κωδική ονομασία «Μπαρμπαρόσα», αποτέλεσε έμπνευση του ίδιου του Χίτλερ. Όσο κι αν φαίνεται παράξενο, λόγω της τεράστιας απόστασης, προϋπόθεση για την έναρξή του αποτελούσε η κατάκτηση της Κρήτης. Οι Γερμανοί είχαν υπολογίσει ότι τα ρουμανικά διυλιστήρια, από τα οποία θα προμηθεύονταν τα καύσιμά τους, βρίσκονταν εντός του βεληνεκούς των συμμαχικών βομβαρδιστικών, εάν τα τελευταία εφορμούσαν από το νησί. Φρόντισαν λοιπόν να κατακτήσουν την Κρήτη έστω και με μεγάλες απώλειες (Μάχη της Κρήτης), πριν ξεκινήσουν την εκστρατεία στη Σοβιετική Ένωση.

Με την πτώση της Κρήτης την 1η Ιουνίου 1941, η υλοποίηση του σχεδίου Μπαρμπαρόσα μπήκε στην τελική ευθεία. Προβλέπονταν δύο φάσεις:

  • Μέχρι την έναρξη του φθινοπώρου έπρεπε να έχουν καταληφθεί με αστραπιαίο πόλεμο (Blitzkrieg) οι πόλεις Μινσκ (Λευκορωσία), Κίεβο (Ουκρανία) και Λένινγκραντ (ΒΔ Ρωσία). Ακολούθως όλες οι διαθέσιμες δυνάμεις θα συγκεντρώνονταν μπροστά στην πρωτεύουσα Μόσχα, η οποία έπρεπε να πέσει πριν ξεκινήσει ο βαρύς ρωσικός χειμώνας.
  • Έχοντας τον έλεγχο των σημαντικότερων σοβιετικών πόλεων, οι Γερμανοί θα συνέχιζαν το 1942 να επεκτείνονται στις πλούσιες σε πρώτες ύλες περιοχές του Ντον, του Βόλγα και του Καυκάσου - ιδιαιτέρως του τελευταίου, λόγω των πλούσιων πετρελαιοφόρων κοιτασμάτων του.

Τελικός αντικειμενικός σκοπός ήταν η οριστική διάλυση του σοβιετικού κράτους. Για τους κατακτημένους πληθυσμούς επιφυλασσόταν μια πραγματική γενοκτονία: εξαφάνιση των «υπανθρώπων» (Untermenschen, κατά τον Χίτλερ) Σλάβων και Εβραίων είτε με την εξολόθρευσή τους ή με την απώθησή τους πέρα από τα Ουράλια.

Ήταν, επίσης, η πρώτη εκστρατεία του Β' Π.Π. που ο ρόλος της Βέρμαχτ θα περιοριζόταν σε αμιγώς στρατιωτικές επιχειρήσεις. Την καταστολή στα κατειλημμένα εδάφη θα αναλάμβανε η Γκεστάπο και παραστρατιωτικές ομάδες του Εθνικοσοσιαλιστικού Κόμματος (Ες-Ες, Τάγματα Θανάτου κτλ). Τέλος, ειδική οδηγία του Χίτλερ διέταζε την επί τόπου εκτέλεση όσων πολιτικών κομισάριων του Κόκκινου Στρατού συλλαμβάνονταν (Komissarbefehl).

Το Σχέδιο Μπαρμπαρόσα τρόμαζε τα στελέχη της Βέρμαχτ. Έβλεπαν ξανά τον εφιάλτη των δύο μετώπων να ανοίγεται μπροστά τους (όπως στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο) και έκριναν ότι οι δυνάμεις τους ήταν ανεπαρκείς για τόσο μεγάλη επιχείρηση. Ο ίδιος ο Γκέρινγκ προσπάθησε να αποτρέψει την έναρξη του σχεδίου, ενώ ο επιτελάρχης Βάλτερ φον Μπράουχιτς έλεγε στο συνάδελφό του Φραντς Χάλντερ, μερικές ημέρες πριν την έναρξη της επίθεσης, ότι πρέπει να διατηρήσουμε την φιλία μας με την Ρωσία.[2]

Επίθεση και άνετη προέλαση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τα χαράματα της 22ας Ιουνίου 1941, παραβιάζοντας το Σύμφωνο Μη Επίθεσης, ο Χίτλερ διέταξε τις δυνάμεις του να εφορμήσουν αστραπιαία εναντίον της ΕΣΣΔ κινητοποιώντας την μεγαλύτερη στρατιωτική δύναμη που είχε ως τότε γνωρίσει η ανθρωπότητα σε μία μόνη επιθετική επιχείρηση: 3.000.000 άνδρες, 3.580 άρματα μάχης, 7.184 πυροβόλα, 2.830 αεροπλάνα και 750.000 άλογα, κατανεμημένες σε τρεις ομάδες: Ομάδα Στρατιών Βορρά (Nord, επικεφαλής Βίλχελμ φον Λέεμπ), Ομάδα Στρατιών Κέντρου (Μitte, επικεφαλής Φέντορ φον Μποκ) και Ομάδα Στρατιών Νότου (Sud, επικεφαλής Γκερντ φον Ρούντστεντ). Ο Κόκκινος Στρατός έδειξε απόλυτη αδυναμία να απωθήσει τον εισβολέα και η άμυνά του κατέρρευσε εξίσου αστραπιαία σαν πύργος από τραπουλόχαρτα. Οι λόγοι ήταν πολλοί και αλληλοσυμπληρούμενοι:

  • Οι Γερμανοί διέθεταν πολλαπλάσια αεροπλάνα και τεθωρακισμένα, το δε πλεονέκτημα αυτό μεγεθυνόταν ακόμη περισσότερο από την επίπεδη μορφολογία του εδάφους. Η επιλογή του Κλιμ Βοροσίλοφ να αντιτάξει το ηρωικό αλλά ξεπερασμένο σοβιετικό ιππικό, αποδείχθηκε στρατηγικά αυτοκτονική.
  • Οι σταλινικές εκκαθαρίσεις της δεκαετίας του '30, αλλά και η φυσική γήρανση των εμπειροπόλεμων στρατηγών, είχαν στερήσει τον Κόκκινο Στρατό από την κατάλληλη ηγεσία. Η πλειοψηφία των ηγητόρων του ήταν νέοι αξιωματικοί, προσκείμενοι στο Κομμουνιστικό Κόμμα, που δεν είχαν βρεθεί ποτέ σε πολεμικό πεδίο.
  • Οι Σοβιετικοί δεν είχαν σωστή αίσθηση του χρόνου εκδήλωσης της επίθεσης. Ενώ από τις αρχές του 1941 η σοβιετική αντικατασκοπεία ενημέρωνε συνεχώς την πολιτική ηγεσία για επερχόμενη επίθεση, εν τούτοις οι εκτιμήσεις του Κόμματος και του Στάλιν προέβλεπαν αυτό το ενδεχόμενο για αργότερα.

Σύντομα το Κίεβο, το Μινσκ και οι Βαλτικές Δημοκρατίες βρίσκονταν υπό γερμανική κατοχή. Η κατάληψη της Ουκρανίας με τους σιτοβολώνες και τις πρώτες ύλες της έδωσε ένα ακόμη πλεονέκτημα στον Χίτλερ, τόσο σημαντικό, που απέτρεπε τον στρατό του να καταλάβει τη Μόσχα πριν ολοκληρωθεί η κατάληψή της Ουκρανίας. Επιπλέον, στην Ουκρανία οι γερμανικές δυνάμεις κατέστρεψαν μεγάλο τμήμα του σοβιετικού στρατού, αλλά τελικά αυτή η αργοπορία τις έφερε αντιμέτωπες με το ρωσικό χειμώνα. Ήταν πλέον τέλη φθινοπώρου, όταν οι γερμανικές στρατιές έφθαναν έξω από την πρωτεύουσα και οι σοβιετικοί άρχιζαν τη μεγάλη εκκένωση της. Πρώτη εγκατέλειψε τη Μόσχα η σορός του Λένιν με προορισμό το Τσελιάμπινσκ. Το Συμβούλιο Ύπατης Ηγεσίας παρέμεινε στην πόλη.

Η σοβιετική αντίσταση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι γερμανικές κτήσεις στο πρώτο εξάμηνο του Μεγάλου Πατριωτικού Πολέμου.

Σε λιγότερο από τέσσερις μήνες, όλα τα σοβιετικά εδάφη δυτικά της γραμμής Αζόφ - Λάντογκα ήταν κατεχόμενα. Ελεύθερες έμεναν οι δύο μεγαλύτερες πόλεις της ΕΣΣΔ, η Μόσχα και το Λένινγκραντ, που τελικά κρατήθηκαν με λυσσαλέα αντίσταση. Η αντίσταση των δύο πόλεων - συμβόλων αναπτέρωσε το ηθικό στις κατακτημένες περιοχές και σύντομα συγκροτήθηκαν αντάρτικες ομάδες που έδωσαν τρομερά χτυπήματα στη ναζιστική μηχανή. Υπήρξαν όμως και δωσιλογικά σώματα προς υποστήριξη των δυνάμεων κατοχής, αποτελούμενα κυρίως από αντικομμουνιστές ή από μέλη τουρανικών μειονοτήτων του Καυκάσου, που ήλπιζαν ότι ο Χίτλερ θα τους αντάμοιβε με ανεξαρτησία από τη Σοβιετική Ένωση μετά τη λήξη του πολέμου.

Πολιορκία του Λένινγκραντ[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στο βορρά το Λένινγκραντ έγραφε την ηρωικότερη σελίδα της ιστορίας του. Στις 8 Σεπτεμβρίου 1941 η Βέρμαχτ και φρανκιστές εθελοντές έφθασαν στα όρια της πόλης και σχημάτισαν έναν ημικυκλικό κλοιό στα νότια, ενώ ο φινλανδικός στρατός είχε παραταχθεί στο βορρά εμποδίζοντας πιθανή εκκένωση ή αποστολή ενισχύσεων. Θεωρώντας τη νίκη της σίγουρη, η γερμανική διοίκηση είχε εκ των προτέρων τυπώσει προσκλητήρια για την επινίκια δεξίωση στο πολυτελές ξενοδοχείο Αστόρια στο κέντρο της πόλης. Αυτή όμως η δεξίωση έμελλε να μη γίνει ποτέ, χάρη στην αυταπάρνηση των κατοίκων.

Τρία εκατομμύρια κάτοικοι μαζί με μονάδες του στρατού υπερασπίσθηκαν την πόλη επί σχεδόν 900 μέρες παρά το λιμό, τις κακές συνθήκες διαβίωσης και την τεχνολογική υπεροπλία των επιτιθεμένων. Ο αριθμός των νεκρών στην πόλη εκτιμάται σε περίπου ένα εκατομμύριο. Με αυτόν τον τρόπο δε σώθηκε μόνο η παλιά πρωτεύουσα της Ρωσικής Αυτοκρατορίας αλλά και η Μόσχα, αφού η Ομάδα Στρατιών Βορρά παρέμεινε καθηλωμένη στη ΒΔ Ρωσία και δε μπόρεσε να ενισχύσει τις Στρατιές Κέντρου στη Μάχη της Μόσχας. Εκφράζοντας το θαυμασμό του, ο συνθέτης Ντμίτρι Σοστακόβιτς έγραψε τη Συμφωνία του Λένινγκραντ (7η) - οι παρτιτούρες ρίχθηκαν στην πολιορκημένη πόλη με αεροπλάνο και η συμφωνία παρουσιάσθηκε από μία ορχήστρα ανδρών του μετώπου στις 9 Αυγούστου 1942, με ηχεία που ακούγονταν μέχρι τις γραμμές του εχθρού.

Μάχη της Μόσχας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κύριο λήμμα: Μάχη της Μόσχας

Στις 7 Νοεμβρίου 1941, επέτειο της Μεγάλης Οκτωβριανής Επανάστασης αλλά και τελικής ημερομηνίας που είχε ορίσει ο Χίτλερ για την πτώση της πόλης, η Ομάδα Στρατιών Κέντρου βρισκόταν ήδη προ των πυλών της Μόσχας. Ο Στάλιν παρακολούθησε από την οροφή του (άδειου) μαυσωλείου του Λένιν την παρέλαση μονάδων του Κόκκινου Στρατού, οι οποίες από την Κόκκινη Πλατεία κατευθύνονταν απευθείας στο μέτωπο λίγα χιλιόμετρα μακριά. Η Μάχη της Μόσχας διήρκεσε έως τις 6 Δεκεμβρίου και κερδήθηκε από τους Σοβιετικούς χάρη στην αυτοθυσία και τον ηρωισμό των ελλιπώς εξοπλισμένων στρατιωτών, αλλά και την πρόνοια του Γκεόργκι Ζούκοφ να χρησιμοποιήσει μονάδες από τη Σιβηρία και τα παράλια του ΕιρηνικούΙαπωνία, αν και ήταν μέλος του Άξονα, δε συμμετείχε στην επιχείρηση Μπαρμπαρόσα διότι ενδιαφερόταν κυρίως για την Ινδοκίνα). Επίσης συνέβαλε σημαντικά ότι το μεγαλύτερο μέρος των επιχειρήσεων διεξήχθη υπό συνθήκες και θερμοκρασίες για τις οποίες η Βέρμαχτ δεν ήταν καθόλου προετοιμασμένη.

Η αντεπίθεση του Κόκκινου Στρατού[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ρώσος: Αυτός ο άνδρας είναι ΦΙΛΟΣ σου, πολεμά για την ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ. Αμερικανική αφίσα.

Η αποτυχία της Βέρμαχτ να καταλάβει τη Μόσχα και το Λένινγκραντ πριν το χειμώνα '41-'42, είχε αρνητικές συνέπειες για την έκβαση της επιχείρησης Μπαρμπαρόσσα. Το μοναδικό σκέλος της πολυδιαφημισμένης Αντιμπολσεβικικής Σταυροφορίας που προχωρούσε σύμφωνα με τα σχέδια, ήταν η μαζική εξολόθρευση Εβραίων και κομμουνιστών από τα ειδικά Τάγματα Θανάτου - εκατοντάδες χιλιάδες εκτελέσθηκαν στην ύπαιθρο και ρίχθηκαν σε μαζικούς τάφους, ή μεταφέρθηκαν στα στρατόπεδα συγκέντρωσης. Στο αμιγώς στρατιωτικό επίπεδο, όμως, ήταν εμφανές ότι οι εισβολείς βρέθηκαν σε απροσδόκητο τέλμα: αφενός αδυνατούσαν να προχωρήσουν περισσότερο, αφετέρου έπρεπε να αντιμετωπίσουν καιρικές συνθήκες που όχι μόνο δεν τους ήταν γνώριμες, αλλά και δεν είχαν προετοιμασθεί επαρκώς για να τις αντιμετωπίσουν.

Οι επικεφαλής πρότειναν στον Χίτλερ να κρατηθεί το Κίεβο και το Μινσκ, ενώ οι υπόλοιπες δυνάμεις να οπισθοχωρήσουν στην Πολωνία μέχρι την άνοιξη, αλλά ο Γερμανός ηγέτης τους διέταξε να παραμείνουν. Την ίδια στιγμή οι σοβιετικοί μετέφεραν ολόκληρα εργοστάσια στα Ουράλια και τη Σιβηρία και παρήγαν αδιάκοπα νέο πολεμικό υλικό, οχήματα και αεροπλάνα, ενώ είχε αρχίσει να φθάνει και η συμμαχική βοήθεια από τις ΗΠΑ μέσω του Ειρηνικού.

Το καλοκαίρι του 1942 τα γερμανικά πλάνα άλλαξαν. Ο Χίτλερ ακύρωσε το πρώτο σκέλος του Σχεδίου Μπαρμπαρόσα και έδωσε εντολή να προχωρήσουν στο δεύτερο, δηλ. να καταληφθούν ταυτόχρονα οι πετρελαιοπαραγωγές περιοχές της Κασπίας και του Καυκάσου. Ήλπιζε έτσι να εξασφαλίσει τον εφοδιασμό των μονάδων του για πιθανή μακροχρόνια παραμονή, δημιουργώντας ταυτόχρονα τις προϋποθέσεις για νέα επίθεση κατά της Μόσχας από τα νότια. Η απόφαση αυτή αποδείχθηκε εκ των υστέρων μοιραία, διότι ανάγκασε τους στρατηγούς να ανοίξουν ταυτόχρονα δύο καινούρια μέτωπα και να προχωρήσουν πολύ βαθιά στη ρωσική ενδοχώρα, πέρα από τις πραγματικές επιχειρησιακές ικανότητες και τις δυνατότητες ανεφοδιασμού.

Μάχη του Στάλινγκραντ[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το Νοέμβριο του 1942 τα σοβιετικά στρατεύματα του Μετώπου του Στάλινγκραντ και του Νοτιοδυτικού Μετώπου συναντήθηκαν στη πόλη Κάλατς-να-Ντόνου και δημιούργησαν μια σφήνα πλάτους δεκάδων χιλιομέτρων μεταξύ της Ουκρανίας (Δ) και του Βόλγα (Α), ανατρέποντας πλήρως το σκηνικό στη νότια Ρωσία: μία τεράστια δύναμη είκοσι δύο ναζιστικών ταξιαρχιών που έδρευε στην ευρύτερη περιοχή του Στάλινγκραντ βρισκόταν πια αποκομμένη από τις εστίες ανεφοδιασμού της. Η πίεση και ο χειμώνας έσπρωξαν τους Γερμανούς μέσα στην πόλη, όπου τα τεθωρακισμένα τους δε μπορούσαν να κινηθούν και εξαναγκάσθηκαν σε μάχες ελεύθερων σκοπευτών ή σώμα με σώμα. Με τον τρόπο αυτό ο Κόκκινος Στρατός κέρδισε τη Μάχη του Στάλινγκραντ, την πλέον αιματηρή συμπλοκή στην ιστορία της ανθρωπότητας, καθώς ο αριθμός των νεκρών εκατέρωθεν υπερέβη το ενάμισι εκατομμύριο.

Η επικράτηση των σοβιετικών στο Στάλινγκραντ το Φεβρουάριο του 1943 δε σήμανε μόνο την απαρχή της απελευθέρωσης της χώρας αλλά και τη συνολική αντιστροφή του κλίματος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, αφού ήταν η πρώτη ουσιαστική ήττα της Βέρμαχτ και η πρώτη φορά που ένας ναζί ανώτατος στρατηγός παραδόθηκε (ο επικεφαλής της 6ης Στρατιάς Φρίντριχ Πάουλους προβιβάστηκε από τον Χίτλερ σε Στρατάρχη μια μέρα πριν την παράδοσή του). Τις ίδιες ημέρες στο βορρά εξασφαλίζεται η πρώτη χερσαία δίοδος μεταξύ ελεύθερης Ρωσίας και Λένινγκραντ, χαλαρώνοντας κάπως τη γερμανική πολιορκία.

Μάχη του Κουρσκ[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το καλοκαίρι του 1943 ήλθε νέα συντριβή για τους Γερμανούς στη Μάχη του Κουρσκ. Το σχέδιο προέβλεπε να καταληφθεί η πόλη με αστραπιαία επίθεση, για την οποία συγκεντρώθηκαν 2.700 τεθωρακισμένα και αυτοκινούμενα πυροβόλα, 1.800 αεροπλάνα και περίπου 800.000 άνδρες. Η επιχείρηση απέτυχε για δύο λόγους: αφ' ενός ήταν αδύνατο να συγκεντρωθούν τόσο μεγάλες δυνάμεις σε τόσο σύντομο χρονικό διάστημα και χωρίς να καταλάβει ο αντίπαλος το σχέδιο , αφ' ετέρου οι Σοβιετικοί είχαν πλέον οργανώσει δίκτυο πληροφοριοδοτών μέσα στο ίδιο το γερμανικό Ανώτατο Επιτελείο στο Βερολίνο και γνώριζαν με λεπτομέρειες ακόμα και το χρόνο της επίθεσης.

Η Μάχη στο Κουρσκ ξεκίνησε με γερμανική κίνηση αντιπερισπασμού στις 4 Ιουλίου, ενώ όλες οι δυνάμεις μπήκαν στη μάχη την επομένη. Οι Σοβιετικοί του στρατάρχη Ζούκοβ, πλήρως προετοιμασμένοι και ενημερωμένοι, πέτυχαν να καθηλώσουν τον εχθρό. Τα χειρότερα για τους Γερμανούς ήλθαν στις 17 Ιουλίου, όταν ο Χίτλερ διέταξε να σταματήσει η μάχη και να μεταφερθεί ένας μεγάλος αριθμός τεθωρακισμένων επειγόντως στην Ιταλία, διότι είχε πραγματοποιηθεί αμερικανο-βρετανική απόβαση στη Σικελία.

Αν και τελικά μόνο μία Μεραρχία ξεκίνησε για τη Μεσόγειο, η γερμανική οπισθοχώρηση έδωσε την ευκαιρία για άμεση σοβιετική αντεπίθεση στις γειτονικές περιοχές του Οριόλ και του Μπέλγκοροντ. Η σύγκρουση διήρκεσε σχεδόν ένα μήνα και έληξε με θρίαμβο του Κόκκινου Στρατού. Από εκείνη τη στιγμή και μετά, οι Γερμανοί θα βρίσκονταν μέχρι τη λήξη του Πολέμου σε φάση διαρκούς οπισθοχώρησης και οι πρωτοβουλίες θα περνούσαν στα χέρια των Σοβιετικών.

Η γερμανική υποχώρηση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τον Ιούνιο του 1943, πριν ακόμα λάβει χώρα η Μάχη του Κουρσκ, ο Χίτλερ είχε συλλάβει ένα σχέδιο διαφορετικό από τα προηγούμενα: τη δημιουργία μιας βαριά οχυρωμένης γραμμής από την Αζοφική Θάλασσα (Ν) έως το Φινλανδικό Κόλπο (Β), πίσω από την οποία θα υποχωρούσαν οι δυνάμεις του. Ρόλος τους δε θα ήταν πια η διεξαγωγή επιθετικών ενεργειών, αλλά η παρεμπόδιση των σοβιετικών να περάσουν αυτή τη γραμμή και να τρέψουν τη Βέρμαχτ σε άτακτη φυγή.

Με τη ζώνη αυτή που ονομάσθηκε Πάνθηρ - Βότον, ο Χίτλερ ήλπιζε να οδηγήσει το Ανατολικό Μέτωπο σε ένα είδος ισοπαλίας ή τουλάχιστον σε στασιμότητα, για να στρέψει το ενδιαφέρον του στη Δυτική Ευρώπη, όπου ήξερε ότι οι Βρετανοί και οι Αμερικανοί προετοίμαζαν απόβαση. Η ήττα στο Κουρσκ και η απόβαση των Συμμάχων στη Σικελία επιτάχυνε τις διαδικασίες υλοποίησης του σχεδίου: στις 11 Αυγούστου ξεκίνησαν με εντατικούς ρυθμούς τα οχυρωματικά έργα και στις 15 Σεπτεμβρίου οι γερμανικές μονάδες διατάχθηκαν να οπισθοχωρήσουν πίσω από τη γραμμή.

Η κατάρρευση της ζώνης Πάνθηρ - Βότον[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι προσδοκίες του Χίτλερ για την αντοχή της αμυντικής γραμμής του διαψεύσθηκαν. Ο Κόκκινος Στρατός κατάφερε να κινητοποιήσει τάχιστα μία τεράστια δύναμη αποτελούμενη από 2.650.000 άνδρες, 51.000 κανόνια, 2.400 τεθωρακισμένα και 2.850 αεροπλάνα, ανοίγοντας ένα τεράστιο κάθετο μέτωπο μήκους 1.400 χμ από τη Λευκορωσία μέχρι τη Μαύρη Θάλασσα. Αν και οι μάχες ήταν σκληρές, οι σοβιετικοί είχαν πια την ψυχολογία του νικητή και επιπλέον τη δυνατότητα να αναπληρώνουν άμεσα τις όποιες απώλειες, σε αντίθεση με τους Γερμανούς, οι οποίοι μάχονταν πλέον σε δύο μέτωπα.

Στα τέλη Σεπτεμβρίου οι Γερμανοί έπαιξαν το τελευταίο τους χαρτί, προσπαθώντας να κρατήσουν τουλάχιστον το Κίεβο. Κατόπιν οδηγιών του ίδιου του Χίτλερ οχυρώθηκαν πίσω από τον Κάτω Δνείπερο, ο οποίος σε πολλά σημεία του είναι πρακτικά απροσπέλαστος με πλάτος άνω των τριών χιλιομέτρων. Η κίνηση αυτή έφερε τους σοβιετικούς επιτελείς σε δίλημμα σχετικά με το πώς θα έπρεπε να απαντήσουν. Δύο ήταν οι πιθανές επιλογές:

  • Να ανασυντάξουν τις δυνάμεις τους και να βρουν ένα - δύο αδύνατα σημεία στη γερμανική άμυνα (όχι απαραίτητα στον Κάτω Δνείπερο), διασπώντας τις γραμμές της Βέρμαχτ ή ακόμα και περικυκλώνοντάς την από τα βόρεια.
  • Να επιχειρήσουν κατά μέτωπο διάβαση του Δνείπερου, δημιουργώντας τα κατάλληλα προγεφυρώματα ώστε να περάσουν ικανό αριθμό στρατιωτών στην απέναντι όχθη, που θα πολεμούσαν σώμα με σώμα.

Και τα δύο σενάρια είχαν μειονεκτήματα. Στην πρώτη περίπτωση χρειαζόταν πολύς χρόνος και έτσι οι Γερμανοί θα είχαν το χρόνο να ανασυνταχθούν ή ακόμα και να ενισχυθούν με νέες δυνάμεις και υλικό. Στη δεύτερη κανείς δε μπορούσε να εγγυηθεί για το μέγεθος των ανθρώπινων απωλειών. Τελικά προκρίθηκε η επιλογή της κατά μέτωπον επίθεσης, ιδιαίτερα επειδή ο Στάλιν ήθελε να είναι το Κίεβο ελεύθερο στην επέτειο της Οκτωβριανής Επανάστασης (7 Νοεμβρίου).

Η απελευθέρωση του Κιέβου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η μάχη του Δνείπερου ξεκίνησε στις 22 Σεπτεμβρίου 1943. Περνώντας με κάθε εύκαιρο μέσο, μέχρι το τέλος του μήνα οι σοβιετικοί δημιούργησαν 23 προγεφυρώματα κάτω από αδιάκοπες γερμανικές αντεπιθέσεις, οι οποίες είχαν στόχο να εμποδίσουν τη διαπεραίωση βαρέων πυροβόλων και οχημάτων στην απέναντι όχθη. Οι σοβιετικές απώλειες ήταν τεράστιες - στις αρχές Οκτώβρη σχεδόν κάθε μονάδα είχε απώλειες από 25% έως και 50%, τα προγεφυρώματα όμως κρατήθηκαν.

Μετά από μία νέα επιχείρηση στα μέσα του Οκτώβρη, η κυριαρχία του Κόκκινου Στρατού στον Κάτω Δνείπερο εγκαθιδρύθηκε οριστικά. Ο δρόμος για την ουκρανική πρωτεύουσα ήταν πια ανοικτός: μετά από σύντομες μάχες, τα σοβιετικά τεθωρακισμένα κυκλοφορούσαν στους δρόμους του Κιέβου στις 5 Νοεμβρίου, δύο ημέρες νωρίτερα από την προθεσμία που ο Στάλιν είχε θέσει στους στρατηγούς του. Χρειάσθηκε, όμως, ακόμη ενάμιση μήνας μέχρι να οριστικοποιηθεί η σοβιετική κυριαρχία στην πόλη, στα τέλη του Δεκέμβρη του 1943.

Σημαντικό ρόλο στην επιτυχημένη διάβαση του Δνείπερου και την απελευθέρωση του Κιέβου έπαιξαν οι παρτιζάνικες ομάδες που δρούσαν στο έδαφος της κατεχόμενης Ουκρανίας. Οργανώνοντας δολιοφθορές στα γερμανικά τρένα που έφερναν νέο υλικό από την Κεντρική Ευρώπη, προκάλεσαν τεράστιες ζημιές στον ανεφοδιασμό των αμυνομένων Γερμανών σε χρονική στιγμή που και η τελευταία σφαίρα ήταν παραπάνω από πολύτιμη.

Η ανακατάληψη της Βαλτικής[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το ενδιαφέρον του Κόκκινου Στρατού στις αρχές του 1944 στράφηκε στο βορρά - αρχικά εξανάγκασε τους Γερμανούς να λύσουν την Πολιορκία του Λένινγκραντ (Ιανουάριος) και στη συνέχεια ξεκίνησε την εκδίωξή τους από τη Βαλτική. Μολονότι στα υπόλοιπα μέτωπα είχαν ήδη νικήσει, η επικράτηση των σοβιετικών στη Βαλτική ήταν μία πολύ δύσκολη υπόθεση αφού για ιστορικούς και πολιτικούς λόγους το κλίμα στη Λετονία και τη Λιθουανία ήταν έντονα φιλογερμανικό.

Οι επιχειρήσεις ξεκίνησαν το Φεβρουάριο και έμειναν στην ιστορία ως Μάχη των Ευρωπαϊκών SS, διότι χρησιμοποιήθηκαν από τους Γερμανούς μεγάλες δυνάμεις εθελοντών Ες-Ες από την την Εσθονία, τη Νορβηγία, τη Δανία, το Βέλγιο και την Ολλανδία. Αν και το Σεπτέμβριο του 1944 οι σοβιετικοί τελικά κυριάρχησαν, κάποια εδάφη παρέμειναν υπό γερμανικό έλεγχο και ανακατελήφθησαν μόνο προς το τέλος του πολέμου.

Η σοβιετική νίκη[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Με τα σημαντικότερα εδάφη απελευθερωμένα και το Χίτλερ να πολεμά σε δύο μέτωπα μετά την Απόβαση της Νορμανδίας, τίποτα δε μπορούσε να εμποδίσει την προέλαση του Κόκκινου Στρατού από το καλοκαίρι του 1944 και μετά (Επιχείρηση Μπαγκρατιόν):

  • Στις 17 Ιουλίου ξεκίνησε γενική επίθεση κατά των εναπομεινασών γερμανικών δυνάμεων στην Ουκρανία.
  • Το Νοέμβριο απελευθέρωσε τη Σλοβακία μετά από επιχειρήσεις δύο μηνών που κόστισαν 85.000 νεκρούς σοβιετικούς στρατιώτες.
  • Τον Ιανουάριο του 1945 μπήκε στη Βαρσοβία, πρωτεύουσα της Πολωνίας. Λίγες μέρες αργότερα εκκαθάρισε οριστικά τις Βαλτικές Δημοκρατίες από τα γερμανικά στρατεύματα.
  • Στις 9 Απριλίου κατέλαβε το Κένιγκσμπεργκ, πρωτεύουσα της ιστορικής Ανατολικής Πρωσίας, μετά από μάχες τριών μηνών και απώλειες μισού εκατομμυρίου ανδρών.

Η Πτώση του Βερολίνου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ρωσία:
Ιστορία ανά περιόδους
Κράτος των Ρως

Μογγολική κατοχή

  • Ύστερος Μεσαίωνας

Νόβγκοροντ
Βλαντίμιρ-Σούζνταλ
Μοσχοβία

  • Πολιτική ενοποίηση

Βασίλειο της Ρωσίας
Μεγάλος Βόρειος Πόλεμος
Ρωσική Αυτοκρατορία
Γαλλική εισβολή στη Ρωσία
Οκτωβριανή Επανάσταση

  • Σοβιετική εποχή

Ε.Σ.Σ.Δ.
Μεγάλος Πατριωτικός Πόλεμος
Κατάκτηση του διαστήματος

  • Μετασοβιετική περίοδος

Ρωσική Ομοσπονδία

Ιβάν ο ΤρομερόςΜέγας Πέτρος
Αικατερίνη η ΜεγάληΒλαντίμιρ Λένιν
Γιούρι ΓκαγκάρινΒλαντίμιρ Πούτιν

Στις 30 Απριλίου 1945 και ώρα 14:25, ο Κόκκινος Στρατός εισερχόταν στο Βερολίνο και ο Χίτλερ αυτοκτονούσε στο καταφύγιό του. Αργά το βράδυ της ίδιας μέρας, ο στρατιώτης Μιχαήλ Μίνιν ύψωνε την κόκκινη σημαία με το σφυροδρέπανο στον ιστό του γερμανικού κοινοβουλίου (Ράιχσταγκ), μια πράξη που θα επαναληφθεί την επόμενη μέρα με άλλους πρωταγωνιστές (Μελίτων Κανταρίγια και Μιχαήλ Εγκόροβ) για φωτογραφικούς λόγους.

Μετά την αυτοκτονία του Χίτλερ, ο Γερμανός Στρατάρχης Βίλχελμ Κάιτελ υπέγραψε συνθηκολόγηση άνευ όρων (8 Μαΐου 1945). Με τον τρόπο αυτό τερματίσθηκε ο Μεγάλος Πατριωτικός Πόλεμος. Ακόμη και σήμερα τα περισσότερα κράτη που προήλθαν από τη διάλυση της ΕΣΣΔ εορτάζουν τη «Μέρα της Νίκης» στις 9 Μαΐου, με αποκορύφωμα την μεγάλη παρέλαση στην Κόκκινη Πλατεία της Μόσχας.

Ανθρώπινες απώλειες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Μεγάλος Πατριωτικός Πόλεμος (ή το Ανατολικό Μέτωπο) είναι η πλέον αιματηρή σύγκρουση της παγκόσμιας ιστορίας. Οι απώλειες των εισβολέων υπολογίζονται κοντά στα πέντε εκατομμύρια, ενώ των σοβιετικών παραπάνω από είκοσι πέντε (στρατιώτες και άμαχος πληθυσμός). Στους πίνακες που ακολουθούν παρατίθενται μόνο οι στρατιωτικές απώλειες των αντιμαχομένων πλευρών στο Ανατολικό Μέτωπο κατά προσέγγιση.

Δυνάμεις που πολέμησαν στο πλευρό του Κόκκινου Στρατού
Σύνολο Νεκρών Νεκροί στη μάχη Αιχμάλωτοι Νεκροί στην αιχμαλωσία
Σοβιετικοί 10.200.000 6.600.000 5.200.000 3.600.000
Πολωνοί 24.000 24.000 Άγνωστο Άγνωστο
Ρουμάνοι 17.000 17.000 80.000 Άγνωστο
Βούλγαροι 10.000 10.000 Άγνωστο Άγνωστο
Σύνολο 10.251.000 6.651.000 5.280.000 3.600.000
Δυνάμεις του Άξονα
Σύνολο Νεκρών Νεκροί στη μάχη Αιχμάλωτοι Νεκροί στην αιχμαλωσία
Γερμανία 4.400.000 4.000.000 3.300.000 374.000
Σοβιετικοί άλλων εθνοτήτων 215.000 215.000 1.000.000 Άγνωστο
Ρουμάνοι 281.000 81.000 500.000 200.000
Ούγγροι 300.000 100.000 500.000 200.000
Ιταλοί 82.000 32.000 70.000 50.000
Σύνολο 5.278.000 4.428.000 5.450.000 824.000

Πηγές, Αναφορές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Ρ. Καρτιέ Ιστορία του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου Πάπυρος, Αθήνα 1964
  2. Καρτιέ, ό.π.