Αμέθυστος

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Ο αμέθυστος είναι ιώδης (χρώματος βιολετί ή μοβ) παραλλαγή του ορυκτού χαλαζία και χρησιμοποιείται για διακοσμητικούς σκοπούς ως πολύτιμος λίθος. Το όνομά του προέρχεται από το στερητικό «α» και το ρήμα «μεθύω» (μεθώ), καθώς στην αρχαιότητα πίστευαν ότι το πετράδι αυτό προστάτευε τον κάτοχό του από το μεθύσι. Οι αρχαίοι Έλληνες και Ρωμαίοι έφεραν κοσμήματα με αμέθυστο και έπιναν από σκεύη (ποτήρια, κύλικες, κλπ.) διακοσμημένα με αμέθυστο, πιστεύοντας ότι δεν θα μεθούσαν.

Aμέθυστος. Προέλευση: Κένυα

Χημική σύσταση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Από χημική άποψη, η κύρια μάζα του αμεθύστου, όπως και των άλλων ειδών χαλαζία, είναι διοξείδιο του πυριτίου, του οποίου ο μοριακός χημικός τύπος είναι SiO2.

Τον 20ό αιώνα, το χαρακτηριστικό χρώμα του αμεθύστου αποδιδόταν στην παρουσία μαγγανίου. Επειδή, όμως, το χρώμα αλλοιώνεται σημαντικά κατά τη θέρμανσή του, μερικοί πίστευαν ότι οφείλεται σε κάποια οργανική χρωστική. Πρόσφατα υποστηρίχθηκε (Cohen, Alvin J.: Amethyst color in quartz, the result of radiation protection involving iron, περιοδ.American Mineralogist, τ. 70, σσ. 1180-1185, έτος 1985) ότι το χρώμα του αμεθύστου οφείλεται σε ίχνη προσμίξεων τρισθενούς σιδήρου. Περαιτέρω έρευνες απέδειξαν ως πηγή του χρωματισμού μια πολύπλοκη αλληλεπίδραση ατόμων σιδήρου με άτομα αργιλίου, σε περιεκτικότητα κάτω από 0,1% για αμφότερα τα στοιχεία.

Ο αμέθυστος σύγκειται από ακανόνιστη υπέρθεση στρωμάτων δεξιόστροφου και αριστερόστροφου χαλαζία, μία δομή οφειλόμενη ίσως σε μηχανικές πιέσεις. Για τον λόγο αυτό, ο αμέθυστος θραύεται με κυματοειδείς ρωγμές. Ορισμένοι ορυκτολόγοι, ακολουθώντας τον Ντέιβιντ Μπριούστερ, ονομάζουν αμέθυστο όλους τους χαλαζίες με αυτή τη δομή, ανεξάρτητα από το χρώμα τους.

Αποχρώσεις και τόνοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο αμέθυστος ανευρίσκεται σε όλες τις αποχρώσεις από ανοικτό, ελαφρώς ρόδινο, βιολετί μέχρι σκούρο μοβ στο χρώμα των μαύρων σταφυλιών. Επίσης, μπορεί να υπάρχουν δευτερεύουσες χροιές ερυθρού ή/και κυανού. Ιδανικός θεωρείται ο αμέθυστος της ποικιλίας «Βαθύς σιβηρικός» ("Deep Siberian") με κυριότερη τη μοβ χροιά (περίπου 75 ως 80 %), 15 ως 20 % μπλε και (ανάλογα με τη φωτεινή πηγή) μικρές ερυθρωπές χροιές. Τα μεμονωμένα τεμάχια αμεθύστου σπάνια παρουσιάζουν ομοιόμορφο χρωματισμό. Συνήθως έχουν κηλίδες με ανοικτότερο ή σκοτεινότερο χρώμα, ή και με τα δύο, ενώ άλλοτε εμφανίζουν ραβδώσεις με διαφορετικό κορεσμό χρώματος.

Ο αμέθυστος χάνει το χρώμα του όταν θερμανθεί. Συνήθως η εξαφάνιση του χρώματος αρχίζει σε θερμοκρασία 300 °C και ολοκληρώνεται στους 400 °C, οπότε γίνεται άχρωμος. Αν συνεχίσουμε να τον πυρώνουμε, στους 500 °C περίπου παίρνει κίτρινο χρώμα, που χάνεται κι αυτό σε ακόμα υψηλότερη θερμοκρασία. Με επίδραση ραδιενέργειας παρουσιάζεται πάλι κάποιο μενεξεδένιο χρώμα. Την ιδιότητα να χρωματίζεται ο αμέθυστος κίτρινος την εκμεταλλεύονται στην πράξη οι κατασκευαστές κοσμημάτων και αποκαλούν και άλλες κιτρινωπές ποικιλίες χαλαζία που χρησιμοποιούν με τον όρο «κεκαυμένος αμέθυστος». Φλέβες αμεθύστου χάνουν επίσης μερικώς το χρώμα τους όταν είναι εκτεθειμένες στον αέρα. Η σκόνη του αμεθύστου είναι λευκή.

Φυσικές ιδιότητες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο αμέθυστος είναι κρυσταλλωμένος στο τριγωνικό σύστημα (τάξη 32), συνήθως με εξαεδρικά πρίσματα που καταλήγουν σε πυραμίδες με έξι πλευρικές έδρες, οι κορυφές των οποίων προεξέχουν στα συσσωματώματα. Η σκληρότητά του είναι 7 στην κλίμακα Mohs (μικρότερη στις ποικιλίες με τις περισσότερες προσμίξεις). Η μεγάλη αυτή σκληρότητα συντείνει στο να προτιμάται ως «πετράδι» για την κατασκευή κοσμημάτων. Ο αμέθυστος, όντας διαφανής έως διαυγής, έχει λάμψη υαλώδη και δείκτες διαθλάσεως (είναι ελαφρώς διπλοθλαστικός κρύσταλλος) nω = 1,543 ως 1,553 και nε = 1,552 ως 1,554.

Το ειδικό βάρος του αμεθύστου είναι 2,65 με μικρές μεταβολές στις πιο «ακάθαρτες» ποικιλίες. Ο αμέθυστος λιώνει στους 1650 (±75) °C. Σε όλες τις θερμοκρασίες η σκόνη του είναι αδιάλυτη στο νερό. Είναι πιεζοηλεκτρικό ορυκτό.

Ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο αμέθυστος χρησιμοποιήθηκε ως πολύτιμος λίθος από τους αρχαίους Αιγυπτίους και από τους άλλους αρχαίους λαούς. Στις παλαιότερες εποχές τον χρησιμοποιούσαν περισσότερο από όσο σήμερα για την κατασκευή αντικειμένων τέχνης. Σε διάφορα μουσεία και συλλογές βρίσκονται δοχεία, πιάτα και κομψοτεχνήματα από αμέθυστο. Επίσης, έφτιαχναν φυλαχτά για το μεθύσι (βλ. παρακάτω για τους σχετικούς μύθους). Χάντρες από αμέθυστο ανευρίσκονται σε αγγλοσαξονικούς τάφους στην Αγγλία. Στην Αποκάλυψη του Ιωάννη (κα΄ 20) από τον «λίθον τίμιον» αμέθυστο είναι φτιαγμένος ο 12ος και τελευταίος «θεμέλιος του τείχους» της πόλεως της νέας ή ουράνιας Ιερουσαλήμ. Αξιωματούχοι της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας παραδοσιακά φορούν δακτυλίδια με μεγάλο αμέθυστο λίθο ως σύμβολο του αξιώματός τους. Μια «σπηλιά από αμέθυστο» από την περιοχή της Santa Cruz στη νότια Βραζιλία εξετέθη στη Διεθνή Έκθεση του Ντύσελντορφ το 1902.

Δείγμα αμεθύστου ποιότητας μουσείου

Σήμερα ο αμέθυστος χρησιμοποιείται σχεδόν αποκλειστικά για την κατασκευή κοσμημάτων.

Ορολογία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Εξαιτίας της σημασίας του ως πολύτιμου λίθου, πολλοί περιγραφικοί όροι έχουν δημιουργηθεί στο εμπόριο πολύτιμων λίθων για να περιγράψουν τις ποικιλίες του αμεθύστου. Το «Ρόδο της Γαλλίας» ("Rose de France") είναι συνήθως κάποιο χλωμό λιλά δείγμα με ροζ αποχρώσεις (συνήθως έχει τη μικρότερη ζήτηση). Το πιο περιζήτητο χρώμα είναι το έντονο βιολετί που επεκράτησε να αποκαλείται «σιβηρικό», παρότι μπορεί να προέρχεται και από αρκετές άλλες περιοχές εκτός από τη Σιβηρία, ιδίως από την Ουρουγουάη και Ζάμπια. Πιο πρόσφατα, κάποια πετράδια (συνήθως από τη Βολιβία) που εμφανίζουν διαδοχικές ζώνες μοβ του αμεθύστου και κιτρινοπορτοκαλί χρώματος αποκλήθηκαν αμετρίνη.

Μια ποικιλία από βιολετί κορούνδιο, ή και σάπφειρος με παρόμοια απόχρωση, ονομάζεται ανατολικός αμέθυστος, αλλά αυτός ο όρος αποδίδεται από κοσμηματοπώλες και σε εκλεκτά δείγματα του συνηθισμένου αμεθύστου, ακόμα και όταν αυτά δεν προέρχονται γεωγραφικώς από την Ανατολή. Για τον λόγο αυτό, επαγγελματικές ενώσεις Γεμολογίας, όπως η GIA και η αμερικανική AGS, αποθαρρύνουν τη χρήση αυτού του όρου για την περιγραφή οποιουδήποτε πολύτιμου λίθου, καθώς μπορεί να είναι παραπλανητικός. Η ονομασία «ανατολικός» φαίνεται ότι προέρχεται από το ότι η ποικιλία αυτή του κορουνδίου βρίσκεται στη Σρι Λάνκα.

Επίσης, ο όρος αμέθυστος βασαλτίνης είναι συνώνυμο του ορυκτού απατίτης.

Γεωγραφική κατανομή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο αμέθυστος είναι πολύ διαδεδομένος στο γήινο φλοιό, αλλά τα καθαρά δείγματα που είναι κατάλληλα για κοπή ως διακοσμητικά πετράδια περιορίζονται σε σχετικώς λίγες τοποθεσίες. Τέτοιοι κρύσταλλοι παρουσιάζονται σε κοιλότητες και ρωγμές εκρηξιγενών πετρωμάτων, σε γρανίτες, πορφυρίτες, ή σε στιφρές μάζες που καταλήγουν σε κρυσταλλικές κορυφές και γεμίζουν κοιλότητες μέσα σε μελαφύρες ή άλλα πετρώματα. Πολλοί από τους κοίλους αχάτες στη Βραζιλία και στην Ουρουγουάη περιέχουν συστάδες κρυστάλλων αμεθύστου στο εσωτερικό τους. Μεγάλες ποσότητες καλής ποιότητας αμεθύστου προέρχονται από τη Ρωσία, ιδιαίτερα από την περιοχή Mursinka στην επαρχία Γεκατερίνμπουργκ, όπου και ανευρίσκεται σε κοιλότητες γρανιτικών πετρωμάτων. Πολλές τοποθεσίες στην Ινδία δίνουν αμέθυστο. Από τους αμέθυστους των ΗΠΑ αναφέρονται εκείνος των ομώνυμων βουνών (Amethyst Mountain) του Τέξας, του Εθνικού Πάρκου Γιέλοουστοουν και του Μέιν, ενώ ανευρίσκεται και κοντά στη Λίμνη Σουπήριορ. Ο αμέθυστος αφθονεί και στα βορειοδυτικά της επαρχίας Οντάριο, όπως και σε τοποθεσίες της Νέας Σκωτίας. Στη Βραζιλία παράγεται άφθονος στην περιοχή Minas Gerais, ενώ εξορύσσεται και στη Νότιο Κορέα. Κατώτερης ποιότητας αμέθυστοι βρίσκονται σε προσχώσεις ποταμών, σε τεμάχια που έχουν αποσπασθεί από τα μητρικά πετρώματα, απεστρογγυλευθεί και μεταφερθεί από τα νερά ορμητικών ποταμών, όπως στη Σρι Λάνκα και τη Βιρμανία.

Αξία και συνθετικός αμέθυστος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Παραδοσιακά συγκαταλεγόμενος ανάμεσα στους πολύτιμους λίθους (μαζί με το διαμάντι, το ζαφείρι, το ρουμπίνι και το σμαράγδι), ο αμέθυστος έχει απωλέσει πολλή από την αξία του εξαιτίας της ανακαλύψεως εκτεταμένων αποθεμάτων στη Βραζιλία και αλλού. Ο αμέθυστος της καλύτερης ποιότητας ("Deep Russian", "Deep Siberian") είναι εξαιρετικά σπάνιος και η τιμή του εξαρτάται από τη ζήτηση συλλεκτών όταν ανακαλυφθεί κάποιο δείγμα. Ακόμα και αυτός πάντως είναι εκατοντάδες φορές φθηνότερος από τις ακριβότερες ποιότητες ζαφειριού (Padparadscha) ή ρουμπινιού («αίμα του περιστεριού»), που μπορεί να φθάσουν τις 36.000 ευρώ ανά καράτι. Ακόμα και ο εκλεκτότερος αμέθυστος δεν υπερβαίνει τα 35 ευρώ ανά καράτι.

Ο αμέθυστος στον μύθο και την αστρολογία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο αμέθυστος το πετράδι που «επηρεάζει» όσους και όσες γεννήθηκαν τον Φεβρουάριο. Συνδέεται ή έχει συνδεθεί κατά το παρελθόν με τα ζώδια Ιχθύες, Κριός, Υδροχόος και Τοξότης. Θεωρήθηκε σύμβολο για την ουράνια κατανόηση και για τους πρωτοπόρους στη σκέψη και στη δράση σε φιλοσοφικό, θρησκευτικό, πνευματικό και υλικό επίπεδο.

Η φήμη του ορυκτού ως ισχυρού αντιδότου κατά της μέθης στηρίζεται σε μύθο κατά τον οποίο όταν κάποτε ο θεός Διόνυσος μεθυσμένος κατεδίωκε μία κόρη, την Αμέθυστο, που αρνιόταν τον έρωτά του, εκείνη προσευχήθηκε στους άλλους θεούς να παραμείνει αγνή. Η θεά Άρτεμις εισάκουσε την προσευχή και τη μεταμόρφωσε σε λευκή πέτρα. Ταπεινωμένος και μετανοιωμένος από την επιθυμία της Αμεθύστου να παραμείνει αγνή, ο Διόνυσος έχυσε κρασί πάνω στην πέτρα αυτή ως προσφορά και από τότε οι κρύσταλλοί της είναι βαμμένοι σε βιολετί χρώμα.

Παραλλαγή της ιστορίας διηγείται ότι ο Διόνυσος είχε κάποτε προσβληθεί από ένα θνητό και ορκίστηκε να πάρει εκδίκηση πάνω στον επόμενο θνητό που θα έβρισκε στο διάβα του, δημιουργώντας θηριώδεις τίγρεις για να εκπληρώσουν την επιθυμία του. Ο θνητός έτυχε να είναι μια όμορφη κοπέλα, η Αμέθυστος, που πήγαινε να προσκυνήσει τη θεά Άρτεμι. Η Άρτεμις της έσωσε τη ζωή μεταμορφώνοντάς τη σε άγαλμα από καθαρό κρυσταλλικό χαλαζία για να την προστατεύσει από τα νύχια των τίγρεων. Ο Διόνυσος έκλαψε με δάκρυα από κρασί μετανοώντας για την πράξη του όταν είδε το όμορφο άγαλμα. Τα θεϊκά δάκρυα έβαψαν τον χαλαζία με βιολετί χρώμα.[1] Μία τρίτη εκδοχή αναμιγνύει τη θεά Ρέα, η οποία δώρισε στον Διόνυσο τον αμέθυστο για να διατηρεί τη νηφαλιότητά του (Νόννου Διονυσιακά, XII 380)

Commons logo
Τα Wikimedia Commons έχουν πολυμέσα σχετικά με το θέμα

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Νέα Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια Χάρη Πάτση
  • Το αντίστοιχο άρθρο της αγγλόγλωσσης Wikipedia

Αναφορές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. source