Αλίτης

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Αλίτης
Groty Kryształowe.jpg
Κρύσταλλοι αλίτη. Προέλευση Πολωνία
Γενικά
Κατηγορία Αλογονίδια. Εβαπορίτες
Χημικός τύπος NaCl
Ορυκτολογικά χαρακτηριστικά
Πυκνότητα 2,1 gr/cm3
Χρώμα Άχρωμο, λευκό, γκρίζο, κίτρινο, πορτοκαλέρυθρο, πορφυρό, μπλε
Σύστημα κρυστάλλωσης Κυβικό
Κρύσταλλοι Σε σχήμα κύβου, σπανιότερα σε οκτάεδρα
Υφή Σε συμπαγή συσσωματώματα. Ενίοτε κοκκώδης, σπανιότερα ινώδης
Σκληρότητα 2 - 2,5
Σχισμός Τέλειος σε όλες τις έδρες του κύβου
Θραύση Κογχοειδής
Λάμψη Υαλώδης
Γραμμή κόνεως Λευκή
Πλεοχρωισμός Ναι, συνήθως ασθενής, μεταβαλλόμενος αν το ορυκτό δεχθεί πίεση
Διαφάνεια Διαφανής έως ημιδιαφανής. Σπανιότατα αδιαφανής.

Ο αλίτης, (αγγλ. halite), γνωστός και ως ορυκτό αλάτι είναι ορυκτό χλωριούχο νάτριο. Το όνομά του προέρχεται από την ομηρική λέξη "αλς" = θάλασσα, από την οποία, κατά την αρχαιότητα (και μέχρι σήμερα) λαμβανόταν.


Χαρακτηριστικά[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Είναι ορυκτό ιζηματογενούς προελεύσεως, χαρακτηριζόμενο ως "εβαπορίτης", επειδή προέρχεται από εξάτμιση υδάτινων μαζών, στις οποίες υπήρχε διαλυμένο. Γι' αυτό συνδέεται και με άλλους εβαπορίτες, όπως ο συλβίνης, η γύψος, ο ανυδρίτης και ο δολομίτης. Διαλύματά του συνδέονται, επίσης, με την εμφάνιση πετρελαίου, ανευρισκόμενα στην βάση του πετρελαιοφόρου κοιτάσματος.

Η φύση του ορυκτού μπορεί να διαπιστωθεί με απλή γευστική δοκιμασία. Ωστόσο, αυτή πρέπει να γίνεται ως εξής: Ο δοκιμαστής βρέχει ένα από τα δάκτυλά του, με το βρεγμένο δάκτυλο τρίβει ελαφρά το ορυκτό και στην συνέχεια δοκιμάζει την γεύση από το δάκτυλο. Αυτό γίνεται επειδή η απευθείας επαφή του ορυκτού με την γλώσσα μπορεί να προκαλέσει διάλυση μεγαλύτερης ποσότητάς του και, καθώς η σύσταση του δείγματος είναι άγνωστη, είναι πιθανόν να περιέχει δηλητηριώδεις προσμίξεις.

Ο αλίτης απαντά σε πολλά μέρη ανά τον κόσμο. Οι πλέον γνωστές εμφανίσεις του είναι στην περιοχή του Σάλτσμπουργκ (Αυστρία, η πόλη οφείλει το όνομά της στον (αλμυρό) ποταμό Σάλτσα (Salza) που την διασχίζει, αφού πρώτα διέλθει από αποθέσεις αλίτη), στην Γερμανία, στην Σιλεσία της Πολωνίας, όπου παρουσιάζονται κοιτάσματα με πολύ όμορφους κρυστάλλους, στην Ισπανία, στην Ρουμανία, στον Καναδά, στο Μεξικό. Στην περιοχή της Μυλούζ της Γαλλίας εμφανίζονται χαρακτηριστικές ινώδεις μορφές του, ενώ στην Αυστραλία απαντά σταλακτιτική παραλλαγή του.

Στις ΗΠΑ εκτεταμένες εμφανίσεις αλίτη υπάρχουν κατά μήκος των Απαλαχίων ορέων αλλά και κατά μήκος των ακτών του Τέξας και της Λουϊζιάνα. Το μεγαλύτερο, όμως, κοίτασμα στον κόσμο απαντά στην περιοχή Σαλάρ ντε Ουγιούνι (Salar de Uyuni) της Βολιβίας,[1] το οποίο δεν έχει τύχει, ακόμη, εντατικής εκμετάλλευσης.

Ο αλίτης σπάνια χρησιμοποιείται ως εδώδιμος. Οι βασικές του χρήσεις είναι στα ψυκτικά μίγματα (καταβιβάζει το σημείο πήξης του νερού) και, γι' αυτό, ρίπτεται στα παγωμένα οδοστρώματα, για να προκαλέσει τήξη του πάγου. Αν είναι αρκετά καθαρός, χρησιμοποιείται και στην βιομηχανία για την παρασκευή νατρίου, χλωρίου, υδροχλωρίου, αλάτων του νατρίου και υποχλωριωδών αλάτων.

Δείτε επίσης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Commons logo
Τα Wikimedia Commons έχουν πολυμέσα σχετικά με το θέμα

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • James Dwight Dana, Manual of Mineralogy and Lithology, Containing the Elements of the Science of Minerals and Rocks READ BOOKS, 2008 ISBN 1-4437-4224-4
  • Frederick H. Pough, Roger Tory Peterson, Jeffrey (PHT) Scovil, A Field Guide to Rocks and Minerals, Houghton Mifflin Harcourt, 1988 ISBN 0-395-91096-X
  • Walter Schumann, R. Bradshaw, K. A. G. Mills, Handbook of Rocks, Minerals and Gemstones, Houghton Mifflin Harcourt, 1993 ISBN 0-395-51137-2

Σημειώσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]